Ποιήματα 1944 – 1985, της Μάτσης Χατζηλαζάρου
Κορεσμός του ήλιου: Σημείωμα για το συγκεντρωτικό τόμο με το έργο της Μάτσης Χατζηλαζάρου “Ποιήματα 1944 – 1985” από τις εκδόσεις Ίκαρος.
τα ποιήματα
που αγαπώ
θέλω να
τα ζήσω
μαζί σου
Μ. Χατζηλαζάρου
Δεν μιλούν πολύ οι άνθρωποι για την Μάτση. Όλο διστάζουν, το μέγεθος της αγάπης βλέπετε, η ποίηση που ασκείται κάθετα, σαν δύναμη συντριπτική στην πραγματικότητα. Το όνομά της το λένε όλο και λιγότερο πια, την ιστορία της δεν την διηγούνται στα παιδιά. Την έχουν κιόλας καταδικασμένη σε αιώνια λήθη. Και ας ποζάρει με είκοσι ίσως καλοκαίρια στο κρεβάτι του καλοκαιριού, χαμογελώντας με όλη την ευτυχία του κόσμου εκεί στο πλάι της. Ένα παιδί που γεννιέται μες στο μεσημέρι που θαμπώνει κάθε τι ψεύτικο. Αν θέλεις να μάθεις τι σόι πράγμα είναι το πολύτιμο μέταλλο της, κοίταξε το κάτω από το φως του ήλιου. Και αν σταλάξει μια σταγόνα από το “σφαγμένο πεπόνι”, μην το σκουπίσεις και προπάντων μην λιγοψυχήσεις. Άσε τα σημάδια να γεράσουν πάνω στα ποιήματα που κοχλάζουν μες σε άγρια νιότη.
Η Μάτση δεν έχει ανάγκη κανέναν τους. Μες στο λευκό ταξίδι του Ίκαρου, η καρδιά της αποδυναμώνει κάθε αντίσταση, κάθε τι ψεύτικο σκορπάει. Ω, η αυθεντία του κόσμου που είναι το λάθος, το πάθος του και ο έρωτάς του, ξέρει να λέει την αλήθεια που ‘ναι πάντα κάτι περισσότερο από ζήτημα εθνικό. Ένα ανθρώπινο θεώρημα που αποδεικνύεται με κάθε τρόπο η ποίηση της Μάτσης. Όλη εκείνη η σιωπή στις φωτογραφίες του ‘ 30 δεν αποκαλύπτουν τίποτε. Για τους ήχους των πουλιών έξω από την κάμαρη, για τη ζωή που φλέγεται εντός της. Φανταστικά στεφάνια φορεί στα μαλλιά της η Μάτση Χατζηλαζάρου. Στα κοριτσίστικα χέρια της, σε αυτά που τίποτε δεν χάσανε τέσσερις ολόκληρες δεκαετίες από τις αδρές γραμμές του μέσα κόσμου τους. Τόσες μετρά η συλλογή των ποιημάτων της, εκτεινόμενη στις δημιουργίες της καθ’όλη τη διάρκεια μιας ανεπανάληπτης, συναρπαστικής ζωής.
