Σουπερόσαυρος, της Μέργεμ Ελ Μεγντάτι
«Είσαι η πιο σπουδαγμένη γενιά της ιστορίας, η πιο κακοπληρωμένη γενιά της ιστορίας, η πιο καφεϊνοεξαρτημένη γενιά της ιστορίας, η πιο ανασφαλής, καταθλιπτική και κομπλεξαρισμένη γενιά της ιστορίας».
Υπάρχει μία ηλικία στην οποία υποτίθεται ότι έχεις αρχίσει να «τακτοποιείς τη ζωή σου». Έχεις πάρει ένα (τουλάχιστον) πτυχίο, έχεις μία πρακτική ή μία πρώτη δουλειά, πληρώνεις τους λογαριασμούς σου στην ώρα τους και όλοι γύρω σου περιμένουν να δουν το περίφημό σου Πλάνο Ζωής.
Και ύστερα, σου χτυπάει την πόρτα η πραγματικότητα: κάνεις μία δουλειά που δεν αγαπάς, μετράς κάθε τελευταία δεκάρα, συναναστρέφεσαι ανθρώπους τους οποίους δεν καταλαβαίνεις, βγαίνεις ραντεβού με τύπους που εύχεσαι να μην είχες γνωρίσει ποτέ και προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου πως όλα αυτά αποτελούν ένα αναπόσπαστο μέρος της ενηλικίωσης.
Εκεί ακριβώς τοποθετεί η Ελ Μεγντάτι τον «Σουπερόσαυρο», ένα μυθιστόρημα που είναι ταυτόχρονα κωμικοτραγικό, ειρωνικό, κοινωνικό και… βαθύτατα κουρασμένο. Και αυτή η κούραση και το «ως εδώ και μη παρέκει» είναι τα πιο αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά του.
Η ηρωίδα, Μέργεμ, είναι μία εικοσιπεντάχρονη που ζει στα Κανάρια Νησιά. Η οικογένειά της μετανάστευσε εκεί από το Μαρόκο με την υπόσχεση μίας καλύτερης ζωής. Για τη Μέργεμ όμως, η υπόσχεση αυτή μένει ανεκπλήρωτη: είναι μία ακόμη λαμπρή γυναίκα με πτυχίο, η οποία προσγειώνεται απότομα σε μία πραγματικότητα που δεν θεωρεί αντάξιά της. Όλοι της οι κόποι, οι κόποι των γονιών της και οι προσωπικές της φιλοδοξίες δεν την οδηγούν παρά σε μία πρακτική άσκηση στη μεγάλη αλυσίδα σούπερ μάρκετ Σουπερόσαυρος.
Ούσα σε μία μεταβατική φάση της ζωής της, ξέρει πως δεν είναι πλέον φοιτήτρια, μα δεν αισθάνεται και ενήλικη. Κάπου χαμένη μεταξύ των δύο αυτών κόσμων, ξεκινάει την πρακτική της και έρχεται αντιμέτωπη με τον κόσμο της γραφειοκρατίας, των παράλογων συναδέλφων και της εργασιακής ανασφάλειας. Μοναδικό της όπλο σε αυτή την καθημερινότητα είναι ένα: η φαντασία της. Για να καταπολεμήσει την ανία, η Μέργεμ ξεκινά να γράφει ιστορίες fan-fiction με πρωταγωνιστές τους συναδέλφους της, μετατρέποντας τις αδιάφορες, δύσκαμπτες σχέσεις τους σε ιστορίες γεμάτες δράμα, ερωτικά μπερδέματα και παρεξηγήσεις.
Αναμφισβήτητα, η μεγαλύτερη γοητεία του «Σουπερόσαυρου» έγκειται στο ότι η Ελ Μεγντάτι ξέρει πως η καθημερινότητα μπορεί να είναι ταυτόχρονα τραγική και γελοία. Δεν χρειάζεται απαραίτητα κάποιο μεγάλο δράμα, ούτε κάποιο τραγικό συμβάν για να νιώσουμε πως η ζωή μας ξεφεύγει λιγάκι από τον έλεγχο: αρκεί μία δουλειά που δεν μας αρέσει, δυο–τρεις συνάδελφοι που δεν θέλουμε ούτε να βλέπουμε, μία άβολη κατάσταση, ένα κακό ραντεβού, ή η γενικότερη αίσθηση ότι είμαστε το χάμστερ που τρέχει άσκοπα στον τροχό.
Το απολαυστικό χιούμορ του βιβλίου γεννιέται ακριβώς από αυτή τη συνειδητοποίηση: η ηρωίδα παρατηρεί τον κόσμο με κυνισμό, (αυτό)σαρκασμό και αφοπλιστική ειλικρίνεια. Η Μέργεμ δεν είναι μία κλασική, συμπαθής πρωταγωνίστρια που κάνει σωστές επιλογές: είναι συχνά αντιφατική, εγωκεντρική και συνεχώς παγιδευμένη στις σκέψεις της. Και αυτό ακριβώς είναι που την κάνει τόσο αληθινή.
