Scroll Top

Λόγος + Τέχνη

Nοέλ Μπάξερ: «Η μεγάλη Ιστορία επιζητεί για παρτενέρ τη μεγάλη Αλήθεια»

feature_img__noel-mpakser-i-megali-istoria-epizitei-gia-partener-ti-megali-alitheia
Στο «Χνάρι που δεν έσβησε», στο πρόσφατο ιστορικό μυθιστόρημα της Νοέλ Μπάξερ, ιστορία και μυθιστορία διαπλέκονται, αυτήν τη φορά για να αναδείξουν τις προσωπικές ιστορίες της Υπατίας, του Σπάρτακου και του Άγη, ηρώων που τους ενώνουν οι αδιάλειπτοι δεσμοί της οικογένειας αλλά οι ισχυρές τους προσωπικότητες και οι αντίθετες πολιτικές ιδεολογίες που ενστερνίζονται τους οδηγούν σε βαθειές συγκρούσεις. 

Τελικά ποια είναι «η πόλη που κύλησε στην θάλασσα»;
Θεωρητικά θα μπορούσε να είναι κάθε υπαρκτή πόλη που ξαπλώνει σε μια πλαγιά βουνού και βρέχει τα άκρα της στην θάλασσα. Η συγκεκριμένη όμως που περιγράφεται στο βιβλίο είναι μια ονειρική, θηλυκή πόλη-οδαλίσκη που από τη φύση της, γεωγραφικά, ανήκει στη χώρα της φαντασίας. Ως τέτοια είναι σαγηνευτική, χουζουρλού και προτιμάει να κυκλοφορεί στους χάρτες ελάχιστα ενδεδυμένη.
Για να τη φτάσω, πάτησα πάνω στην Καβάλα. Ως ατμόσφαιρα, αυτήν την πόλη είχα στο μυαλό μου όταν έγραφα το μυθιστόρημα. Την έφερνα πίσω με τα παιδικά μου μάτια όποτε χρειαζόμουν ήχους και αρώματα. Για τα μη χειροπιαστά υλικά μου. Και αρκετές παλιές εικόνες ανακάλεσα, από γειτονιές, σοκάκια και παλιά σπίτια. Όμως δεν είναι η Καβάλα. Η πόλη που κύλησε στην θάλασσα δεν είναι επισκέψιμη εκτός βιβλίου.
Ο λόγος που δεν τοποθέτησα και αυτό το μυθιστόρημα στην Καβάλα, μετά το «Τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος», είναι γιατί ιστορικά δεν κολλούσε. Δεν ήθελα να αναφερθώ στην βουλγαρική κατοχή. Έτσι κύλησα χωροταξικά την πόλη πιο δυτικά από τη Θεσσαλονίκη, στα μέρη της γερμανικής κατοχής. Όχι μακριά πολύ από ‘κει, γιατί ένας ήρωας είχε να πάρει απ’ το λιμάνι της Θεσσαλονίκης κάποιο βαπόρι μετά τον πόλεμο. Υπήρχε ένα ραντεβού. Με μια νάρκη που επέπλεε.

