Scroll Top

Άλλαι Τέχναι

The Neon Demon, του Nicolas Winding Refn

feature_img__the-neon-demon-tou-nicolas-winding-refn
Η Τζέσι, μια πανέμορφη δεκαεξάχρονη με όνειρο να γίνει μοντέλο, φτάνει στο Λος Άντζελες με ελάχιστα χρήματα και μερικές καλλιτεχνικές φωτογραφίες στην τσέπη. Σύντομα, θα γνωρίσει την επιτυχία, αφού η αθώα εφηβική ομορφιά της θα κάνει τεράστια εντύπωση στους ανθρώπους της βιομηχανίας που θα τη φέρουν πολύ γρήγορα στην πρώτη γραμμή των πιο εξεζητημένων και σπουδαίων επιδείξεων. Ωστόσο, άμεσα θα συνειδητοποιήσει ότι πίσω απο τα φανταχτερά φλας των φωτογράφων και την επίπλαστη ομορφιά των μοντέλων, κρύβεται ένας σκοτεινός και επικίνδυνος κόσμος απο τον οποίο δεν μπορεί (ή μήπως δεν θέλει;) να ξεφύγει.

Μπορεί το “Only God Forgives” να ήταν μια τεράστια εισπρακτική και καλλιτεχνική αποτυχία, αλλά ο δημιουργός του αριστουργηματικού “Drive”, Nicolas Winding Refn, δεν φαίνεται να πτοήθηκε ιδιαίτερα, και επιλέγει και στην ταινία αυτή να κινηθεί σε γνώριμα αφηγηματικά και αισθητικά μονοπάτια. Το μεγαλύτερο μειονέκτημα του “Only God Forgives”, σύμφωνα με την άποψη πολλών κριτικών (που ας το παραδεχτούμε, έχουν μάλλον απόλυτο δίκιο), είναι ότι παίρνει υπερβολικά στα σοβαρά τον εαυτό του, μεταφράζοντας την αφόρητη κενότητα και αφέλειά του ως ύψιστο φιλοσοφικό στοχασμό, γεγονός που υπερασπίζεται με απίστευτη έπαρση. Ο σκηνοθέτης φαίνεται να έμαθε απο το λάθος του, και στο “Neon Demon” αποφασίζει να διασκεδάσει με τη φαινομενική κενότητα της ιστορίας του, με υψηλές δόσεις αυτοσαρκασμού, θέτοντας παράλληλα ως στόχο του να αφοσιωθεί στις εικόνες, στο κομμάτι δηλαδή που πραγματικά τον ενδιαφέρει: πανέμορφες, ακραία στυλιζαρισμένες, στοιχειωτικά βίαιες, βουτηγμένες στο neon και με μια διαστροφική ομορφιά (ή μια πανέμορφη διαστροφή) εικόνες. 

Και ποιος μπορεί να τον αδικήσει; Ο Refn στη φιλμογραφία του πάντα φλέρταρε με το δήθεν και την «εντυπωσιοθηρία», με αποτέλεσμα να παραδίδει, σχεδόν εμμονικά και κατ’ εξακολούθηση, ταινίες στις οποίες η βία προβάλλεται με εικόνες και κάδρα εντυπωσιακής ομορφιάς, χωρίς, όμως, ποτέ να φετιχοποποιείται ή να δικαιολογείται. Και η εμμονή του αυτή βρίσκει εδώ, ίσως, την πιο μεγαλειώδη έκφρασή της.

Αυτό μπορεί να συμβαίνει, γιατί ο Refn στο “Neon Demon” φαίνεται να κατανοεί καλύτερα απο ποτέ τις σινεφιλικές αναφορές του ή, ίσως, να αφέθηκε να κάνει κάτι πιο προσωπικό, να αποτυπώσει -σχεδόν ενστικτωδώς- στο celluloid τις κινηματογραφικές εμμονές του: Λιντσεϊκή ατμόσφαιρα ονειρικής αφήγησης, απόκοσμα μέρη και αλλόκοτες γυναικείες παρουσίες, θηλυκά με μαχαίρια ανα χείρας που παραπέμπουν σε ιταλικά giallo του μάστορα Dario Argento, και ένας περφεξιονισμός στο στήσιμο κάθε πλάνου που μόνο Κιούμπρικ θα μπορούσε να θυμίζει. Οι αναφορές και οι επιρροές του Δανού δημιουργού χορεύουν ένα αρρωστημένο, αιματοβαμμένο και σε κάθε περίπτωση πανέμορφο γαϊτανάκι, λουσμένο σε neon φωτισμόυς και πασπαλισμένο με άφθονο glitter. 

