Μια δεκαετία μετά το "Gran Torino", o Clint Eastwood περνά και πάλι μπροστά από την κάμερα σε ταινία που σκηνοθετεί ο ίδιος (διατελώντας, επίσης, χρέη παραγωγού), μόνο που τούτη τη φορά δεν καταθέτει έναν στιβαρό αποχαιρετισμό στα όπλα, καταπίνοντας δαίμονες και αγγέλους του παρελθόντος. Αντιθέτως, σιγοτραγουδά –αναπολογητικά, απενοχοποιημένα και με πλήρη ξεγνοιασιά- μια μπαλάντα γλυκού κατευόδιου.
Άλλαι Τέχναι
Trick or treat?
Οι Γιώργος Κοκτσίδης, Κώστας Κάντογλου και Χρύσα Ιακώβου επιλέγουν και παρουσιάζουν τις καλύτερες ταινίες μιας πλούσιας κινηματογραφικής χρονιάς.
Ο Αλέξανδρος Δανιηλίδης προτείνει 10 κυκλοφορίες που ξεχώρισε από το 2018:
Ο δύο φορές βραβευμένος με Όσκαρ Ιρανός σκηνοθέτης Asghar Farhadi μόλις γύρισε την πρώτη του ισπανόφωνη ταινία με πρωταγωνιστικό δίδυμο τους Bardem-Kruz.
«Και τι δεν κάνω/ την πικραμένη σου ζωή για να γλυκάνω». Με αυτούς τους λιτούς κι ανεπιτήδευτους στίχους ξεκινάει ένα από τα μικρά διαμάντια του Άκη Πάνου, αυτού του αλλόκοτου (κι ίσως παρανοϊκού) δεξιοτέχνη του μπουζουκιού που κατάφερε με το ανήσυχο πνεύμα του να κινήσει την πολιτισμική μας μηχανή πολλά χρόνια μπροστά απ’ τους καιρούς του. Σε στίχους και μουσική του ίδιου του Πάνου, το τραγούδι κυκλοφόρησε για πρώτη φορά με την υποβλητική λαϊκή φωνή του Στράτου Διονυσίου πριν από ακριβώς 50 χρόνια μέσα σ’ ένα 45άρι δισκάκι. Το καινούργιο (και ταυτόχρονα υπέροχο) της υπόθεσης όμως είναι πως το εν λόγω κομμάτι είναι το πρώτο που είχαμε τη χαρά να ακούσουμε πριν από λίγες μέρες σε μια νέα σειρά ηχογραφήσεων που κυκλοφορεί αυτήν την εποχή ο Σωκράτης Μάλαμας με τον εύστοχο τίτλο «Σκέτα».
Μερικές δεκαετίες μετά την πρώτη επίσκεψη της πιο αγαπημένης νταντάς στα χρονικά του κινηματογράφου, η οικογένεια Μπανκς έχει αλλάξει. Ο τρανός κύριος Τζορτζ Μπανκς, μετά της συζύγου του Γουίνιφρεντ, έχουν αποδημήσει εις Κύριον και το σπίτι ανήκει στον Μάικλ. Τα προβλήματα όμως έχουν απλώσει την σκιά τους πάνω από την οικογένεια του πάλαι ποτέ υπέροχου μπόμπιρα, καθώς αυτός έχει προσφάτως χηρεύσει και έχει απομείνει σε δεινή οικονομική κατάσταση να φροντίζει τα τρία παιδιά του. Ακριβώς πριν τα πράγματα φτάσουν στο απροχώρητο, η Μέρι Πόπινς ακούει το υπερβατικό κάλεσμα και προσγειώνεται με τη μαγική της ομπρέλα στο σπιτικό προκειμένου να αποκαταστήσει το χαμόγελο στα χείλη της οικογένειας.
Το Love Actually είχε και συνέχεια (ακόμα κι αν δεν ήταν κανονική ταινία).
Ο Μάιλς Μοράλες είναι ένας έφηβος που ζει στο Μπρούκλιν. Όπως οι περισσότεροι συνομήλικοί του, αισθάνεται ότι οι γονείς του, ιδίως ο αστυνομικός πατέρας του, αδυνατούν να αντιληφθούν τα ανεξερεύνητα βάθη του περιπεπλεγμένου ψυχισμού του. Η εγγενώς δυσάρεστη θέση του επιδεινώνεται από την αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος. Ο ευφυής και ετοιμόλογος Μάιλς βρίσκεται στο κατώφλι μίας ακόμα τιτανομαχίας με διακύβευμα την αναγνώρισή του ως δημοφιλούς, αρεστού και εν γένει κουλ τύπου στο νέο περιβάλλον.
Πόλη του Μεξικό, 1970. Η Κλέο είναι μία νεαρή ιθαγενής που εργάζεται για λογαριασμό μίας εξαμελούς μεσοαστικής οικογένειας. Γίνεται μάρτυρας των κρίσεων και των αδιεξόδων της, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζει τις δικές της δοκιμασίες. Όλα αυτά τοποθετούνται στο πλαίσιο μίας κοινωνίας που κοχλάζει στη σκιά του αποκαλούμενου μεξικανικού οικονομικού θαύματος, μετά τους ιστορικούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 1968 και το Παγκόσμιο Κύπελλο ποδοσφαίρου, αμφότερα θεμελιωμένα πάνω σε ζεστό αίμα απλών ανθρώπων.