Στο πρώτο και στο τρίτο μέρος του βιβλίου, όπου η Υπατία και ο Άγης διηγούνται την ιστορία τους χρησιμοποιείτε την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ενώ στο δεύτερο, που αφορά την ιστορία του Σπάρτακου (Μίμης), την τριτοπρόσωπη. Σημαίνει κάτι αυτή η εναλλαγή;
Ναι, και μάλιστα σημαίνει κάτι πολύ σημαντικό. Υπογραμμίζει τους πρωταγωνιστές και, δεύτερο όφελος, τους διαφοροποιεί από τους άλλους ήρωες. Στο «Χνάρι», οι δευτερεύοντες ήρωες ούτε ανίσχυροι είναι ούτε υπάκουοι. Ούτε, τουλάχιστον, λιγομίλητοι. Σε κάποιες κριτικές αναφέρθηκε πως πρόκειται για ένα μυθιστόρημα όπου όλοι είναι πρωταγωνιστές και αυτό είναι αλήθεια γιατί κανείς τους δεν θα μπορούσε να λείψει! Όπως δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, ένα διαφορετικό μυθιστορηματικό πλάσμα. Σε αυτή την ισχυρή ομάδα ηρώων έπρεπε να ξεχωρίσουν και να καταδειχθούν στον αναγνώστη οι πρωταγωνιστές. Ένας απλός πορφυρός χιτώνας στους ώμους τους δεν αρκούσε, χρειαζόταν να πέσει πάνω τους δυνατό φως, έτσι έβαλα στην πρίζα τον προβολέα της πρωτοπρόσωπης αφήγησης. Αποτέλεσμα, η Υπατία και ο Άγης αφηγούνται όσα έχουν να πουν, και εμβόλιμα στο λόγο τους μπαίνουν οι υποστηρικτικές, διαφωτιστικές, επεξηγηματικές, ενισχυτικές ιστορίες των υπολοίπων. Ως αφηγηματικές νησίδες. Βραχονήσια στη μέση. Οφείλουν να υπάρχουν όμως γιατί πάνω τους ξεκουράζονται ήρωες και λιάζονται τα παλιά. Προσκαλούνται να κάνουν στάση για λίγο εκεί οι αναγνώστες έως ότου αναμασήσουν τις πληροφορίες που δέχτηκαν από την Υπατία και τον Άγη. Αλλάζοντας το πρόσωπο από πρώτο σε τρίτο, δεν μπλέκεται κανείς τους στα πόδια των κεντρικών ηρώων και δεν κινδυνεύει να ξεστρατίζει η αφήγηση από την ευθεία ρότα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η μεν Υπατία στο Στρόγγυλο Βουνό, το πρώτο κεφάλαιο, μιλάει η ίδια στον αναγνώστη της, αλλά τις τρεις Λένες κι την Ευθαλία είναι σαν να τις κοιτάμε από πάνω.
Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση είναι προσωπική «ομιλία», χρειάζεται να έχει κάποιον καθισμένο απέναντι να ακούει, τον αναγνώστη στην προκειμένη περίπτωση. Ξεκινάει μια γνωριμία, χτίζεται μία οικειότητα. Ταιριάζει σε εξομολογήσεις. Συνομιλεί ο ήρωας με τον αναγνώστη πρόσωπο με πρόσωπο, και νομίζω τελικά πως μπορεί ο συγγραφέας έτσι να προσεγγίσει καλύτερα -ίσως με αυτό να εννοώ ευκολότερα- το βαθύτατο περιεχόμενο της ψυχής και τα επτασφράγιστα μυστικά της ανθρώπινης φύσης. 

