Scroll Top

Auditorium

Μπετόβεν vs. Πάολα και αντικειμενικότητα στη μουσική

feature_img__mpetoben-vs-paola-kai-antikeimenikotita-sti-mousiki
Άπειρες συζητήσεις. Πανικός. Όχι δεν υπάρχει αντικειμενικότητα στη μουσική θα πουν οι περισσότεροι. Ή μήπως υπάρχει;

Ξεκινώντας με μια σύντομη περιγραφή του ιστορικού πλαισίου της μουσικής, θα μπορούσαμε να πούμε ότι χωρίζεται σε δύο δομικά είδη: Την κλασική και τη μοντέρνα. Και φυσικά μιλάμε για τους τελευταίους 4 αιώνες περίπου. Η κλασική είναι η μουσική με την πιο ακαδημαϊκή έννοια και περιλαμβάνει τη μπαρόκ, ρομαντική μουσική κ.λπ. Δηλαδή συνθέτες όπως o Μπετόβεν, o Σοπέν, o Στράους, o Μότσαρτ και φυσικά αυτούς του 20ού αιώνα, τους λεγόμενους σύγχρονους. Η βάση αυτής της μουσικής στηρίζεται σε κλασικά, ακουστικά κυρίως όργανα, μικρές και μεγάλες ορχήστρες και υποείδη όπως κοντσέρτα, συμφωνίες, όπερα κλπ. Μοντέρνα κλασική υπάρχει βεβαίως, αλλά για να μην μπλέξουμε με τις ορολογίες, χαρακτηρίζοντας ως «μοντέρνα μουσική» το ένα από τα δύο δομικά είδη της μουσικής, εννοώ φυσικά τη μουσική με την ευρύτερη λαϊκή αποδοχή, που αναφέρεται περισσότερο στα τελευταία 100 χρόνια (που αναπτύχθηκε και η δισκογραφία με τα μέσα ηχογράφησης και αναπαραγωγής ήχου) και περιλαμβάνει την παραδοσιακή (κάθε χώρα στον κόσμο έχει τη δική της), τη τζαζ, ροκ, ποπ, ηλεκτρονική κλπ.

Δε θα επιδίωκα να γράψω κάποιο φιλοσοφικό κείμενο, γιατί εδώ που τα λέμε φιλόσοφος δεν είμαι, πόσο μάλλον «μουσικός» φιλόσοφος. Άνθρωποι σαν τον Αντόρνο τα έχουν πει πολλάκις όλα αυτά στο παρελθόν. Αλλά με την ιδιότητα του, έστω και μη ακαδημαϊκού, μουσικού θα ήθελα να εκφράσω την άποψή μου και ενίοτε την απορία μου. Υπάρχει αντικειμενικότητα στη μουσική; Από τι εξαρτάται αυτή και ποια είναι τα κριτήριά της; Πώς μπορούμε να συγκρίνουμε δύο εντελώς ανόμοια στοιχεία, όπως αυτά διακρίνονται στον τίτλο του κειμένου;

Ένα είναι το σίγουρο, δεν μπορείς να πείσεις με τίποτα κάποιον που πίνει νερό στο όνομα της Πάολα, ότι ο Μπετόβεν «ακούγεται» και κάποιον που απολαμβάνει Μπετόβεν, ότι μπορεί κανείς να διασκεδάσει πετώντας λουλούδια στην εν λόγω αοιδό.

Όμως από τι εξαρτώνται τα γούστα μας; Πως είναι τόσο διαφορετικά; Είναι διαφορετικά γιατί εμείς είμαστε διαφορετικοί; Ποικίλες απόψεις για το τι είναι καλό ή όχι στη μουσική θα ακούσει κανείς ακόμα και από ακροατές που έχουν κοινά μουσικά ακούσματα, όλως παραδόξως. Λόγου χάρη μπορεί για δύο ροκάδες να υπάρχει διαφωνία όσον αφορά την αξία δυο συγκροτημάτων που στο κάτω κάτω εντάσσονται και τα δύο στη ροκ μουσική. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και στη δική μας λαϊκή μουσική. Καρράς ή Μελάς; Ιδού η απορία. Πολλοί θα υποστηρίξουν την ποιότητα του ενός ή του άλλου.

Πέρα από τους χαρακτήρες των ανθρώπων, τα βιώματα, τα προσωπικά γούστα και την καλλιέργεια του καθενός γύρω από την τέχνη, υπάρχουν 2+1 βασικά στοιχεία που θέλουμε δε θέλουμε ορίζουν ως ένα μεγάλο βαθμό την αξία της μουσικής: Η διάρκεια στο χρόνο, ο στόχος που έχει η δημιουργία της και φυσικά κάποια μουσικολογικά θέματα που έχουν να κάνουν με τη σύνθεση κ.λπ.

