Scroll Top

In a Cinemanner of Speaking

Οι καλύτερες ταινίες του 2020

feature_img__oi-kaliteres-tainies-tou-2020
Είναι κοινός τόπος, ότι το 2020 ήταν μια απαίσια χρονιά για όλους. Στιγματισμένο από μια παγκόσμια πανδημία που έχει σημαδέψει σχεδόν ανεξίτηλα κάθε πτυχή της ζωής μας και έχει κάνει θρύψαλα κάθε έννοια “ κανονικότητας”, το 2020 έμελλε να αποδειχθεί καταστροφικό και για την κινηματογραφική βιομηχανία. Τα σινεμά παρέμειναν κλειστά το μεγαλύτερο μέρος της χρονιάς, και τα μεγάλα στούντιο καλούνται να στραφούν σε εναλλακτικά μοντέλα διανομής ταινιών, με τις πλατφόρμες streaming να παίρνουν σιγά σιγά τη θέση τους ως οι κύριοι πρωταγωνιστές του παιχνιδιού. Οι αλλαγές δεν είναι πάντα προς το καλύτερο φυσικά, ενώ ένα δεδομένο παραμένει: Καμία οικιακή τεχνολογία, κανέναν άρτιο οικοσύστημα η υπερ-σύγχρονη οθόνη δεν μπορεί να αντικαταστήσει την αίσθηση και την εμπειρία της κινηματογραφικής αίθουσας. Μιας εμπειρίας πρώτα και πάνω από όλα συλλογικής και κοινωνικής, που δέχτηκε γερό πλήγμα φέτος, αλλά όλοι αισιοδοξούμε να επιστρέψει σύντομα δριμύτερη. 

Μέσα λοιπόν σε αυτό το καθεστώς αβεβαιότητας, πολλές κυκλοφορίες μπορεί να ακυρώθηκαν, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε μια σοδειά από εξαιρετικές και εξαιρετικά ενδιαφέρουσες κινηματογραφικές επιλογές. Επιλέξαμε 10 από αυτές, και τις παρουσιάζουμε με τυχαία σειρά, μια πολύ-συλλεκτική διαλογή από καταξιωμένους και νέους δημιουργούς, και ξορκίζουμε τον χρόνο που έφυγε, με την ελπίδα το 2021 να μας βρει μαζί σε κάποια σκοτεινή αίθουσα.

Digger, του Τζώρτζη Γρηγοράκη

Κάποιες μάχες είναι άνισες αλλά επιτακτικές. Μια τέτοια μάχη είναι κι η ζωή. Κι ο Τζώρτζης Γρηγοράκης, στην πρώτη μεγάλου μήκους δημιουργία του, επιχειρεί να αφηγηθεί τα τρίμματα και τις διαψεύσεις μιας τέτοιας υπαρξιακής ήττας που πεισμώνει το νικημένο ακόμα περισσότερο. Μια πανέμορφη αγροτική κοινότητα που διαλύεται κάτω από τα ανηλεή καπιταλιστικά συμφέροντα των εξορύξεων κι ένας αποσυνάγωγος Δον Κιχώτης που αποφασίζει να αντισταθεί στον ιδιωτικό Λεβιάθαν, αποτελούν στην πραγματικότητα το παροδικό νεορεαλιστικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο ο Γρηγοράκης θέλει να ορθώσει ένα λόγο διαχρονικότερο και πανανθρώπινο. Ένας πατέρας που ξαναβρίσκει το γιο του, ένας γιος που ιχνηλατεί τις ρίζες του, κι η ανθρώπινη ψυχή που ξαναβιώνει τη φύση πριμιτιβιστικά κι αθώα, μετατρέπονται σε φωτεινά σημεία μιας ολόκληρης μεταφυσικής φιλοσοφίας. Ένα φυσιολατρικό κομψοτέχνημα που εξακτινώνεται από τα αυστηρά όρια του θέματος για να προσεγγίσει δειλά δειλά τα υπαρξιακά βάθη μιας άλλης “Autumn Sonata”. Το μόνο σίγουρο είναι πως από την ταινία του Τζώρτζη Γρηγοράκη, το τόσο προσιτό και γενναίο αυτό αριστούργημα, δεν μπορεί κανείς να βγει αλώβητος.