Δύο από τους βασικούς πρωταγωνιστές είναι άντρες. Είναι πιο δύσκολο να μπεις στην ιδιοσυγκρασία του αντίθετου φύλου;
Στα προηγούμενα μυθιστορήματά μου καταλήγω εκ των υστέρων πως ήμουν λίγο αμήχανη με τους άνδρες-ήρωες. Κάπως νομίζω είχα πείσει τον εαυτό μου πως μπορεί να με είχαν ξεγελάσει και να μην μου αποκάλυψαν τελικά την κουκκίδα στην ψυχή τους από όπου κάθε άνθρωπος κρατιέται και στριφογυρίζει, ενώ εγώ θα νόμιζα πως όχι μόνο την έχω βρει αλλά την κρατώ και γερά στο χέρι μου. Δεχόμουν τη δεδομένη δυσκολία στην επικοινωνία των δύο φύλων, πως ενδεχομένως να περνούσε και στη μυθοπλασία μου. Έπρεπε να έρθει η σειρά για το τέταρτο μυθιστόρημα, «Το χνάρι που δεν έσβησε». Με κάλεσε η πλοκή να σταθώ απέναντι στους άνδρες ήρωες, τον Σίλα, τον Μίμη-Σπάρτακο, τον Άγη, τον Ανέστη, τον Ανδρέα, τον Μάσκα. Με προσκάλεσαν πολύ φιλικά κι ας μην τους παρουσίαζα όλους στο βιβλίο μου με το προσόν της φιλοξενίας.
Με το «Χνάρι» είχα τη θεσπέσια ανακάλυψη πως το να έχω αρσενικό κύριο ήρωα είναι «ναι μεν αλλά» πιο δύσκολο. Δύσκολο επειδή είναι άγνωστο φύλο κι άρα χρειάζεται περισσότερη δουλειά από μέρους μου, περισσότερο σκάλισμα, αλλά ταυτόχρονα είναι και πιο εύκολο για τον ίδιο λόγο, επειδή ακριβώς είναι άγνωστο φύλο και δεν υπάρχει η θηλυκή μου εμπλοκή. Δεν μπαίνει τίποτα στη μέση να με εμποδίζει να προσεγγίσω τον πρωταγωνιστή μου. Δεν μπαίνω εγώ! Ένιωσα απίθανα ελεύθερη με τον Σίλα, τον Σπάρτακο και τον Άγη. Έσυρα την καρέκλα μου κοντά και είπα «Λοιπόν, έλα να τα βρούμε γιατί εδώ, στην ιστορία σου που θα αφηγηθώ, πρόκειται να γίνουν σημεία και τέρατα!».
Τελικά, βγαίνω από το «Χνάρι» υποστηρίζοντας πως δεν είναι πιο δύσκολο. Θα το χαρακτήριζα ιδιαίτερο.

Ένα παλτό του πατέρα του στάθηκε η αφορμή για να ξεκινήσει η περιπέτεια του Άγη και το ταξίδι του στο παρελθόν της οικογένειάς του. Μπορεί ένα απλό αντικείμενο να σηματοδοτήσει τόσο εκρηκτικές ανατροπές στη ζωή ενός ανθρώπου;
Ένα απλό αντικείμενο, μια πεταμένη λέξη, μια φευγαλέα ματιά… Τα πάντα κατά τη γνώμη μου είναι ικανά να πυροδοτήσουν μια έκρηξη μεγατόνων και να ανακατέψουν συθέμελα τη ζωή κάποιου αμέριμνου ανθρώπου. Το μικρό κι ευτελές μπορεί να πυροδοτήσει κάτι αταίριαστα τεράστιο. Ακόμη και το καθημερινό έχει αυτή τη δύναμη τη συγκεκριμένη μέρα που ξημερώνει αλλιώτικη. Η αρχή μιας ανατροπής είναι ένα στιγμιαίο τσαφ. Και της Χιροσίμα το πυρηνικό «μανιτάρι» προήλθε από το πάτημα ενός κουμπιού που ελευθέρωσε τη βόμβα.
Στην περίπτωση του Άγη, για να φέρω την κουβέντα πίσω στο πρώτο σκέλος της ερώτησής σας, ήταν τρία τα κουμπιά. Συνδύασα τρεις αναφλέξεις για να μην αφήσω με τίποτα τον Άγη να ξεφύγει: α) το πανωφόρι του πατέρα, β) η εικόνα του Άγη στον καθρέφτη με το πανωφόρι φορεμένο, που ήταν σαν να έβλεπε τον πατέρα του, και γ) αυτά που ανακάλυψε στην τσέπη του πανωφοριού του: το κουτί μαστίχες Χίου και το απόκομμα από το εισιτήριο του κινηματογράφου. Ήταν τριπλό το χτύπημα. Ο νέος ταρακουνήθηκε γερά. Ένιωσε συγκλονισμένος κι είχε δίκιο. 

