Αναχωρήσεις, του Τζούλιαν Μπαρνς
Αυτοβιογραφική Μνήμη : Σημείωμα για το νέο και τελευταίο βιβλίο του Τζούλιαν Μπαρνς «Αναχωρήσεις» σε μετάφραση της Κατερίνας Σχινά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
“Αναχωρήσεις” τιτλοφορείται το κύκνειο άσμα του Τζούλιαν Μπαρνς. Το βιβλίο που συγκρατεί τη φιγούρα του δημιουργού καθώς ξεμακραίνει μες στην ερημιά του χρόνου στο εξώφυλλο που επιμελείται ο Ρουί Ροντρίγκεζ, συνιστά ήδη ένα εκδοτικό γεγονός. Ένα από εκείνα τα βιβλία που δίχως να τα προσμένουμε, ολότελα ανυποψίαστα, σηματοδοτούν κάτι πολύ περισσότερο από μια ιστορία. Στις εκδόσεις Μεταίχμιο, εκεί που βρήκαν στέγη μερικές από τις σημαντικότερες μεταφράσεις του Βρετανού συγγραφέα, ήξεραν καλά πως αυτό το βιβλίο δοκιμή πάνω στο ζήτημα του χρόνου και της μνήμης περιείχε μια ακέραια σημασία. Ή καλύτερα, το απόσταγμα της ζωής ενός ανθρώπου που απεκδύεται κάθε άλλη ιδιότητα, αφήνοντας τον εαυτό του να γυρέψει την απάντηση στο αίνιγμα του χρόνου. Στιγμές μεγάλες και άλλες μικρότερες μιας ζωής ταυτισμένης με τη λογοτεχνία, βρίσκουν τον τρόπο να ειπωθούν. Χρειάζονται μονάχα εκείνες τις λιγοστές, τις διαλεχτές λέξεις που ο Μπαρνς κρατά για περιουσία του. Βασίζεται ακέραια στη ζωή με τις χίλιες και μία εκδοχές της, τη ζωή με τους απαραβίαστους νόμους της. Ανάμεσά τους ο χρόνος και εκείνο που δεν μπορούμε πια να ξεχάσουμε. Και όμως όλα είναι η σκουριά του δικού μας Γιάννη Βαρβέρη και θα πρέπει κανείς με όλο το ταλέντο και τη σοφία του καιρού που του αναλογεί, να ξύσει το πρώτο εκείνο στρώμα. Αυτό που κρύβει την αιώνια φύση των πραγμάτων, το στρώμα που κρατά φυλαγμένο μες σε σορούς μνήμης όλη σου την ύπαρξη. Ένας καθρέφτης και εκεί μέσα να φέγγουν οι Άγιοι Τόποι της ζωής μας, οι πατρίδες που αγαπήσαμε βαθιά, ό,τι χρειάστηκε κάτι από εμάς για να κρατηθεί. Ο Ματίας Μοράρ γράφει κάπου πως η φύση δεν αρκεί. Εκείνο που απαιτείται είναι ένα ειδικό χάρισμα ώστε να ανασύρεις από τη ζωή την μαρτυρία της αλήθειας, την αίσθηση της ομορφιάς. Τη συνείδηση του χρόνου που για να την νιώσει κανείς χρειάζεται να λησμονήσει ολάκερη τη βιογραφία του. Ίσως σε μια γωνιά, εκεί που λαμβάνει χώρα η αρμολόγηση των στιγμών που συνθέτουν τη ζωή σου να βρεις εκείνα που αψηφούν το χρόνο. Όσα λησμόνησες και πάνε, τούτη την ώρα που νιώθεις πως είμαστε όλοι γραμμένοι του θανάτου. Ο Παπαγιώργης που ‘χε τον τρόπο του να μιλά για τέτοια πράγματα, είπε πως έτσι είναι για το “ραβένι και τα φύλλα της μηλιάς, για τ’αηδόνι και την Ατλαντίδα. Για το χαμένο άστρο του Αλδεβαράν”. Η μνήμη του Μπαρνς που μεταφράζει έξοχα η Κατερίνα Σχινά, προσδίδοντας στην έκδοση του Μεταιχμίου μια προστιθέμενη αξία εμπειρίας, πλανιέται εδώ και εκεί, μια ζεστή επαλήθευση. Ξέφτια και μπαλώματα του νου, τώρα φωτίζονται ώσπου να ξεσηκωθούν αρώματα και αισθήσεις κάτω από την τρεμάμενη λάμπα του πλοιάρχου στο ακυβέρνητο σκαρί του μες σε απέραντο πέλαγο χρόνου.