About Endlessness, του Roy Andersson

Η ακίνητη, παγωμένη φωτογραφία του Σουηδού μάστορα, με τις διαφημιστικές καταβολές, δεν αποτελεί μονάχα το σήμα κατατεθέν του. Είναι και μια συνεκτική κινηματογραφική γραμματική που επιστρατεύεται αριστοτεχνικά προκειμένου να αρθρώσει πολύπλοκες ιδέες. Γιατί δεν είναι εύκολο να συμπλέξεις τόσο τραγικά στοιχεία με την παράλογη φαιδρότητα της ζωής. Χρειάζεσαι ένα αποστασιοποιημένο και καθαρό εργαλείο. Μιαν άλλης τάξεως γλώσσα, μακριά από τη δική μας. Μια υπαρξιακή μεταγλώσσα. Και για μια ακόμα φορά, ο Roy Andersson στήνει με το απαράμιλλο στυλ του έναν κόσμο υπέροχα απόμακρο αλλά βαθιά συγκινητικό. Ένα σύμπαν που θα μιλήσει για όλα όσα προβληματίζουν και τα δικά μας όνειρα. Για τη ζωή και το θάνατο, τον έρωτα και την απώλεια, την ιδιοτέλεια και την κακοβουλία, για την αιώνια τριβή με την καθημερινότητα και τους ανθρώπους της. Μα πάνω απ’ όλα, το “About Endlessness” είναι μια πραγματεία πάνω στην απώλεια της πίστης και τις δοκιμασίες που κλονίζουν την ελπίδα. Για αυτό κι είναι ένα τόσο επιτακτικό έργο τέχνης. Ένα πραγματικό αντίδοτο απέναντι στον ασφυκτικό και καταρρέοντα κόσμο.

Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς, του Γιάννη Οικονομίδη

Ο Γιάννης Οικονομίδης δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Είτε τον αγαπάς είτε τον μισείς, αυτός ο ιδιοφυής τύπος έχει μεταμορφώσει το ασθμαίνον ελληνικό σινεμά, έχει στρέψει το φακό του στο άδυτο φαντασιακό του νεοέλληνα κι έχει επηρεάσει βαθιά τους ομοτέχνους του. Και στην «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς», αναζητώντας για μια ακόμα φορά τις αποτυπώσεις της κουλτούρας και των παθών μας, οδηγείται στην επαρχιακή νύχτα του λυσσασμένου έρωτα και του σκυλάδικου. Σεξ κι αλληλοσπαραγμοί, μίση, κατάρες και δολοπλοκίες θα ξεδιπλώσουν το πολυδαίδαλο κουβάρι μιας ολόκληρης ψυχοσύνθεσης που όσο κι αν μοιάζει γέννημα θρέμμα της ελληνικής καλτίλας, είναι στην πραγματικότητα πάγκοινη κι αχρονολόγητη. Γιατί μέσα στα ποτήρια των πρωταγωνιστών, στις κάννες των όπλων τους και στα απειλητικά τοπία του φιλμ νουάρ, ελλοχεύει η αιώνια μανία της ζήλιας και της δυσπιστίας. Αρχέγονη κι ανθρωποκτόνος, η μήνις του ζηλιάρη διατρέχει την ιστορία αλώβητη από πνεύμα και ποιητικές ερμηνείες που θέλουν να την καθυποτάξουν. Είναι η βαρβαρότητα του Μενελάου που κάνει την Τροία στάχτες για τα μάτια της Ελένης, το έγκλημα της Μήδειας, που σ’ ένα φρενήρες ξέσπασμα του ερωτικού καημού της σκοτώνει τα παιδιά της, η παραφροσύνη του Ρογκόζιν που αυτοκαταστρέφεται κι αρπάζει τη Φιλίποβνα τη μέρα του γάμου της. Κι εσχάτως, είναι ο νοτιοβαλκάνιος βλάχος Σκυλογιάννης που διεκδικεί την αξιοπρέπεια και το χαμένο του εκατομμύριο από τη μοιχαλίδα Όλγα. Αυτή είναι η συναρπαστική μελωδία της «Μπαλάντας». Μια ανθρώπινη ζωή που φλέγεται. Μια τρύπια καρδιά!

