Απόσπασμα από το διήγημα του Jorge Luis Borges, “Tlön, Uqbar, Orbis Tertius”, σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη.
Λόγος + Τέχνη
Η «νέα γυναίκα» και η ανατομία της καρδιάς από τον Guy de Maupassant.
Όπως το ερωτευμένο αίμα βάφει κατακόκκινα τα εντελβάις, έτσι και οι πολύτιμες κατακόκκινες πέτρες θα ασκούν μια μυστηριώδη δύναμη σε όποιον τις αγγίζει, κι έτσι θα ξεκινήσει μια παράνοια χωρίς τέλος και αρχή.
Άραγε, πώς θα ένιωθες αν περνούσες μια βραδιά με τον Edgar Allan Poe; Αν περνούσες μια βραδιά με τον άνθρωπο που έζησε «μια ολόκληρη ζωή, σαν ονείρου αναλαμπή»;
Το «Όταν θα δεις τη θάλασσα» είναι μία αριστουργηματική τοιχογραφία εποχής, με κεντρικό πυρήνα τον άνθρωπο και τις επιλογές του. Επιλογές απαλλαγμένες από καθωσπρεπισμό και στεγανοποιημένα πρότυπα, τα οποία απαγορεύουν την ελεύθερη έκφραση της προσωπικής βούλησης, ιδιαίτερα των γυναικών, που –ακόμη και στα τέλη του 19ου αιώνα, όπου τοποθετείται χρονικά το μυθιστόρημα– αντιμετωπίζονταν ως άβουλα πλάσματα, έρμαια των ιδεολογικών αντιλήψεων των αντρών. Ακόμη και τότε θεωρούταν ανορθόδοξο να έχει μια γυναίκα ρομαντικές ευαισθησίες και όνειρα, να καλλιεργεί τα χαρίσματά της, να εμπνέεται, να εκδηλώνεται πέρα από το επιτρεπτό και κοινωνικά αποδεκτό.
Μια ιστορία (για την) στην Πετρούπολη
Στα άδυτα των φημισμένων χαμάμ της Ανατολής, ενσαρκώνεται ένας έρωτας παραμυθένιος. Ο εξαγνισμός του σώματος μέσα στα ατμόλουτρα θα δοκιμάσει την ψυχή της όμορφης αρχοντοπούλας με το όνομα Γέρση. Το πανέμορφο 16χρονο τότε κορίτσι θα πληρώσει το τίμημα της σκανδαλιάς της, δοκιμάζοντας μία φιλία χρόνων, που έχει σφραγιστεί με το ίδιο αίμα. Ένα παραμύθι εκτυλίσσεται, παίρνοντας λίγο από την αίγλη των παραμυθιών της Χαλιμάς. Έρωτας και ιστορία γίνονται ένα κουβάρι, όπου δεσπόζει ένα πολύβουο μελίσσι διαφορετικών φυλών∙ ένα κουβάρι από μυστικά, λουλουδένια χρώματα, μεθυστικές μυρωδιές, αρμύρα, αλλά και μαχαίρι, σφαγή, θάνατος.
Ένα σπίτι φτιαγμένο από λάσπη, κοπριά, άχυρο, τρίχες, γάλα και αίμα. Ένα σπίτι που κρύβει μέσα του πόνο και τρομερά μυστικά. Κι ένα μικρό «θαύμα», που κινδυνεύει να χαθεί εξαιτίας της άγνοιας, της αδιαφορίας, της προκατάληψης και της δεισιδαιμονίας.
Είναι το βιβλίο της Shirley Jackson «Ζούσαμε πάντα σε ένα κάστρο» ένα κλασικό δείγμα γοτθικής λογοτεχνίας; Μέσα στην ιστορία του δεν υπάρχουν στοιχειωμένοι πύργοι ή κάστρα (παρά τον τίτλο που ίσως παραπέμπει σε μεσαιωνικό αφήγημα), υπάρχει όμως ένα μεγάλο αρχοντικό σπίτι που το έχει θερίσει το θανατικό και, σίγουρα, στις σκοτεινές γωνιές του παραμονεύουν τα φαντάσματα των αδικοχαμένων μελών μιας ολόκληρης οικογένειας. Μπορεί να μην εμφανίζονται ούτε να μιλάνε με κανέναν, αλλά –καθώς η πλοκή προχωρά– ο αναγνώστης νιώθει την παρουσία τους και το ερώτημα που μοιράζονται με τους ζωντανούς: ποιος ήταν αυτός που τους καταδίκασε να «περάσουν» στον άλλο κόσμο;

