Scroll Top

Λόγος + Τέχνη

Ο βασιλιάς έρχεται όποτε του καπνίσει, του Σπύρου Γιανναρά

feature_img__o-basilias-erxetai-opote-tou-kapnisei-tou-spirou-giannara
Η αλήθεια είναι πως είχα ετοιμάσει άλλο κείμενο για το ξεπαρθένεμα της καινούριας στήλης αλλά όπως «Ο βασιλιάς έρχεται όποτε του καπνίσει» έτσι και ο ενθουσιασμός ο δικός μου ήρθε, κάπνισε, ξεφύσησε νικοτίνες και ένα καινούριο κείμενο πιάστηκε στα δίχτυα του Microsoft του Word μου.

Τον Σπύρο Γιανναρά δεν τον είχα ξαναδιαβάσει. Έπεσε στα χέρια μου η τελευταία του συλλογή διηγημάτων και καθότι βιβλιοπώλισσα εδέησα να ενημερωθώ για το ποιός είναι και αν έχουμε να πούμε κάτι εμείς οι δύο. Τελικά είχαμε να πούμε πάρα πολλά. Για την ακρίβεια δε σταματήσαμε να συζητάμε εγώ και ο βασιλιάς που έρχεται όποτε του καπνίσει. Υπήρχαν όμως δύο μελανά σημεία μεταξύ μας τα οποία έπρεπε να αγνοήσω προκειμένου να μας βρει το ξημέρωμα συζητώντας.

Το πρώτο λοιπόν πρόβλημα ήταν ότι είχα να κάνω με Έλληνα συγγραφέα. Μαλωμένη χρόνια τώρα εγώ με την ελληνική λογοτεχνία, γιατί είμαι και εντελώς στραβός άνθρωπος, Έλληνας αυτός. Επειδή όμως έψαχνα για μία καλή αφορμή να ξαναερωτευτώ σφόδρα την ελληνική λογοτεχνία ζώνομαι με τις καλύτερες υποθέσεις και συνεχίζω. Δεύτερο πρόβλημα είναι φυσικά η ίδια η μορφολογία του έργου του Σπύρου Γιανναρά, το διήγημα. Σε μία περίτρανη επιβεβαίωση του προαναφερθέντος, ότι είμαι δηλαδή ένας στραβός άνθρωπος, έρχομαι να προσθέσω ότι κατά την δική μου άποψη το διήγημα είναι μία δύσκολη υπόθεση. Μπορεί να κρύψει μέσα του έναν μικρό θεό, να σε γεμίσει ενδορφίνες, να σε κολλήσει στον τοίχο με την αμεσότητά του, την τσαχπινιά του και το συμπυκνωμένο του νόημα. Λόγω όμως της σύντομης «ζωής» του, την έλλειψη του ζωτικού συγγραφικού χωροχρόνου του, είμαι της άποψης ότι το διήγημα δυσκολεύει τον αναγνώστη. Σπάνια θα πέσω πάνω σε διήγημα το οποίο θα με καθηλώσει και ήταν πολλές οι φορές που απογοητεύτηκα και άδειασα από διηγήματα τα οποία ένιωσα πρόχειρα, βεβιασμένα, «άρπα-κόλλα». Το μυθιστόρημα ναι μεν μεγάλο σε έκταση, κάτι που απαιτεί πειθαρχεία και συνέπεια, αλλά είναι ένας έρωτας που κερδίζεται, μπαίνει σιγά σιγά ο χαρακτήρας κάτω από το πετσί σου. Ο διηγηματογράφος έχει πολύ λίγο χώρο και χρόνο για να μου χωρέσει το σύμπαν του στο χαρτί.

Η λογοτεχνική σχέση μου με το βιβλίο του Σπύρου Γιανναρά, όπως είναι φανερό, δεν προμήνυε βιβλιοφιλικές καταιγίδες μέχρι που τα χέρια μου άνοιξαν τόσο πολύ το βιβλίο από τη μανία των ματιών μου να διαβάσουν τις γραμμές του, που έσπασε η κόλλα που κρατάει δεμένο το βιβλίο στην ερωτική του ράχη. Όμως έτσι δεν είναι πιο όμορφα; Όταν έρχεστε από πολύ διαφορετικά μέρη και παρ’ όλα αυτά μπορείτε αναγνώστης και συγγραφέας ν’ αντικρύσετε την ίδια ομορφιά; Ναι, έτσι είναι πιο ωραία, απαντώ εγώ.