Da 5 Bloods, του Spike Lee

Το ότι είναι σχεδόν αδύνατο να απογοητευτείς με Spike Lee είναι περίπου κοινό μυστικό στους κόλπους των υποψιασμένων θεατών. Και για μια ακόμα φορά, αυτός ο μεγάλος κοινωνικοπολιτικός προβοκάτορας, θετεί τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων. Η ταινία ακολουθεί μια ομάδα βετεράνων του πολέμου στο Βιετνάμ που επιστρέφουν στη χώρα και στο πεδίο των μαχών προκειμένου να ανακαλύψουν το πτώμα ενός πεθαμένου συντρόφου και κάποιο κρυμμένο θησαυρό που άφησαν πίσω τους. Μ’ έναν εκπληκτικό Delroy Lindo στην πρωταγωνιστική ομάδα, που επαναφέρει στην οθόνη τις χαμένες υφές των ταινιών δράσης του 90’, κι αποσπάσματα επικαίρων που προκαλούν θυμό κι αποστροφή, ο Spike Lee συλλαμβάνει μεγαλειώδως τη βαρβαρότητα και την ανοχή της εποχής μας στη βία και κατασκευάζει ένα φιλμ ολοζώντανο μέσα στις αναμνήσεις του. Κάποιες εικόνες σοκάρουν κι ανακαλούν τη φρίκη με τόσο επώδυνο τρόπο που σίγουρα θα στιγματίσουν. Ιδιαίτερα όταν θυμάσαι πως είναι πέρα ως πέρα αληθινές. Όμως αυτός δεν είναι κι ο αληθινός σκοπός της τέχνης; Και δεν μιλάμε για την αναζητούμενη αφύπνιση, αλλά για την εντύπωση που κολλάει στο μυαλό ακόμα κι όταν η προβολή έχει τελειώσει. Τεράστιος Spike Lee!

Another Round, του Thomas Vinterberg

Ο Thomas Vinterberg έχει γραφτεί με τα φωτεινότερα γράμματα στην ιστορία του κινηματογράφου κι αυτό δεν σβήνεται με τίποτα. Όσο όμως κι αν προετοιμαστεί κανείς για τη μεγάλη διαδρομή του “Another Round”, όσο κι αν θωρακιστεί ψυχολογικά, τον κόσμο που εν τέλει σε βυθίζει στο αχανές του δεν μπορείς να τον φανταστείς. Σε αποσβολώνει. Ένα εκστατικό ταξίδι ανάλογο με εκείνο της μέθης. Το δρόμο που διασχίζει κανείς από το μέγα φως της αυτοσυνειδησίας μέχρι την υπαρξιακή αυτοδιάλυση. Από την ακλόνητη σταθερότητα του Εγώ, στην παραμυθία και τον παραδαρμό των ενστίκτων. Κι όμως, ακόμα κι αν αυτή είναι η επίγευση που σου μένει, η ταινία δεν έχει να κάνει στ’ αλήθεια με το αλκοόλ. Βασικό μελέτημά της είναι η εύθραυστη κοινωνία των ανθρώπων,·το αίνιγμα της συνύπαρξης κι η κόλαση του Άλλου. Μελετώντας τον ισχυρότερο καταλύτη της κοινωνικής αλληλεπίδρασης, τη μέθη, ο μεγάλος Δανός αναδιφεί για ακόμα μια φορά την κοινότητα μέσα στις πολλαπλές της εκδηλώσεις. Αυτό είναι το φιλμικό ανάλογο του «Περί Μέθης». Μια ανθρωπολογική πραγματεία κι ένα άσπιλο ντοκουμέντο του ψυχισμού μας. Τίποτα λιγότερο από την τελειότητα.