Η διάρκεια στο χρόνο είναι απλούστερη ιστορία. Αν κάτι «επιβίωσε» στο χρόνο, είναι διαχρονικό δηλαδή, φέρει σίγουρα αξιόλογα στοιχεία. Και αυτό συμβαίνει σε όλα τα είδη της μουσικής. Δεν υποστηρίζω δηλαδή ότι όλοι οι κλασικοί συνθέτες είναι άξιοι, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να υπήρξαν κάποιοι πραγματικά «ανέμπνευστοι» και να μην τους θυμόμαστε για αυτόν ακριβώς τον λόγο, γιατί δεν άφησαν το στίγμα τους στο χρόνο. Να σημειωθεί εδώ, ότι η διάρκεια στο χρόνο σχετίζεται και με την αποδοχή του κοινού, όχι πάντα μεγάλου. Μπορεί κάτι πραγματικά άξιο να το θυμούνται λίγοι γιατί υπεισέρχεται εδώ και ένας άλλος παράγοντας: η «πρόσβαση» του μουσικού έργου ή ενός καλλιτέχνη στο κοινό, που εξαρτάται από την τύχη, τις εκάστοτε συγκυρίες και φυσικά το λεγόμενο marketing. Επίσης, υπάρχει και η πιθανότητα κάτι να επιβίωσε όντως στο πέρασμα του χρόνου αλλά να μην έχει ιδιαίτερη αξία για μουσικολογικούς και άλλους λόγους. Όλοι θυμούνται για κάποιο λόγο τον χαμό που είχε προκαλέσει το χορευτικό τραγούδι Macarena και όλοι θεωρώ ότι θέλουν να το ξεχάσουν…

Ο στόχος της δημιουργίας ενός μουσικού έργου είναι ένας βασικός λόγος που μπορεί να ορίσει την αξία του (βέβαια ακόμα κι αυτό δεν είναι πάντα 100% έγκυρο). Το ζήτημα είναι ότι συχνά δημιουργείται μουσική για λόγους που δεν συσχετίζονται με το κομμάτι της τέχνης της μουσικής. Όταν δηλαδή συνθέτεται μουσική για διαφημιστικό στην τηλεόραση, αυτό γίνεται καθαρά για να εξυπηρετήσει την εικόνα, ένα δηλαδή καταναλωτικό προϊόν, άσχετο με την τέχνη. Άρα μπορεί η συγκεκριμένη σύνθεση να είναι καλή για τη διαφήμιση, δεν έχει όμως απαραίτητα καλλιτεχνική αξία (μπορεί να συμβούν και τα δύο σπανιότερα). Πηγαίνοντας σε ένα λιγότερο τραβηγμένο παράδειγμα, θα αναφέρω κάτι που έχω γράψει και σε προηγούμενο άρθρο. Μια ακόμα αφορμή για να γράψει κάποιος ένα μουσικό έργο μπορεί να είναι απλά για να διασκεδάσει ο κόσμος, να περάσει καλά και μόλις αυτό συμβεί, το μουσικό αυτό κομμάτι να περάσει στην αφάνεια.

Η βαρύτητα του μουσικού έργου εξαρτάται και από το πώς θα το «υποδεχτεί» το κοινό, αν θεωρείται δηλαδή «δυσκολοχώνευτο». Σε μια πρόσφατη συζήτηση μου με τον αγαπητό στο κοινό τραγουδοποιό Γιάννη Χαρούλη και λέγοντάς του, ότι ο τελευταίος μου δίσκος μου είναι λίγο «βαρύς», μου είπε: «Δεν πειράζει, όταν κάτι είναι βαρύ κάθεται καλά κάτω και στεριώνει, τα ελαφριά τραγούδια τα παίρνει ο άνεμος σαν τα φύλλα».

Είναι σημαντικό το μουσικό έργο να εκφράζει τις ανάγκες του καλλιτέχνη σε πρώτη βάση και όχι απαραίτητα του κοινού. Όταν δημιουργείται μουσική για διασκέδαση ή άλλους λόγους που δεν αφορούν απαραίτητα το κομμάτι της τέχνης καθαυτής, τότε λέμε ότι «φτιάχτηκε» με συνταγή. Και ότι φτιάχνεται με συνταγή συνήθως παρακάμπτει άλλα σημαντικά στοιχεία, τα αφήνει στην άκρη.

Το θέμα είναι μεγάλο και δεν τελειώνει εδώ. Υπάρχει χώρος για συζήτηση και επιθυμία μου θα ήταν να ξεκινήσει κάτι τέτοιο και να συνεχιστεί και σε επόμενο άρθρο. Περιμένω γνώμες!

1
Μοιράσου το