Και όλα τα κακά σκορπά…, της Τζένης Μαστοράκη
Να επιστρέφεις με τον άγγελο: Σημείωμα για το βιβλίο της Τζένης Μαστοράκη «Και όλα τα κακά σκορπά…» των εκδόσεων Άγρα.
Κρατώ μια σκηνή από τις αγγελικές σκηνογραφίες που συνθέτουν ένα βιβλίο δώρο των ημερών. Υπεύθυνη για αυτό η Τζένη Μαστοράκη που ‘χει αποδημήσει από το 2024 μα βρήκε τον τρόπο να επανέλθει δριμύτερη και καινούρια, για να αφήσει το ίχνος της στην επίκαιρη βιβλιογραφία. “Και όλα τα κακά σκορπά, από τις εκδόσεις Άγρα. “Τι σκέφτομαι και τι φοβάμαι πριν να κοιμηθώ, αφού κανένας δεν σταυρώνει το μαξιλάρι μου”, γράφει ο υπότιτλος στη χαρτόδετη έκδοση των καλών, αθηναϊκών εκδόσεων. Το επίμετρο του Διονύση Καψάλη – περισσότερο μια γλαφυρή αφήγηση για τον τρόπο που είχε η Μαστοράκη να πλάθει ιστορίες, να αναζητά και τελικά να βρίσκει την ποίηση, εδώ και εκεί, μες στον απαράμιλλο αιώνα – προσδίδει μια προστιθέμενη αξία σε αυτό το μικρό βιβλίο που είναι γεμάτο από αγγέλους και κάτι από το φόβο του ανθρώπου.
“Όλοι στον ύπνο κινδυνεύουν. Ταξιδιώτες. Σε απαγορευμένες αποστάσεις. Έχω ακουστά για αυτούς που χάθηκαν για πάντα. Οι άλλοι, οι πιο πολλοί επιστρέφουν. Κανένας τους δεν είναι πια ο ίδιος”, γράφει στις πρώτες σελίδες αυτού του εγχειριδίου μεταφυσικής και μεμιάς, αντιλαμβάνεται κανείς πως τούτο το λεπτό βιβλίο γεννιέται και πεθαίνει μες στα όρια του ονείρου μας, του πιο σκοτεινού μας εφιάλτη. Κάθε σελίδα του τη γράφει ο ονειρευτής, ένα πρόσωπο πότε με όψη αγγελική και άλλοτε ακαθόριστη. Είναι αυτός που σκίζει το πέπλο του ύπνου και έχοντας τη βαθιά συνείδηση του, ένα προς ένα αποκαλύπτει τα ονόματα των αγγέλων, κάνει θρύψαλα τις σφραγίδες και μεταμορφώνεται σε σεληναγωγό. Κάθε λέξη γραμμένη με το κάρβουνο “που καίει τις άκριες των χειλιών”, κάθε άγγελος με το βάρος της ύπαρξής του, κάθε πόνος με ένα δίδαγμα, κάτι να μένει στο τέλος. Λέξεις γραμμένες για κορίτσια που λείπουν τόσα χρόνια από τον εαυτό τους, επειδή, λέει αγάπησαν αγγέλους. Και αυτοί τα πήραν μακριά, για να τα αποκαλύψει όλα το βιβλίο της Τζένης Μαστοράκη που επαληθεύει ένα είδος συνάφειας ανάμεσα σε τούτη τη ζωή με κάθε της αληθοφάνεια και εκείνη την άλλη που κινείται έξω και πέρα από το χρόνο.
Η συγγραφέας μιλά για τέχνες ουράνιες, την ίδια στιγμή που αυτός εδώ ο κόσμος πνίγει το τραγούδι του μες στο αίμα. Μες στα χρόνια της σκληρής λογικής αποτίμησης, έρχονται οι ποιητές για να μας δείξουν έναν άλλο δρόμο, έναν άλλο συλλογισμό που γυρεύει να φανερώσει την αθανασία των πραγμάτων περισσότερο και λιγότερο τη συνάφεια που δένει το πνεύμα με το κραταιό βάθος που κουβαλούμε εντός μας. Η Τζένη Μαστοράκη δίνει στον φόβο την όψη που ζητάει και με τη θαυμαστή λεπτότητα των λέξεων της μεταπηδά από την πίστη στην ποίηση και από εκεί μες στην προσωπική αναζήτηση των αιτίων και των αιτιατών που συνθέτουν τα αναρίθμητα επίπεδα αυτού του κόσμου. Η ίδια η συγγραφέας σε κάποια παλιότερη τοποθέτησή της, αναγνωρίζει την αθανασία της αφήγησης, τη μνήμη και το αίσθημα που φαίνεται πως γράψανε κάθε μία από τις αράδες αυτού του θαυμάσιου βιβλίου.