Mangrove, του Steven McQeen

Το “Small axe” αποτελεί μια μίνι σειρά πέντε τηλεοπτικών ταινιών, όλες γυρισμένες από τον βραβευμένο με όσκαρ, ακριβοθώρητο Βρετανό δημιουργό, Steven McQeen. Το “Mangrove” αποτελεί την πρώτη από αυτές τις πέντε ταινίες, και αναμφισβήτητα την καλύτερη στιγμή της μίνι σειράς. Η διάρκειας 2μιση ωρών ταινία, ακολουθεί τους αγώνες των 9 του Mangrove, που σύρθηκαν σε δίκη, εξαιτίας του αγώνα του απέναντι στην αστυνομική βία και τον εξόφθαλμο ρατσισμό της Βρετανική αστυνομίας απέναντι στην Τζαμαϊκανή κοινότητα στην δεκαετία του 70’. Στιβαρό νομικό δράμα, ακριβής ιστορική καταγραφή, αλλά πάνω από όλα ένα οργισμένο όσο και πανέμορφο πολιτικό μανιφέστο απέναντι στον θεσμικό ρατσισμό και όλα τα φρικιαστικά παρακλάδια του. Το “Mangrove” ξεδιπλώνει μια παθιασμένη αφήγηση στις δυόμισι ώρες του, που νιώθεις ότι καταφέρνει να συνοψίσει όσο και να αναδημιουργήσει άρτια το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής. Η κινηματογράφηση αλλά και η αφηγηματική αίσθηση της οικειότητας, μαρτυρά την εγγύτητα του δημιουργού με όσα περιγράφει ( ο McQeen και η οικογένεια του είναι μέλη αυτής της κοινότητας, και όλες οι ιστορίες του “Small Axe” βασίζονται είτε σε προσωπικά βιώματα είτε σε αφηγήσεις μελών της άμεσης οικογένειας του), αλλά το μεγαλύτερο επίτευγμα αυτού του αριστουργήματος είναι η αυθεντικότητα όχι μόνο στην ανασύσταση της εποχής, αλλά και των συναισθημάτων που περικλείονταν σε αυτή. Από την οργή, την αγάπη, την συγχώρεση, την αγωνία των μεταναστών να βρουν την ταυτότητα τους σε έναν ξένο τόπο που πασχίζουν να τον ζήσουν σαν δικό τους, τη συνεχή πολιτική και κοινωνική μάχη για μια καλύτερη ζωή. Δεν υπάρχει ίχνος κατασκευασμένης νοσταλγίας ή ρομαντικοποίησης του παρελθόντος εδώ. Ο McQeen μας δείχνει την άσχημη εικόνα μιας εποχής που -δυστυχώς- δεν φαντάζει καθόλου μακριά από τη δική μας. Καταφέρνει ωστόσο να βρει και την ομορφιά στην αλληλεγγύη, στην κοινότητα, στον έρωτα, στον καθημερινό αγώνα για μια καλύτερη ζωή.