Περίεργη η ελληνική λογοτεχνία που λες. Πότε σκοταδιστική, οικτρά επαναλαμβανόμενη, μίζερη σαν πέντε τετραγωνικά δωματιάκι που δεν έχει παράθυρα, σοβαρή και σοβαροφανής, ψυχοβγάλτισσα και υπερφίαλη, μιμούμενη ξένους αντί να αποκτά δική της φωνή. Και άλλες στιγμές πάλι, όμορφη, άμεση, εξαίσια γλωσσοπαρδαλή και παιχνιδιάρα, γεωμετρικά άρτια και αισθηματικά ώριμη, μοναδική στο είδος της. Αυτά τα όμορφα «πιασίματα» της ελληνικής λογοτεχνίας μου θύμισε ο Σπύρος Γιανναράς ο οποίος με έβαλε μέσα σε ερωτικές σχέσεις, μ’ έριξε σε νησιά, με πήγε βόλτες, θρήνησα γάτους, στοχάστηκα για την ζωή, τις ζωές τριγύρω μου, στοχάστηκα και γέλασα με τον στοχασμό μου, σημείωσα προτάσεις του στα κιτάπια μου και καλώς εχόντων των πραγμάτων που θα έρθουν, θα μπορώ να το παίζω έξυπνη πάνω από φλιτζάνια με καφέδες προφέροντας προτάσεις του. Καλώς εχόντων των πραγμάτων που θα έρθουν, αυτές οι όμορφες προτάσεις που σημείωσα θα μου φερθούν καλά και μετά την ακτινογραφία που μου έβγαλαν θα με αφήσουν άλλον άνθρωπο, καλύτερο, πλουσιότερο σε λέξεις και εικόνες.

Ένα σύμπαν όμορφο το «Ο βασιλιάς έρχεται όποτε του καπνίσει», με γεμάτες, τροφαντές από συναίσθημα μικρές ιστορίες-πλανήτες. Η ανθρώπινη ύπαρξη στα πιο εσώτερά της, όχι τα βαρύγδουπα τα λόγια, τα «Άξιον Εστί» και τέτοια… Καθημερινές φέτες ζωής από σπιτικά που γκρεμίστηκαν, από σπιτικά που γέμισαν, από μοναχικά γενέθλια και καρδιές που τσίριξαν. Απόκοσμες ανθρώπινες εσωτερικές φωνές που νόμιζες τάχα μου ότι μόνο εσένα ταλανίζουν σαν άλλη μονδέρνα Ζαν Ντ’ Άρκ, αλλά να που μέσα σε κάποια διηγήματα επιτέλους καταλαβαίνεις ότι τα παθήματά σου είναι πανανθρώπινα, τα ερωτικά σου σκιρτήματα είναι ένας κρίκος στην «αιμομικτική» αλυσίδα που συνδέει το ανθρώπινο είδος από τα βιβλικά γεννοφάσκια του. Ο φόβος του μαρασμού και του θανάτου φυτρώνει και σ’ άλλες καρδιές, διλληματικές καταστάσεις παρασιτούν και σε άλλους εγκεφάλους, μοναξιές και συντροφικότητες πολλές αλλά η ρίζα τους μία, αιώνια, ανεξάντλητη… ο έρωτας. Η αναζήτησή του, η διατήρησή του και η αποδοχή του θανάτου του. 

Η εξώπορτα κλείνει κι εκείνη πίσω σου. Κοιτάζεις και πάλι το όνομά σου στο κουδούνι. Συνωνυμία. Νιώθεις σαν να έφτασες μόλις από την επαρχία. Η επιστροφή στο καινούριο σου σπίτι σκέτη ταλαιπωρία. Σαν να ξενοδοχείσαι – άγρια χαράματα- σε κρύο δωμάτιο αφιλόξενης κωμόπολης εξωτερικού. Το διαμέρισμα, γεμάτο βιβλία, στοιβαγμένα πάνω σε καρέκλες, στον μπουφέ και στο γραφείο, ανίκανο να προσφέρει την παραμικ΄ρη παρηγοριά. Βυθίζεσαι στον καναπέ και και μηρυκάζεις τα επίχειρα της σημερινής, κακώς εννοούμενης ελευθερίας. Η σχέση, η ελευθερία, ή ελευθερία ως σχέση, μια θεωρητικά άσκηση επί χάρτου για ένα ζευγάρι θύμα του ίδιου πάντα βάλτου. Μια προμελετημένη διά βίου συνεργασία, σταθερά διαψευμένη στην πορεία. Μια εναγώνια προσδοκία. Αποκαραδοκία.

Αποκαραδοκία λοιπόν και εναγώνια προσμονή στις σελίδες του Σπύρου Γιανναρά και νιώθω ανακούφιση μετά την ανάγνωσή τους. Όχι τόσο γιατί μου αποπνέει αισιοδοξία, ούτε γιατί μ’ έκανε να νιώσω όμορφα. Απλά μου είπε την αλήθεια, μου μίλησε απλά και στρωτά με όμορφες στρογγυλές λέξεις, με καθησύχασε ότι τα μέσα μου, μπορώ να τα βγάλω για λίγο έξω μου, όχι μιλώντας, αλλά παίρνοντας στα χέρια μου το κατάλληλο βιβλίο και αφήνοντας το να μου κάνει τη δική του αναίμακτη ψυχανάλυση.

Ο βασιλίας έρχεται όποτε του καπνίσει, ο έρωτας έρχεται όποτε του καπνίσει αλλά κάποια βιβλία έρχονται ακριβώς τη στιγμή που τα χρειάζεσαι.

Α.

Σπύρος Γιανναράς «Ο βασιλιάς έρχεται όποτε του καπνίσει»

Εκδόσεις Άγρα, 2015

Σελ. 176

1
Μοιράσου το