Μεγάλες στιγμές και ανείπωτη δυστυχία συνοψίζουν την προσωπική ιστορία αυτού του κοριτσιού που γεννήθηκε και πέθανε τον περασμένο κιόλας αιώνα. Κόρη μεγαλοαστικής οικογένειας διέθετε όλα τα χαρίσματα για μια υπέροχη ζωή. Σε ηλικία δεκαεπτά ετών χάνει και τους δυο γονείς της. Η οικονομική χρεοκοπία στάθηκε η αιτία για την κατάρρευσή τους που άφησε ολομόναχη την νεαρή Μάτση. Θα ακολουθήσουν οι μεγάλοι έρωτες, ταξίδια στο Παρίσι, επιστροφές στην Αθήνα. Στον Σπύρο Τσαούση, τον Ανδρέα Καμπά, τον Καταλανό ζωγράφο Χαβιέρ Βιλατό η Μάτση αφήνει ένα κομμάτι της. Μα ολόκληρο τον εαυτό της τον φυλάει για τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Ποιήματα υπερεαλιστικά, επιστολές από την εποχή της Γαλλίας, τότε που η ζωή τους κρατούσε σε απόσταση. Το 1987 η Μάτση Χατζηλαζάρου θα διαβεί από τα μέρη που αγάπησε για στερνή φορά. Θα κλείσει πίσω της μια σπουδαία προσωπικότητα, σπουδαία όχι με εκείνον τον τυπικό, τον ρηχό τρόπο που ‘χουμε για να περιγράφουμε τα καθημερινά, τα πάντα ψευδεπίγραφα. Σπουδαία, με εκείνον τον ξεχωριστό και βέβαιο τρόπο που δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία πως μιλώντας κανείς για την Μάτση, μοιάζει να κουβεντιάζει για τα σύννεφα, για τ’άστρο που κάηκε μες στις χιλιάδες νύχτες της μοίρας του. Και είναι μονάχη της, μια αμέριμνη φωνή, ένα φως που ανάβει μια κρυμμένη εκδοχή του κόσμου. Την μεγαλώνει μέσα της την ποίηση η Μάτση Χατζηλαζάρου, από τότε που στάθηκε μια νεαρή Καρυάτιδα στην καμάρα του πελάγους, μισή στο φως, μισή στον άνεμο. Πάει καιρός από τότε, οι ορισμοί πέσανε βροχή, τα χρόνια σκόρπισαν, σαν τα πουλιά μέσα από το δέντρο στην ξαφνική εκπυρσοκρότηση. Απέμειναν μονάχα τα λόγια της καρδιάς μας, λόγια όπως “τα λουλούδια των δέντρων είναι τα πουλιά, το σιγανό κελαήδισμα της θάλασσας είναι η πτώση”, λέξεις που κάνουν τη διαφορά, που χαρίζουν φωνή στην καθαρή αίσθηση, στη στιγμή της ευτυχίας, εκπληρώνοντας ένα υψηλό ιδανικό που μας πάει λίγο παραπέρα από το θάνατο. Δείξε εμπιστοσύνη, είναι ανηφοριά η ποίηση, καμιά φορά δεν αναγνωρίζει τον εαυτό της και όλο μιλά με αινίγματα. Μα εδώ και εκεί, σε μια στροφή, σε μια τόση δα λεξούλα, κάτι ραγίζει, το φως εισβάλλει. Και δεν υπάρχουν εξηγήσεις, όχι, δεν υπάρχουν εξηγήσεις μόνο φώτα εκτυφλωτικά, μόνο τα μαλλιά του “σαν χόρτα” και το μακρύ καλοκαίρι.
Ποιος θα τ’αρνηθεί; Όσο και αν πάψουμε να μιλούμε για αληθινούς ποιητές και μαγεμένους στίχους, πάντα θα ‘ρχεται η Μάτση, κύμα που ξέφυγε από την προσοχή της θάλασσας και έρχεται να παίξει με τον αργοναύτη, κάτω στις ακρογιαλιές πλάι στις βάρκες. Προπομπός ενός ηλιοκεντρισμού, ενός οράματος που οργανώνεται αντικειμενικά, με βασικό επιχείρημα τον έρωτα, το σώμα, το φως. Ποιος θα αρνηθεί στην Μάτση μια θέση μες στις μεγάλες ποιητικές φωνές; Δεν υπάρχουν για εκείνη κλειδιά και αινίγματα και κοραλλένια μπαρ τσακισμένων ερώτων. “Δεν καταδέχομαι”, μην πεις. “Και αχ, πώς να κάμω. Πιάσε το στίχο σου σκυφτός