Την φαντάζομαι, σκιά πια του εαυτού της, να ακούει τις φωνές εντός της και έτσι να μαθαίνει τα ονόματα των αγγέλων. Διδάσκεται διαρκώς τις αποχρώσεις του φοβερού. Του φόβου που μοιάζει με τέχνη ουράνια, κρυμμένη πολύ απάνω από τα σύννεφα, μες στα βάθη της καρδιάς του αποστάτη που κρύβουμε εντός μας. Αυτού του χαρακτήρα που παλεύει και μοχθεί και συλλογίζεται τα αβαθή και κάποτε συντρίβεται μες στις τρομερές προστακτικές της πίστης, των Γραφών. Η Μαστοράκη μεσιτεύει υπέρ ημών σε τούτο το παιχνίδι του φόβου και της αποδοχής, σε αυτό το αγώνισμα του φοβερού και του τερατώδους που στέκει πέρα από τα ανθρώπινα. Τι και αν ο χρόνος ξέρει να αλλάζει τα ονόματα των πραγμάτων, για το φόβο των ανθρώπων δεν μπορεί τίποτε να κάνει. Μονάχοι τους κυλάνε μες στους ύπνους, μονάχοι τους παλεύουν μια κάποια ώρα με τον άγγελο που τους συντρέχει.
Στο βιβλίο της Μαστοράκη χωρούν όλα όσα παραμένουν κρυμμένα από τα μάτια μας. Αυτά ανακτούν και πάλι τη ζωή που δεν γνώρισαν ποτέ και αυτά είναι που μιλούν για πράγματα που μας κρατούν αμήχανους και απροετοίμαστους, εμάς, τους ανθρώπους του καινούριου αιώνα που βάλθηκαν όλα να τα εξηγήσουν και έτσι χάσανε τις καρδιές τους. Εκεί μέσα κατοικούν οι άγγελοι, εκεί και οι Γραφές και οι μαρτυρίες μας, δίχως τίποτε που να θυμίζει τις αδρές, παιδικές μορφές που στηρίζουν στον αγκώνα όλη τους τη μελαγχολία. Οι άγγελοι που υπερασπίζονται τη ζωή, έχουν μορφή πολεμική, μοιάζουν με τα Χερουβίμ “που έχουν κεφαλή μόνη και δύο πτέρυγας… Κυριότητες, δυνάμεις, εξουσίαι”, γράφει η Μαστοράκη και αποτραβιέται από τη μάχη με το ανείπωτο και το ανεξήγητο, κρατώντας μια ζωγραφιά που να μπορεί να παλέψει τούτη την απόγνωση. Ένας κόσμος που αντλεί από μια άλλη πηγή, πέρα από το πραγματικό, βρίσκει στη γραφή της Μαστοράκη, το λείο εκείνο έδαφος που χρειάζεται η τέχνη για να υπερασπιστεί και να δικαιώσει το δέος της ομορφιάς, τη χάρη εκείνου που παραμένει αθέατο. Κάτι ανομολόγητο λάμπει στο στερέωμα, κάτι τόσο μικρό που ‘ρχεται να δώσει μια άλλη σημασία στα πράγματα. Άγγελοι που ζούσανε σε κάστρα φανταστικά ξυπνούν μες στις σελίδες των εκδόσεων Άγρας. Σαν έρχονται να ιδούν τι άλλαξε στον κόσμο των ανθρώπων, μας κοιτάζουν ανάμεσα από τα απομεινάρια να παίζουμε και να φοβόμαστε ίσκιους και ανθρώπους.
