Μπορεί η φετινή διοργάνωση να εγκαινίασε τις εκδηλώσεις της το βράδυ της 1ης του Νοέμβρη με την προβολή της ταινίας «Κλέφτες Καταστημάτων» στους επισήμους, ωστόσο η πρώτη ταινία που προλόγισε μπροστά στο ευρύ κοινό ο καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ Ορέστης Ανδρεαδάκης ήταν το ονειρικό «Στο Νεφέλωμα του Νεκρού Αλόγου» του Τούρκου φέρελπι Tarik Aktas. Από το τμήμα Another Take των Ανοιχτών Οριζόντων λοιπόν, που συγκεντρώνει τα γονιμότερα υλικά του σύγχρονου παγκόσμιου κινηματογράφου, με το βραβείο του «Καλύτερου Ανερχόμενου Σκηνοθέτη» από το Φεστιβάλ του Locarno και με αυτόν τον πραγματικά εφευρετικό κι άκρως διεγερτικό τίτλο, γέμισε το απόγευμα της προηγούμενης Παρασκευής η αίθουσα Frida Liappa, και με το σκηνοθέτη να δίνει το παρόν στην προβολή βρεθήκαμε όλοι μπροστά σε μια πολύ ενδιαφέρουσα και πρωτοποριακή εν πολλοίς ταινία.
Ταινιοθήκη
Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης σβήνει φέτος τα 59 κεράκια στην τούρτα και φέρνει στο ανέβασμα της αυλαίας μια ταινία-σύμβολο του σύγχρονου παγκόσμιου κινηματογράφου. Γιορτάζοντας το αληθινό και διεισδυτικό σινεμά κι επενδύοντας για μια ακόμα στους στέρεους κοινωνικούς δεσμούς κι όχι στη ρηχότητα του καθημερινού, το ΦΚΘ φέρνει στην έναρξη τον μεγάλο νικητή του Χρυσού Φοίνικα στο πρόσφατο Φεστιβάλ των Καννών, τον Ιάπωνα κινηματογραφιστή Hirokazu Kore-eda και το αριστουργηματικό του έργο “Shoplifters”.
Άραγε πόσο δυνατό είναι μια πολιτική κατάσταση να βρει αντίκρισμα στις ανθρώπινες σχέσεις; Πόσο δυνατό είναι μια ερωτική σχέση να βρει την αναλογία της στην ψυχροπολεμική πραγματικότητα, την οποία βιώνει ο μεταπολεμικός κόσμος; Και ύστερα ποια θα είναι η ποιότητα αυτής της σχέσης; Πώς θα μπορέσει να τοποθετηθεί απέναντι στο χρόνο και στις αλλαγές που τον συνοδεύουν; Ο Pawel Pawlikowski στη νέα ταινία του “Zimna wojna” (Cold War/Ψυχρός Πόλεμος), δημιουργεί την παραπάνω ερωτική σχέση με τους δικούς του σκηνοθετικούς κανόνες και με την εμπλοκή αντικρουόμενων πολιτισμικών και πολιτικών στοιχείων.
Ήταν Οκτώβρης του 1978, όταν ο Michael Myers έκανε την πρώτη του εμφάνιση στις αμερικάνικες κινηματογραφικές οθόνες, στιγματίζοντας το κοινό και διεκδικώντας επάξια τη θέση του στο πάνθεον των σημαντικότερων κινηματογραφικών «Τεράτων».
Σεναριακά προσχηματικό σε ακραίο σημείο, το "Mandy", από τα πρώτα του κιόλας λεπτά, καθιστά σαφές ότι δεν θα ασχοληθεί με τα απομεινάρια της ορθολογιστικής παράδοσης που ακόμα μαστίζουν την κινηματογραφική δραματουργία. Δηλαδή με τη σκιαγράφηση μιας –λιγότερο ή περισσότερο πειστικής- «ιστορίας». Για το μεταμοντέρνο σινεμά του Κοσμάτου, η υπερρεαλιστική επανάσταση έχει πετύχει.