Το σύντομο βιογραφικό του συγγραφέα στον μέσα κόσμο του βιβλίου λέει πολύ λιγότερα από όσα σημαίνει ο Μπαρνς σήμερα για τους λάτρεις της λογοτεχνίας. Γεννήθηκε το 1946 στην Βρετανία. Σπούδασε Νομικά και Γαλλική Φιλολογία στην Οξφόρδη. Ήταν τρεις φορές υποψήφιος για το βραβείο Μπούκερ. Θα το κατακτήσει το 2011 για το μυθιστόρημά του “Ένα κάποιο τέλος”, εκπληρώνοντας ένα είδος δικαιοσύνης που επιβάλλει μονάχη της η τέχνη όταν η πρώτη της ύλη δεν είναι άλλη από το αυθεντικό και το ευφυές.
“Υποθέτω ότι η μνήμη μου αναπληρώνει ό,τι έχω ξεχάσει, ώστε να φαίνεται σαν να συμβαίνει ανεξάρτητα, ενώ στην πραγματικότητα εγώ το προκαλώ. Όταν κάποιος βρίσκεται σε μια ορισμένη ευνοϊκή διάθεση, οι αναμνήσεις – όσα έχει λησμονήσει κανείς – αναδύονται στην επιφάνεια”, γράφει ο δημιουργός. Και ευθύς σαν να εξομολογείται εκείνη τη στερνή κατάπληξη του χρόνου που αθροίζεται σε πράγματα και απουσίες. Την έκπληξη του χρόνου που διάβηκε μέσα από τις ζωές μας, το σάστισμα καθώς πέφτει απάνω στο φτερό του ανθρώπου με τη δύναμη του κεραυνού.
Να με τι υλικά είναι καμωμένο αυτό το ύστατο χαίρε του Τζούλιαν Μπαρνς. Κάτω από τον λυχνοστάτη του χρόνου, κάθεται και γράφει για όσα δεν γνωρίζει. Μονάχα περιφραστικά, με απουσίες μονάχα μπορεί να μετρήσει την έκταση της θάλασσας που είπαμε μνήμη. Η φωνή του, σαν την φωνή κάποιου ποιητή που συμμερίζεται τον κλονισμό αυτού του κόσμου, την φύση του την τρεμάμενη, η φωνή του το μεγάλο γεφύρι της ζωής του. Από την σκηνογραφία του Λειβαδίτη περνά ο Μπαρνς και ξοπίσω του τα μεγάλα ερωτήματα, οι επώδυνες μνήμες μα και η λήθη. Αυτή η τελευταία που είναι ο πιο βέβαιος θάνατος των πραγμάτων.
Ο Μπαρνς ίσως να μην το μάθει ποτέ, μα για απόψε μου μοιάζει με τον Καβάφη, σαν βάζει μες στο κιβώτιο τα παλιά του “Ενδύματα”. Ρούχα σε τάξη, βαλμένα με κριτήρια χρωματικά, πόσο πολύ που τον πονούν όταν ανοίγει εκείνο το έπιπλο της μνήμης, ακούγοντας από την αρχή τις φωνές, δοκιμάζοντας ξανά την παλιά εκείνη αίσθηση που χάθηκε για πάντα. Η ζωή του, σαν κάθε άλλη, διόλου τελειωμένη. “Τα έπιπλα σκορπισμένα άτακτα μες στις αίθουσες”, γράφει ο Αλεξανδρινός με έναν κόμπο στον λαιμό που κάποτε θα λύσει η ποίηση. “Όλο το κρασί πιωμένο. Όλοι οι καλεσμένοι φευγάτοι. Μερικοί κουρασμένοι θα κάθονται ολομόναχοι”, γράφει σε τούτο το ποίημα ο Καβάφης.