«Μονάχα αυτός που προοδεύει είναι ελεύθερος. Ελευθερία είναι η πρόοδος». Τι σημαίνει τελικά να είσαι ελεύθερος;
Η ελευθερία είναι τεράστια λέξη και εμπεριέχει πολλά. Σε συνδυασμό με την πρόοδο κατά τη γνώμη μου με δυο λόγια σημαίνει να προχωράς στον δρόμο που εσύ θέλεις, με την ταχύτητα που επιθυμείς και με τον τρόπο βαδίσματος που σου ταιριάζει, και επίσης να έχεις κατά διαστήματα νέους δρόμους κι εναλλακτικές διαδρομές. Εξαιρετικά σημαντικό αυτό. Το νορμάλ δεν είναι να προοδεύει κανείς στα κουτουρού σαν να του πέφτει λαχείο. Για να έχει κίνητρο να ελευθερώνεται από το προηγούμενο βήμα του και να προσθέτει ένα επόμενο βήμα, κάτι χρειάζεται να ανοίγεται μπροστά του το οποίο να μην είναι κενό, γκρεμός και χάος. Η πρόοδος είναι κίνηση. Μόνο μπρος. Βέλος.
Και βέβαια, να πούμε κι αυτό, μπορεί να κινείται κάποιος με το μυαλό του. Να προοδεύει πνευματικά. Να πετάει ελεύθερος. Κάθε καινούργια σκέψη είναι πρόοδος. Ο ελεύθερος άνθρωπος είναι σκεπτόμενος, δεν γίνεται αλλιώς. Αλλά ενώ διακρίνω εδώ τη σχέση των συγκοινωνούντων δοχείων, η προοδευτική σκέψη περιέργως δεν οδηγεί απαραίτητα στην ελεύθερη σκέψη, ούτε το αντίστροφο. 

Τα μυθιστορήματά σας χαρακτηρίζονται κυρίως ως ιστορικά μυθιστορήματα. Αυτήν τη φορά ασχοληθήκατε ιδιαίτερα με την περίοδο της δικτατορίας. Προσπαθείτε με τον τρόπο αυτό να εναρμονίσετε τις προσωπικές ιστορίες των ανθρώπων με τη «μεγάλη» Ιστορία;
Όπως η δική μας προσωπική ιστορία είναι κομματάκι από τη μεγάλη Ιστορία, μέρος ενός συνόλου, μιας κυλιόμενης ιστορικής πραγματικότητας γεμάτης με γεγονότα, λόγια και ψηφίσματα, έτσι και των ηρώων ενός μυθιστορήματος. Ανήκουν κι αυτοί σε μια ιστορική εποχή, εκείνη της πλοκής. Ντυμένοι με τα ρούχα της σωστής εποχής, συγχρονίζονται με τον ρυθμό της ανάσας του κόσμου και ακολουθούν τον βηματισμό του πλήθους. Αόρατοι κινούνται μέσα στο μπούγιο του όχλου. Μόνο στον συγγραφέα και στους αναγνώστες τους είναι ορατοί, κι αυτό κάνει την ύπαρξή τους μοναδική και ιδιαίτερη.
Στο νέο μου μυθιστόρημα «Το χνάρι που δεν έσβησε» οι ήρωες ζουν τις προσωπικές «ιστορίες» τους τις προπολεμικές δεκαετίες, από τη Δικτατορία του Μεταξά, ακολουθούν τα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου, μαρτυρικά χρόνια, πολύ έντονα, κι όλο αυτό, άλυτο ακόμα και άσβεστο, μεταφέρεται όπως είναι στη Χούντα, στη Δικτατορία των Συνταγματαρχών του ‘67. Πρόκειται για το πιο πρόσφατο παρελθόν του τώρα μας. Ακουμπάει πάνω του το παρόν μας, και με τις ιστορίες τους η Υπατία, ο Σίλας, ο Σπάρτακος, κάθε ήρωας του βιβλίου, μάς βοηθούν να το κατανοήσουμε. Πρώτα και κύρια να το δεχτούμε. Υπάρχουν πράγματα που πονάνε. Ως κοινωνία μάς τσούζουν μα και ως άτομα, μεμονωμένα. Για να προετοιμαστούμε να τα επεξεργαστούμε απαιτείται χρόνος, συγκεκριμένα τρεις γενιές ήρωες. Κι ένα σπίτι με μεγάλο πεύκο στην αυλή, μια χιλιοκουτσουλισμένη πολυθρόνα κλπ κλπ., είναι όλα τους αγκίστρια, να τραβηχτούν έξω οι αλήθειες. Και η μεγάλη αλήθεια ασφαλώς. Η μεγάλη Ιστορία επιζητεί για παρτενέρ την μεγάλη Αλήθεια. 