Κρατώ εκείνο που περιλαμβάνει στο σημείωμα του τέλους ο Διονύσης Καψάλης. “Και όπου κατέχει τέχνη ιερή, γλιτώνεται, αυτός που τέλεια νεκρός, θα ταξιδεύει τη νύχτα σκίζοντας με παραμύθια ξαφνικά”. Με τη γραφή ξορκίζουμε τον κίνδυνο που καραδοκεί στα ακρόπρωρα του πραγματικού και σμίγουμε ξανά με τους αγγέλους και το θαύμα. Ο φόβος, λέει ταπεινώνεται και όλα βαθιά βιώνονται με μια ιδέα μαρτυρικής επίγνωσης. Μοναδική ευτυχία τούτη η μεραρχία του ανείπωτου, μια τάξη απαραβίαστη , γεμάτη αναλογίες και στοιχεία εσωτερικά. Μια φαντασία που δεν στέκει δεσπότης του νου μα στοιχείο αταίριαστο στη συνήθεια της απλής ζωής. Μια δύναμη μεταμορφωτική, ικανή να γεννήσει φράσεις όπως “μάτια που μοιάζανε με ματωμένους νάρκισους” ανατρέποντας κάθε τάξη. Αυτήν υπερασπίζονται οι ποιητές που αγαπούμε και εκείνοι πάλι που λοιδωρούμε σε πρώτο πλάνο μιας ζωής υπό παρακολούθηση.
Στο νου μου έρχεται μια σκηνή, έτσι όπως τη διέσωσε ο Μπόρχες. Ένας μικρός κήπος και εκεί καθισμένοι στις σεζλόνγκ οι άγιοι, σαν συγγενείς που λείπουν τόσα χρόνια τώρα και έρχονται τώρα, με τις καρεκλίτσες τους για να λιαστούν. Στον ίσκιο της καρδιάς μιας σημαντικής δημιουργού, μιας ποιήτριας που ήξερε να εμποτίζει τον ρυθμό μες στα πεζά της, μεταφράζοντας μοναδικά τα ανείπωτα, όπως το μουρμουρητό της πηγής και τους διάττοντες που συντρίβονται απάνω στις ζωές μας, υποκαθιστώντας όλα τα λόγια που σου ‘χω πει. Φωνή θυέλλης φωτίζει ένα σύμπαν μυστικό και ανεξιχνίαστο.
Επιστρέφω στον Δ. Καψάλη και το επίμετρό του. Ανοιχτόκαρδη, με συναίσθηση του βάθους του ποιητικού φαινομένου, η Τζένη Μαστοράκη, μια από τις μεγαλύτερες δημιουργούς του προηγούμενου αιώνα αναδεικνύει μέσα από το αγγελικό κιαροσκούρο τις μορφές ενός άλλου κόσμου. Άγγελοι και άνθρωποι, εξομοιώνονται απάνω στη χρυσή τομή του θανάτου και ιδού πώς γεννιέται η καθαρή αίσθηση που κερδίζει μια θέση μες στο χρόνο, που γίνεται υψηλό ιδανικό για να προβληθεί σε ένα άλλο επίπεδο, πέραν του θανάτου.
“Και όλα τα κακά σκορπά…” της Τζένης Μαστοράκη, από τις εκδόσεις Άγρα με επίμετρο του Διονύση Καψάλη. Εκεί είναι που γράφει ο καταξιωμένος κριτικός, πως η συγγραφέας θα πει τις ιστορίες της “με το πείσμα του αγγελιοφόρου, κοιτάζοντας μέσα της βαθιά όσο και πέρα μακριά”. Η Τζένη Μαστοράκη βρήκε τον τρόπο σε δύσκολους καιρούς να κάνει κάτι για τη χειμαζόμενη τη φαντασία μας. Και το κατάφερε, με την αίσθηση και με το βαθύ εκείνο κοίταγμα που δεν σημαίνει τίποτε λιγότερο από το θαύμα της αποκάλυψης του αοράτου.
Και όλα τα κακά σκορπά…
Τι σκέφτομαι και τι φοβάμαι
πριν να κοιμηθώ,
αφού κανένας δε σταυρώνει πια
το μαξιλάρι μου

Και όλα τα κακά σκορπά…, της Τζένης Μαστοράκη
Επίμετρο: Διονύση Καψάλη
Εκδόσεις Άγρα
σελ. 46