Είναι “Ποιήματα φυλαγμένα στο συρτάρι” μα λένε την αλήθεια για τα σημάδια που αφήνει ο χρόνος. Σαν άγγελος αιφνιδιασμένος ο Βρετανός συγγραφέας που “Αναχωρεί” εκδοτικά, σηματοδοτώντας ένα καίριο λογοτεχνικό γεγονός για τούτη την χρονιά, σαστίζει εμπρός σε εκείνα που αθροίζονται στο νου του. Άλλοτε πάλι, μου μοιάζει με εκείνους που όλα τα είδαν και τώρα αναλογίζονται εκείνη την παλιά ευτυχία. Την μνήμη του την λένε “Ρεϊτσελέλι” όπως για τον Έσσε ολόκληρο το παρελθόν του διάβαινε από εμπρός του φορτωμένο πάνω στο τραινάκι της ιδιαίτερης πατρίδας του. Δεν ξέρω γιατί μα οι λέξεις που τα βάζουν με το χρόνο μοιάζουν μεταξύ τους, διαθέτουν κάτι σοφό και συνάμα ένα είδος θλιμμένης δόξας. Ο Μπαρνς στήνει το μεγάλο του φλας μπακ, όπως το συνέλαβε η κινηματογραφική ματιά του Βακαλόπουλου από μια άλλη Αθήνα, σε μια άλλη εποχή. Όσα έζησε και όσα ονειρεύτηκε, η γυναίκα της ζωής του, η προσωπική του μνήμη, όλα σβήνουν σαν τα κεράκια στο μεσαιωνικό έθιμο του Μοτσολέτο. Προλαβαίνει μονάχα να στοχαστεί απάνω σε αυτό που σημαδεύει τη ζωή του. Τώρα που οι κλίμακες των προορισμών λιγοστεύουν, δεν υπάρχει άλλος δρόμος έξω από την ανάμνηση. Κάτω από λάμπες εκτυφλωτικές διαβάζει ανάποδα τους χαρακτήρες ενός άλλου καιρού. Κάπου νιώθει τον ίλιγγο του χρόνου, κάποτε γελά και έπειτα πάλι στέκει από μια απόσταση, θεωρώντας τη ζωή του. Ίσως γυρεύει να θυμηθεί όλα όσα οι άνθρωποι γράφουν πάνω στο νερό, ίσως για να πείσει τον μακρινό αναγνώστη πως δεν πρέπει να στέκει σαν παιδί τρομαγμένο, παγωμένο από το φόβο του ενώπιον του χρόνου. Αυτός ο στοχασμός του Μπαρνς που μας υπενθυμίζει την αξία του δημιουργού, βεβαιώνει πως κάποτε ο ποιητής, εκείνος που ξέρει να νιώθει τα πράγματα, μπορεί να συγκινήσει με περισσότερους τρόπους. Δεν χρειάζεται λουλούδια και στοιχεία υλικά, μα μονάχα μιας επιστροφή στις μεγάλες και τις μικρές του στιγμές, μονάχα το χάρισμα του στοχασμού. Ο Τζούλιαν Μπαρνς παίρνει το δρόμο του γυρισμού , διαβαίνοντας μέσα από δάση πολύκλαδα. Το τραγούδι του ανθρώπινο, ζεστό και οι λέξεις του γεμάτες από φθορά, λέξεις μαγεμένες στα επιδέξια χέρια του Βρετανού συγγραφέα.
