Scroll Top

Άλλαι Τέχναι

57ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: Park, της Σοφίας Εξάρχου

feature_img__57o-festibal-thessalonikis-park-tis-sofias-eksarxou
Αθήνα, Ολυμπιακά ακίνητα. Δώδεκα χρόνια μετά το τέλος των Oλυμπιακών Αγώνων του 2004, οι κάποτε εντυπωσιακές κατασκευές κοίτωνται παρατημένες, παραδωμένες στη σκουριά και τη φθορά του χρόνου. Πολλά απο τα σπίτια στα οποία διέμεναν οι αθλητές κατά τη διάρκεια των αγώνων, δόθηκαν με κλήρωση σε φτωχές οικογένειες. Παρέες παιδιών παίζουν, μαλώνουν, χτυπιούνται, ερωτεύονται, μεγαλώνουν μέσα στα ερείπια ενός ένδοξου παρελθόντος που μοιάζει πια ψεύτικο. Ο Δημήτρης, παιδί μονογονεϊκής οικογένειας, ερωτεύεται την Άννα, πρώην αθλήτρια της ενόργανης που έβαλε τέλος στην καριέρα της μετά απο έναν επίπονο τραυματισμό. Οι δυο τους θα ερωτευτούν και θα προσπαθήσουν να αποδράσουν με φόντο ένα καυτό ελληνικό καλοκαίρι. Θα πιουν, θα χορέψουν, θα κάνουν έρωτα, αλλά θα συνειδητοποιήσουν ότι το καλοκαίρι δεν κρατάει για πάντα…

Το “Park” είναι το ντεμπούτο της Σοφίας Εξάρχου στον κινηματογράφο, ένα ντεμπούτο που της χάρισε μια θέση, μεταξύ άλλων, στο πρόγραμμα του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ του Τορόντο. Και μας κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, το πώς μια νεαρή σκηνοθέτης μπορεί να επιδεικνύει μια πραγματικά αξιοθαύμαστη κινηματογραφική αυτοπεποίθηση, όταν μάλιστα αναμετριέται καλλιτεχνικά με ένα θέμα ελαφρώς πολυφορεμένο, αλλά και αναμφισβήτητα ζόρικο. Ανάμεσα στην ψυχρή αποστασιοποίηση και τον μελοδραματισμό, η Εξάρχου φέρεται να βρίσκει τη χρυσή τομή, παραδίδοντας ένα αποτέλεσμα που φαντάζει απολύτως ρεαλιστικό, και, συνάμα, ευαίσθητα σκληρό, που δεν εξιδανικεύει αλλά ούτε και καταδικάζει του ήρωές του.

Η κάμερά της κινείται διαρκώς κοντά στους ήρωες, κοντά σε γυναικεία και ανδρικά γυμνά κορμιά, πότε παίζοντας με το κλασικό μοτίβο του ανδρικού βλέμματος και πότε στεκόμενη με θαυμασμό και στοργή απέναντι στους γυμνούς εφήβους που βρίσκονται παραδομένοι στη ζέστη του ελληνικού καλοκαιριού και στο άγριο -είτε ερωτικό είτε φιλικό- παιχνίδι. Δυστυχώς, η σκηνοθετική μαεστρία και η ισοροπημένη της ματιά δεν έχουν απέναντί τους ένα ισάξιο σενάριο. Πρόκειται για μία ιστορία που ναι μεν έχει να πει αρκετά για τους ήρωές της, παραμένει, όμως, αποσπασματική απο την αρχή μέχρι το τέλος· χωρίς μια βέβαιη κορύφωση, αλλά με διακριτικά και καλοστημένα δραματικά ξεσπάσματα, τα οποία υπονομεύονται απο την ίδια τη σπασμωδικότητα και αποσπασματικότητα του σεναρίου που αδυνατεί να επικεντρωθεί με συνέπεια σε έναν χαρακτήρα και να ολοκληρώσει τη δραματουργική τους πορεία. Και είναι πραγματικά κρίμα, γιατί η ευαισθησία και η λεπτότητα με την οποία χειρίζεται τη δραματουργία η Εξάρχου φαίνεται να ταιριάζει γάντι με το θέμα της.

Το “Park”, μία παραβολή ενδεχομένως για μια χαμένη γενιά που μεγαλώνει μέσα σε οικονομικά, πολιτικά και πολιτισμικά ερείπια, διαθέτει μια αναμφίβολη καλλιτεχνική αξία, αποδεικνύοντας ότι αξίζει απόλυτα τη μέχρι τώρα σπουδαία φεστιβαλική διαδρομή του. Αν η Εξάρχου είχε ένα καλυτερα δουλεμένο σενάριο στα χέρια της, το αποτέλεσμα θα μπορούσε να μας κάνει να παραμιλάμε, αντί να χάνεται και να αυτο-υπονομεύεται σε μια επανάληψη των θεματικών που διαπραγματεύεται. Ωστόσο, αποτελεί μια δυνατή κινηματογραφική εμπειρία που απαιτεί την απαραίτητη υπομονή και επιμονή ώστε να ξεδιπλώσει τις κινηματογραφικές της αρετές. Θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ως μια χαμένη ευκαιρία, αλλά ας είμαστε αισιόδοξοι· το ξεκίνημα της Εξάρχου στις μεγάλου μήκους ταινίες είναι το λιγότερο ενθαρρυντικό.

1
Μοιράσου το