Mank, του David Fincher

Αν μη τι άλλο, δεν υπάρχει τρανότερη απόδειξη της ιδιοφυίας και του ταλέντου του David Fincher, από το γεγονός ότι μια από τις πιο αδύναμες μάλλον στιγμές του, δεν θα μπορούσε να λείπει από την λίστα με τα καλύτερα της χρονιάς. Μπορεί ο δημιουργός του “Fight Club” και του “Zodiac” να μην βρίσκεται εδώ στην τοπ φόρμα του, αλλά παρόλα αυτά, παραδίδει έναν πανέμορφο, μελαγχολικό, ευφυόλογο αλλά και κατά τι κυνικό φόρο τιμής στον αμερικάνικο κινηματογράφο της δεκαετίας του 30’. Στο επίκεντρο της ταινίας βρίσκεται ο Herman J. Mankiewicz, γνωστός με το παρατσούκλι “Mank ”και η διαδικασία συγγραφής , ενδεχομένως του σπουδαιότερου κινηματογραφικού επιτεύγματος όλων των εποχών, του “Πολίτη Κέιν”. Ωστόσο, ο Fincher εξερευνά και την σχέση της δημιουργίας ενός πολιτισμικού έργου με το κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται ο δημιουργός του, αλλά και τις σχέσεις του Mank με τον Orson Wells και την θρυλική ηθοποιό τόσο του βωβού, όσο και του ομιλούντος κινηματογράφου, Marion Davies. Κερδίζοντας εξαιρετικές ερμηνείες από ολόκληρο το καστ, και κινηματογραφώντας με μια εκθαμβωτικά όμορφη ασπρόμαυρη φωτογραφία, o Fincher δεν υπογράφει αυτή τη φορά ένα αριστούργημα, αλλά ο δημιουργικός περφεξιονισμός του όσο και αγάπη του για αυτή την κινηματογραφική εποχή, προσδίδουν μια ιδιαίτερη γοητεία στο “Mank” όσο και αν η σκιαγράφηση του χαρακτήρα του Orson Wells είναι μάλλον κάπως άδικη και ενδεχομένως υπερβολική.

Possesor, του Brandon Cronenberg

To Possesor, μπορεί να αποτελεί μόλις την δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Brandon Cronenberg, γιού του θρυλικού δημιουργού David Cronenberg, ωστόσο μαρτυρά έναν δημιουργό που έχει αρχίσει να βρίσκει τα δικά του θεματικά και αισθητικά πατήματα, και είναι πλέον έτοιμος να βγει από την σκιά του πατέρα του. Η ταινία ακολουθεί την Tasya Vos ( το κάστιγνκ της Andrea Risenborough δεν είναι τίποτα λιγότερο από τέλειο) πράκτορα μιας σκιώδους οργάνωσης, που διαθέτει την τεχνολογία να μεταφέρει την ανθρώπινη συνείδηση από το ένα σώμα στο άλλο, με τον σκοπό να πραγματοποιεί δολοφονίες εξεχόντων προσώπων. Χτίζοντας μια retro-φουτουριστική δυστοπία, η ταινία ξετυλίγεται μέσα από μια λιτή, κρυπτική αλλά και συναρπαστικά ιντριγκαδόρικη αφήγηση, βρίσκοντας χρόνο ( αν και μάλλον όχι όσο θα μπορούσε) για να εξερευνήσει και τους ίδιους του χαρακτήρες, όσο και την σχέση τους με την τεχνολογία. Αποφεύγοντας τις ατραπούς της τεχνοφοβίας, η ιστορία μοιάζει συχνά προφητική. Σκηνοθετικά, ο Cronenberg προσεγγίζει αρκετά τις body horror καταβολές του πατέρα του, αλλά χρησιμοποιεί το gore μερικές φορές καταχρηστικά, ειδικά στο μάλλον απότομο φινάλε. Παρά τις επιμέρους αδυναμίες του ωστόσο, το Possesor αποτελεί ένα λαμπρό παράδειγμα μείξης horror-thriller-sci-fi, ένα πετυχημένο mashup από genres, εξυπηρετώντας τα όλα σχεδόν άψογα, μαρτυρώντας έναν καλλιτέχνη σε σταθερή δημιουργική άνοδο.