Στο επίκεντρο της ιστορίας του, βρίσκεται η Elle Fanning στη μακράν καλύτερη ερμηνεία της καριέρας της. Στην αρχή της ταινίας, το βλέμμα της είναι αθώο και εφηβικό όσο και η ίδια η ομορφιά της, αλλά μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα η ηθοποιός φτάνει στην απόλυτη μεταμόρφωση. Γίνεται ένα πλάσμα σχεδόν εξωπραγματικό, αιθέριο, που δεν θα μπορούσε να υπάρχει αλλού παρά μόνο σε αυτόν τον πυρετώδη σουρεαλιστικό εφιάλτη που στήνει ο Refn, μια παρθένα θεά της μόδας που είναι έτοιμη να κατακτήσει τον κόσμο, και το κακό είναι ότι το γνωρίζει. Απέναντί της, η πάντα πανέμορφη Jenna Malone, και μια πλειάδα cameos (Christina Hendricks, Keanu Reeves, o ταχύτατα ανερχόμενος Carl Gusman του περυσινού “Love” κ.α) ενσαρκώνουν τους χαρακτήρες που την περιτριγυρίζουν και τη θαυμάζουν. Ο καθένας θέλει και ένα κομμάτι της, ίσως, επειδή, θέλουν να συνδεθούν με ένα πλάσμα που δεν έχει ακόμα διαφθαρεί από τον κόσμο αυτό της εκθαμβωτικής και επικίνδυνης διαφθοράς, έναν κόσμο που μοιάζει ξένος στην Τζέσι, αλλά αργότερα συνειδητοποιεί ότι μπορεί να τον κάνει δικό της.

Όσον αφορά την ίδια την ιστορία, οι κατηγορίες περι κενότητας δείχνουν μια, μάλλον, επιφανειακή ανάλυση και θεώρηση της ιστορίας. Σίγουρα, οι συμβολισμοί της ταινίας, απο τη χαμένη αθωότητα της πρωταγωνίστριας, μέχρι τον, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ανθρωποφάγο χώρο της μόδας, φαντάζουν κάπως χοντροκομμένοι και απόλυτα προφανείς. Ωστόσο, υπάρχουν και οι πραγματικά αξιοσημείωτες στιγμές, όπως η πρώτη εμφάνιση της Τζέσι στην πασαρέλα· η διαβατήρια τελετή, η μεταμόρφωσή της σε ποθητή θεά του θεάματος, με κουκούλι τον προθάλαμο μιας επίδειξης μόδας, εκεί που η Τζέσι μαθαίνει όχι να αγαπάει, αλλά να λατρεύει με μανιακή εγωπάθεια τον εαυτό της. Μεταμορφώνεται, δηλαδή, στο άτομο που χρειάζεται, έτσι ώστε να επιβιώσει σε έναν αφιλόξενο μέχρι τότε για αυτήν κόσμο. 

Ίσως, πάλι, τίποτα από τα παραπάνω να μην ισχύει, και το “Neon Demon” να μην είναι άλλο από τη νεότερη απόδειξη της κενής ματαιοδοξίας ενός δημιουργού που σπάει πλάκα με την κριτική που του ασκείται. Ενός σκηνοθέτη που δημιουργεί ένα έργο, χρησιμοποιώντας τις τεχνικές εκείνες για τις οποίες δέχεται αρνητική κριτική, που παρουσιάζει μια ταινία που ενσωματώνει όλα εκείνα τα στοιχεία, τα οποία, σύμφωνα με τους κριτικούς, τον εμποδίζουν από το να εξελιχθεί σε έναν πραγματικά σπουδαίο δημιουργό και τον κατατάσουν στην κατηγορία των μεγάλων εικονοκλαστών που δεν έχουν τίποτε να πουν. Ωστόσο, και μόνο το γεγονός ότι κοινό και κριτικοί μπαίνουμε σε αυτήν την συζήτηση, και η ταινία δέχτηκε εξίσου αρνητικά σχόλια όσο και ζητοκραυγές θαυμασμού στην πρώτη της προβολή στις Κάννες, μαρτυράει το καλλιτεχνικό της ενδιαφέρον. Μπορεί ο Refn να είναι σπουδαίος καλλιτέχνης μπορεί και όχι, γεγονός παραμένει ότι το “Neon Demon”, όπως και οι προηγούμενες ταινίες του, είναι πραγματική ευλογία για τα μάτια· και καθώς πρόκειται για μια κινηματογραφικά ψυχεδελική εμπειρία, κάποιος που αγαπάει το σινεμά αξίζει να δει κάποιο έργο του έστω μία φορά, είτε είναι φαν του Δανού περφεξιονιστή είτε όχι.

Τhe Neon Demon, του Nicolas Winding Refn
Είδος: Τρόμου, Αγωνίας
Διάρκεια: 118'

1
Μοιράσου το