σαν το ψωμί από χάμου”, γράφει ο Άγρας. Πιάσε τον στίχο σου σκυφτός, σαν μια αδύναμη ψυχή εμπρός στην προσευχή που τρέμει, πιάσε την άκρη του νήματος, νιώθοντας το κοινό μέτρο των ανθρώπων. Όλοι οι στίχοι, οι λέξεις όλες μετατοπίζουν τα πάντα από το όνειρο ως τ’άγγιγμα και έπειτα πάλι ξανά στην ίδια διαδρομή, μέχρι να μοιραστεί ολότελα τον εαυτό της, κρατώντας για την ίδια τ’απόσπασμα του εαυτού της, το πλέον ειλικρινές. “Γυμνή και αρμωμένη, πάνω στη χρυσή τομή των ανέμων”, έγραψε ο Ελύτης στα Χαρτιά του που παραμένουν ανοιχτά, κρύβοντας τη μορφή των πραγμάτων και άλλα φαινόμενα της μέσα μας ζωής. Έτσι στέκει η Μάτση Χατζηλαζάρου , τ’ακρόπρωρο του έρωτα, η ξύλινη γοργόνα στην πλώρη. Πρόσωπο κερωμένο και η βοή της θάλασσας, ύποπτη, σιγανή, σαν αίμα που κυλάει μες στη φλέβα του καιρού. “Ας σταθούμε γοργόνες, τα στήθια ξέσκεπα στον ήλιο – η κεφαλή ριγμένη πίσω, τα μάτια στο κατάρτι”. Έτσι αποκρίνεται η ποιήτρια, με μια συναισθηματική φρεσκάδα, με θάρρος και με τόλμη πρωτόγνωρη άμα μιλούμε για έρωτες και για γκρεμούς. Η Μάτση με τα “Ποιήματά” της φέρνει στην επιφάνεια σαν το νησί, μια αγάπη, με κάβους και απόκρημνες οροσειρές.
Να την θυμάσαι την Μάτση Χατζηλαζάρου. Όταν οι άλλοι μιλούν για ποίηση, εσύ να την φωνάζεις να ‘ρθει μέσα από την ανυπαρξία. Και πάντα να την θυμάσαι σαν εκείνη που συμβίβασε τη μορφή με τη σιωπή του τοπίου, με της καρδιάς τον μέγα πόνο. Να την θυμάσαι ως την “ανείπωτη” του Ελύτη, να ευωδιάζει λουίζα και να πετάει στο στερέωμα. Απέναντί της ο Ανδρέας Εμπειρίκος, οι δυο τους στα καλντερίμια του νησιού, ντάλα μεσημέρι, φορώντας “ψάθες ρεμβασμών” και ο κόσμος ελαφρύς σαν ψίθυρος αγγέλου μες στο όνειρό σου. Να την θυμάσαι την Μάτση που επιστρέφει πάντα τα καλοκαίρια, όταν εκεί που δεν το περιμένεις, σε έναν τοίχο, σε ένα φθαρμένο βιβλίο κάποιος ξανάγραψε τον στίχο, κάνοντας ξανά νέα τα πάντα τριγύρω. Έτσι ξαναγεννιέται η ποίηση η πιο αθώα και η πιο μεγαλειώδης, η ποίηση της αγάπης. Το λέει και ο Μπόρχες που ‘ταν τυφλός σαν τον Όμηρο και αθώος. Το λένε οι καρδιές που αγαπούν απέραντα και θέλουν να το πουν , να “πεθάνουν όλους τους θανάτους” θέλουν.
Μάτση Χατζηλαζάρου, “Ποίημα 1944 – 1985” από τις εκδόσεις Ίκαρος. Στη φωτογραφία από τον μεσοπόλεμο ο Εμπειρίκος κοιτάζει με ορμή το φακό. Θαρρώ πως διακρίνει στο μέλλον εκείνου του μεσημεριού τη βαθύτερη, την δεύτερη και πιο αληθινή φύση του ανθρώπου. Στροφές στροφάλων σαλεύουν τον κόσμο και η Μάτση Χατζηλαζάρου μια φορά και ποτέ ξανά “απλώνει την αγκαλιά της και συνάζει, όλα της τα κολύμπια στην Κινέτα, τον έρωτά της με το φως και τα βότσαλα, την αναπνοή της όταν αγαπά, το φόβο της όταν την διώχνουνε, την έξαρσή της όταν θέλει, τη χαρά της όταν ζει”. Το έργο της που εκδίδεται συγκεντρωτικά από τις αθηναϊκές εκδόσεις δεν συνιστά παρά ένα έκτυπο ανάγλυφο του έρωτος. Αυτό περισσότερο από κάθε τι άλλο.

Ποιήματα 1944 – 1985, της Μάτσης Χατζηλαζάρου
Εκδόσεις Ίκαρος
σελ. 190