First Cow, της Kelly Reichardt

Στην Αμερική του 1820, στα βορειοδυτικά παράλια του ειρηνικού ωκεανού ( γνωστά και ως “Pacific Northwest) δύο άνδρες, ο ντροπαλός και κάπως απόμακρος Cookie και ο σπιρτόζος και οξυδερκής King-Lu, σχηματίζουν μια απρόσμενη αλλά ισχυρή φιλία, με φόντο τις ατελείωτες δασικές εκτάσεις και τις πρωτο-καπιταλιστικές ζυμώσεις που γέννησαν τις Η.Π.Α όπως τις γνωρίζουμε σήμερα. Η σκηνοθέτης Kelly Reichardt, στήνει μια πανέμορφη, ελεγειακή ιστορία για την δύναμη της φιλίας, την αδιέξοδη φιλοδοξία αλλά και την σχέση του ανθρώπου με την φύση, που εδώ κινηματογραφείται ως ένας ασφαλής τόπος, ένα μέρος ίασης και διαφυγής από την επιθετική αποικιοκρατία. Συνεπικουρούμενη από ένα αριστουργηματικό soundtrack, η δημιουργός, μεταξύ άλλων, του εξαίσιου “Wendy and Lucy” παραδίδει ένα από τα πιο απροσδόκητα διαμάντια της φετινής σεζόν, κινηματογραφώντας σχεδόν ερωτικά το φυσικό τοπίο, και παραδίδοντας δύο ώρες αγνής κινηματογραφικής ελεγείας.

I’m Thinking of ending things, του Charlie Kaufman

Μια νεαρή κοπέλα ταξιδεύει με το αυτοκίνητο μαζί με τον φίλο της, με προορισμό το πατρικό του, όπου τους περιμένουν οι γονείς του. Ωστόσο μετά την άφιξη τους εκεί, η βραδιά μετατρέπεται σε μια όλο και πιο αλλόκοτη εμπειρία, αφού η συμπεριφορά των γονέων μεταβάλλεται συνεχώς, οδηγούμενη σε όλο και πιο περίεργες και φαινομενική ανεξήγητες κατευθύνσεις. Αυτή είναι -φαινομενικά- η υπόθεση της νέας ταινίας του Charlie Kaufman. Και λέμε φαινομενικά, γιατί κάθε πιθανή προσπάθεια σύνοψης της πλοκής του “Thinking of Ending Things” είναι νομοτελειακά καταδικασμένη να πέσει στο κενό. Μεταφέροντας στη μεγάλη οθόνη το ομώνυμο μυθιστόρημα του Iain Reid, ο Κaufman, όπως ήταν ίσως αναμενόμενο, παίρνει πολλές δημιουργικές ελευθερίες, μετασχηματίζοντας τον πρωτογενές υλικό σε ακόμα μία συναρπαστικά πολύπλοκη κινηματογραφική εμπειρία. Μια αφήγηση πραγματικά απρόβλεπτη, και μια ταινία ανοιχτή σε πάρα πολλές και διαφορετικές αναγνώσεις. Φλερτάροντας συχνά με το θρίλερ, ο Kaufman χτίζει μια υποβλητική ατμόσφαιρα, μια αίσθηση άμεσου κινδύνου, σαν κάτι να παραμονεύει ανά πάσα στιγμή λίγο πιο έξω από το κάθε κάδρο. Με το τελικό αποτέλεσμα να φαντάζει μερικές φορές άκρως προσωπικό, ενίοτε αποξενωτικά αλλόκοτο και ερμητικά κλειστό σε ερμηνευτικές προσεγγίσεις, αλλά παρά -ή και χάρη σε- αυτούς τους λόγους, μια αυθεντικά αξιοπερίεργη και διανοητικά απαιτητική κινηματογραφική εμπειρία, που βελτιώνεται και αποκαλύπτει πολλά με την δεύτερη και την τρίτη παρακολούθηση.

2
Μοιράσου το