Χρησιμοποιείτε αυτοβιογραφικά στοιχεία για να γράψετε τις ιστορίες σας; Έχετε βρεθεί εν διαμέσω «συγκρούσεων» μεταξύ ατόμων με αντίθετη πολιτική ιδεολογία, όπως ο Άγης;
Στην οικογένειά μας όχι. Ευτυχώς. Κι ας είχε η οικογένεια, από τη μεριά της μητέρας μου, παρουσία στην κοινοβουλευτική ζωή του τόπου στα πιο διχαστικά πολιτικά χρόνια. Δεν το έζησα από μέσα λοιπόν, δεν έχω άμεση βιωματική πληροφόρηση τι σημαίνει να συγκατοικούν δύο άτομα με αντίθετη πολιτική ιδεολογία, δύο δυνατές κι εκ διαμέτρου αντίθετες ηγετικές προσωπικότητες σε εποχή φόρτισης. Το «Χνάρι» δεν είναι ούτε κατ’ ελάχιστα αυτοβιογραφία, κι ας σας φαίνεται η πλοκή τόσο ρεαλιστική. Αλλά στον πιο έξω κύκλο μου συνέβαιναν πολλά και διάφορα δραματικά, τα γνώριζα και τα παρακολουθούσα θέλοντας και μη. Ενδοοικογενειακοί καυγάδες για πολιτικούς λόγους, χωρισμένα σόγια στους αποδώ και στους αποκεί, αδέλφια που δεν μιλιόντουσαν μεταξύ τους επειδή δεν ψήφιζαν το ίδιο κόμμα… Τα έβλεπα αυτά. Εξ αγχιστείας η σχέση μου, αλλά ξεκάθαρα καταγεγραμμένα. Οι μικρές κλειστές κοινωνίες είναι καθρέφτης. Όλα φαίνονται. Τίποτα δεν κρύβεται. Το τα εν οίκω μη εν δήμω στα πολιτικά φαίνεται πως δεν ισχύει.
Τα της Χούντας τα θυμάμαι άριστα. Τα προηγούμενα των χρόνων μου αισθάνομαι κι αυτά πως τα γνωρίζω καλά, από τις διηγήσεις της μητέρας μου που είχε αξιοθαύμαστη δράση και ευρυγώνια ματιά στην εποχή της. Και από την ιστορική μελέτη ασφαλώς μού είναι γνωστά. Όσο πιο κοντά στεκόμαστε στο τώρα, τόσο πιο πολλές μαρτυρίες και ντοκουμέντα υπάρχουν διαθέσιμα στο ράφι. Το λήμμα «πολιτικές συγκρούσεις» είναι στην Ελλάδα σχεδόν ανεξάντλητο. 

Τι ρόλο παίζει η ποίηση στη ζωή σας;
Μια μόνιμη, ευγενική και τρυφερή παρουσία. Μου δίνει χάδια. Δυστυχώς δεν έχω να της προσφέρω τίποτα εγώ και να της το ανταποδώσω, πέρα από λίγο χώρο στα βιβλία μου. Φιλοξενώ στίχους της. Το κάνω από ευγνωμοσύνη.

Το χνάρι που δεν έσβησε, της Νοέλ Μπάξερ
Εκδόσεις Διόπτρα
σελ. 656

Συνέντευξη: Ελένη Μαρκ

1
Μοιράσου το