Την αιωνιότητα των πραγμάτων ο Μπαρνς τη διδάχτηκε από την ίδια τη ζωή. Καθώς οι “Αναχωρήσεις” βρίσκουν τον δρόμο για τα ράφια των βιβλιοπωλείων και τις καρδιές μας, όσο η Κατερίνα Σχινά μεταφράζει αυτό το ενδοσκοπικό διθύραμβο που μισοτελειωμένος θα απομείνει μες στην έκταση του βιβλίου του Μεταιχμίου, κάποιος πεθαίνει από τη θλίψη. Μοναδική του παρηγοριά οι γεύσεις, οι αγκαλιές, τα λόγια και τα φερσίματα, εξαντλημένα μες στην αχλή του συντελεσμένου του Μαρσέλ Προυστ. Ο Γάλλος μυθιστοριογράφος θα αναζητήσει τις κοιτίδες του, κάπου ανάμεσα στο αγελαίο πέρασμα της αιωνιότητας, στα απλά, στα ανόθευτα που βρίσκουν τον τρόπο να κρατηθούν ζωντανά μες στην τρομερή ζωή. Ρόλοι σκοτεινοί και ανεξήγητοι, πένθη και λάθη, ένωση και αποχωρισμός, το θρόισμα του πόνου. Με αυτά τα χρώματα νοτίζει το έργο του ο Μπαρνς , γράφοντας με νοσταλγία για εκείνα που χάνονται, για τη ζωή που κορυφώνεται στους ανθρώπους μας, διαβαίνοντας μέσα από τις πλατιές κοιλάδες του χρόνου.
“Το βλέπω το παρελθόν σαν μια λεωφόρο” γράφει ο δημιουργός και στο φινάλε αυτού εδώ του σημειώματος που θέλησε μονάχα κάτι από τη συγκίνηση του βιβλίου να μεταδώσει, στήνεται ακέραια η σκηνογραφία. Ο Τζούλιαν Μπαρνς στέκει στο βάθος του φόντου, γύρω του περνούν τροχιοδεικτικές οι μνήμες του. Ένα ατέλειωτο απόγευμα, μακρύ, σκοτεινό μα και γεμάτο σοφία ξετυλίγεται στο τελευταίο βιβλίο του Βρετανού συγγραφέα. Με τούτες τις λέξεις πέφτουν οι τίτλοι του τέλους για τον δημιουργό που βρίσκει τον τρόπο να απαντήσει στο μεγάλο ερώτημα. Με την βαθιά κατάνυξη του “ναι” ακολουθεί τη μνήμη μέχρι τέλους σε ένα προσωπικό οδοιπορικό που γίνεται κλασικό, βρίσκοντας τον τρόπο να μας συγκινεί, καθέναν μας ξεχωριστά. Για εκείνα που χάσαμε, για όσα δαπανήθηκαν μα και για το μέλλον που δεν θα ζήσουμε ποτέ. Το βιβλίο του Τζούλιαν Μπαρνς είναι ένα υπέροχο χρονικό του ανθρώπου που μάχεται τη λήθη και το χρόνο με κάθε τρόπο, από κάθε ντάπια.
“Αναχωρήσεις” του Τζούλιαν Μπαρνς. Σε μετάφραση της Κατερίνας Σχινά. Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Στοχασμοί δίχως τέλος και εμείς που γερνάμε με τον ίδιο ρυθμό, που ξεχνάμε κάτω από τον ίδιο ήλιο. Εμείς ανάμεσα σε αυτά που γεννιούνται και πεθαίνουν, με τη λάμπα της θύελλας αναμμένη, να πολεμάει να κρατηθεί όρθια, με τα τρίκυκλα της μνήμης να περνούν από εκείνη την λεωφόρο που σας είπα.

Αναχωρήσεις, του Τζούλιαν Μπαρνς
Μετάφραση: Κατερίνα Σχινά
Εκδόσεις Μεταίχμιο
σελ. 240