Ιδού μια πολύ ωραία συνταγή για εμπορική και οσκαρική επιτυχία: Ένα all-american και ταυτόχρονα διεθνές ως προς τον αντίκτυπό του ιστορικό θέμα, όπως το πρώτο βήμα του ανθρώπου στο φεγγάρι (που, περιέργως, δεν είχε ως τώρα ιδιαίτερη κινηματογραφική προσοχή). Μια γενική αναζωπύρωση της συζήτησης στη Δύση για τα του διαστήματος: Τα σχέδια αποίκισης του Άρη, οι κρουαζιέρες στο διάστημα, οι δυνάμει «φιλόξενοι» πλανήτες και την ίδια στιγμή η διακριτική αλλά υπαρκτή επέλαση του ανορθολογισμού και της συνωμοσιολογίας, ο Trump, τα doomsday σενάρια για την κλιματική αλλαγή.
Μ’ ένα καλοδουλεμένο και μεστό ψυχολογικό θρίλερ κοινωνικών προεκτάσεων μας συστήνεται o αγγλοτραφής σκηνοθέτης Michael Pearce, θέτοντας ψηλά τον πήχη των προσωπικών του φιλοδοξιών και ανεβαίνοντας την εβδομάδα αυτή στις κορυφές των κινηματογραφικών ενδιαφερόντων. Το Beast είναι μια ταινία πρωτόλεια και εν πολλοίς αδύναμη νοηματικά, μα ταυτόχρονα γοητευτική κι ελκυστική για τη διεισδυτικότητά της.
Με το "The Third Murder" (Το Τρίτο Έγκλημα) που προβλήθηκε στην περσινή Μόστρα της Βενετίας, ο φετινός θριαμβευτής (με το "Shoplifters") των Καννών αποπειράται μια μετάθεση ύφους από τον Όζου (του οποίου θεωρείται πανάξιος διάδοχος) στον Kurosawa, λιγότερο αποφασιστική εν τούτοις με βάση τις (προφανείς) απαιτήσεις ενός θέματος που τον κάνει να μοιάζει (ελαφρώς) έξω απ’ τα νερά του. Η ουμανιστική θέρμη των προηγούμενων έργων του παραχωρεί τη θέση της σε ένα ψυχρό, πολυεπίπεδο δικαστικό (αν και εντός αιθούσης συμβαίνουν ελάχιστα) θρίλερ νουάρ αποχρώσεων, το οποίο – μέσα από μεθοδευμένες εκπλήξεις και ανατροπές (ο σκηνοθέτης δίνει την αίσθηση ότι κολακεύεται που τις επιλέγει) – επιχειρεί να αποδομήσει το σύστημα απονομής δικαιοσύνης.
Ένα πάρτυ. Ένα εγκαταλελειμμένο σχολείο στη μέση του πουθενά. Μια ομάδα χορευτών. Μια ποτισμένη με LSD σανγκρία. Μια φωτιά. Ένα μαχαίρι. Ένας διάδρομος. Μια σημαία. Μια εφιαλτική νύχτα, που ξεκινά από μια απλή χορευτική πρόβα και καταλήγει σε μια κατάβαση στην κόλαση. Μια συλλογική παράνοια και μια προσωπική αναμέτρηση των παρευρισκομένων με τους βαθύτερους και πιο επικίνδυνους δαίμονές τους.
«Για πολλά χρόνια έκανα ταινίες για καλές γυναίκες, τώρα έκανα μία για ένα σατανικό άνδρα». Αυτή ήταν μία από τις δηλώσεις του Lars von Trier, όταν κλήθηκε να σχολιάσει την τελευταία του ταινία. Κι η επόμενη σκέψη είναι σχεδόν προφανής, αντανακλαστική κι αναπόφευκτη. Ο ανδρικός ήρωας στο "The House that Jack Built" είναι μια αντανάκλαση ειδώλου στον καθρέφτη. Ο αποκτηνωμένος loner, με τις μεγαλομανείς εμμονές και τις εκρήξεις σαδισμού.