Παράλληλα, το βιβλίο έχει μία σημαντική διάσταση γύρω από την ταυτότητα: η Μέργεμ δεν είναι μόνο μία νεαρή γυναίκα που προσπαθεί να βρει τη θέση της στον κόσμο, αλλά είναι ένα άτομο με μία σύνθετη πολιτισμική καταγωγή, διαιρεμένη μονίμως μεταξύ Καναρίων και Μαρόκου. Η σχέση μεταξύ της πραγματικότητας που βιώνει και της κληρονομιάς της ενσωματώνεται στη ζωή της, στις σχέσεις της και στον τρόπο που βλέπει τον εαυτό της. Ταυτόχρονα, η επαναλαμβανόμενη λανθασμένη προφορά του ονόματός της από τους γύρω της, οι αμήχανες αναφορές στην καταγωγή της και η διαρκής ανάγκη να εξηγεί ή να διορθώνει, λειτουργούν σαν μικρές, συνεχείς υπενθυμίσεις ότι θεωρείται «διαφορετική».
Επιπλέον, ο «Σουπερόσαυρος» υιοθετεί μία πολύ σύγχρονη ματιά, όχι μόνο λόγω της χρήσης του fan-fiction ως αφηγηματικού εργαλείου, αλλά επειδή αντιμετωπίζει την καθημερινή ζωή σαν κάτι που μπορεί να μετατραπεί σε «περιεχόμενο»: οι άνθρωποι γύρω μας γίνονται χαρακτήρες-κομπάρσοι στο θεατρικό της ζωής μας, οι συνάδελφοι γίνονται memes, οι ερωτικές απογοητεύσεις γίνονται ιστορίες για γέλια και για κλάματα που διηγούμαστε στους φίλους μας.
Ένα ακόμη στοιχείο που αξίζει να τονιστεί σχετικά με τον «Σουπερόσαυρο» είναι αυτό που χαρακτηρίζεται ως “female rage” – η γυναικεία οργή, όχι απλώς ως μεμονωμένο ξέσπασμα, αλλά ως αντίδραση σε όλες εκείνες τις απαιτήσεις – μικρές και μεγάλες – που συσσωρεύονται στις γυναίκες μέχρι να γίνουν ένα αόρατο (αλλά υπαρκτό) βάρος. Στον «Σουπερόσαυρο» αυτό δεν εκδηλώνεται δραματικά με τη μορφή κάποιας μεγάλης προσωπικής επανάστασης, αλλά σε μικρές, καθημερινές δόσεις. Η Μέργεμ γκρινιάζει, φαντασιώνεται, γράφει, παρατηρεί και συχνά συμπεριφέρεται με τρόπους που δεν είναι ιδιαίτερα «κολακευτικοί» – είναι άβολη, αντιφατική και πολλές φορές μικροπρεπής, όπως ακριβώς και η ανθρώπινη οργή.
Μάλιστα, υπάρχει κάτι πολύ απελευθερωτικό στο γεγονός ότι η ηρωίδα δεν αισθάνεται υποχρεωμένη να είναι διαρκώς ευγενική, παραγωγική, ευγνώμων και συναισθηματικά ώριμη. Σε έναν κόσμο που συχνά ζητά από τις γυναίκες να διαχειρίζονται τα πάντα με ψυχραιμία, ο εκνευρισμός της Μέργεμ αποκτά τη δική του πολιτική διάσταση και είναι πέρα για πέρα απολαυστικός. Ταυτόχρονα, ο τρόπος που λειτουργεί το “female rage” ως μηχανισμός επιβίωσης και όχι ως λύση είναι αξιοσημείωτος.
Τελικά, ο «Σουπερόσαυρος» δεν αποτελεί μία αμιγή ιστορία ενηλικίωσης, αλλά μάλλον μία ιστορία για την αμηχανία που τη συνοδεύει. Για τη δουλειά που υποτίθεται ότι είναι ευκαιρία, αλλά σε κάνει να κλαις μέσα στο γεμάτο λεωφορείο. Για τις ανθρώπινες σχέσεις που μοιάζουν σαν να είναι βγαλμένες από επεισόδιο κωμικής σειράς. Για την οικογένεια, την καταγωγή, την ανάγκη να ανήκεις κάπου και συνάμα πουθενά. Και το πιο σημαντικό, για την ανάγκη να γελάσεις και να αυτοσαρκαστείς με όλα αυτά, επειδή διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος να αρχίσεις να ουρλιάζεις.
Η Ελ Μεγντάτι γράφει με αστείρευτη νεανική ενέργεια και άφθονο χιούμορ. Δεν υπόσχεται ότι θα μας δείξει πώς να φτιάξουμε τη ζωή μας, αλλά κάνει κάτι πολύ πιο χρήσιμο: μας υπενθυμίζει ότι δεν είμαστε οι μόνοι που δεν την έχουμε φτιάξει ακόμη. Και αν αυτό δεν είναι αρκετό για να επιβιώσεις από ακόμη μία Δευτέρα στο γραφείο ή στο σούπερ μάρκετ, είναι έστω μία καλή αρχή.

Σουπερόσαυρος, της Μέργεμ Ελ Μεγντάτι
Μετάφραση: Ιφιγένεια Ντούμη
Εκδόσεις Carnívora
σελ. 384

