Scroll Top

Βιβλιοθήκη

Ιστορίες Μεταναστών, του Παναγιώτη Περιβολάρη

feature_img__istories-metanaston-tou-panagioti-peribolari
Την αδικαιολόγητη αγανάκτηση, που πυροδοτεί διαχρονικά και αδιακρίτως το σούρσιμο καταπονημένων ποδιών στο κατώφλι της χώρας μας αποπειράται να στηλιτεύσει ο Παναγιώτης Περιβολάρης στο βιβλίο του, καταγράφοντας τις Ιστορίες Μεταναστών. Προκειμένου να το πετύχει, πρώτα θα αποσυναρμολογήσει τις δαιμονοποιημένα αόριστες έννοιες των «μεταναστών» ή «προσφύγων », που τσουβαλιάζουν ανθρώπους κάτω από μιαν είδηση στα τάμπλοιντς, απωθώντας την εξαχρείωση που συνεπάγεται μιαν υπαγωγή ωσάν βίαιο στρίμωγμα κάτω από έναν απρόσωπο όρο.

Στρέφεται λοιπόν σε πρόσωπα με σάρκα και οστά, με ονόματα, καταγωγές- εκμηδενίζοντας τον απλουστευτικό αφορισμό του «όλοι Αλβανοί» ή «όλοι Σύριοι» είναι, ανάλογα βέβαια με την εθνικιστική μόδα της εποχής- οικογένειες, όνειρα, κακουχίες που μοιραίως βαστούν κατάσαρκα και ιστορίες που τους ακολουθούν και τους διαπλάθουν.
Η δυσαρέσκεια όμως αυτή, όσο προχωρεί η εξιστόρηση των εξατομικευμένων διηγημάτων, λαμβάνει την πραγματική της μορφή, ξεφεύγει από τα παραδοσιακά όρια μιας δήθεν αθώους φιλοπατρίας και ανάγεται σε κάτι πολύ πιο επικίνδυνο και -επιτρέψτε μου- εμετικό, μιαν εσωτερικευμένη ξενοφοβία που διαθέτει και κομματικό έρεισμα. Το αυγό του φιδιού….
Οι άγνωστοι που -με τη διαμεσολάβηση της πένας του συγγραφέα- καθίστανται γνωστοί, είναι δεκαοκτώ και αφηγούνται σε ισάριθμα κεφάλαια την απολύτως προσωπική τους πάλη. Και φαίνεται να ξεκρίνεται μέσα στην ετερότητα που είναι σύμφυτη με το πρόσωπο μια κάποια κοινή ιεροτελεστία αντιμετώπισης των ηρώων άμα τη αφίξει. Μιαν μερική ομοιομορφία στην κακοτοπιά.
Καταφθάνουν έμπλεοι με οράματα και φερέλπιδες προσδοκίες. Η ματαίωση δεν αργεί, καθώς προσκρούουν στο βαθύρριζο ένστικτο του αφιλόξενου που εμποτίζει την συντριπτική πλειονότητα των γηγενών. Αυτό πλασάρεται ως αυτονόητο ή φυσικό. Αιτιάσεις όπως «μας παίρνετε τις δουλείες» και «η ανεργία των Ελλήνων είναι απότοκο της αθρόας έλευσης μεταναστών» πάνε και έρχονται. Οι ιστορίες είναι όμως αποκαλυπτικές και αμείλικτες, αποδεικνύουν το περίτρανα σαθρό τέτοιων ισχυρισμών. Καθώς η αφετηριακή απασχόληση σχεδόν όλων των ηρώων αφορά επαγγέλματα, καθήκοντα και ειδικότητες που ο εγχώριος πληθυσμός περιφρονεί, απαξιώνει, θεωρεί ότι του πέφτουν λίγα. Παρά ταύτα, η μεμψίμοιρη καταγγελία του παραμένει αμείωτη απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους που είναι διατεθειμένοι να βυθιστούν και να απορροφηθούν στην εξουθενωτική τύρβη του μεροκάματου, ώστε να τα βγάλουν πέρα, να διασφαλίσουν τον επιούσιο. Που το μόνο βιός που φέρνουν στον προορισμό τους με τον μπόγο τους να κρέμεται στην πλάτη είναι το μεράκι για εργασία και η αυταπάρνηση του να τα καταφέρουν πάση θυσία. Η εναλλακτική είναι αποκλεισμένη, τόσο υπό την έννοια της επιστροφής στον τόπο καταγωγής -είτε λόγω των κοινωνικοπολιτικών συνθηκών είτε γιατί τίποτε δεν τους περιμένει εκεί- όσο και ως περαιτέρω μετακίνηση, καθώς «δεύτερη φορά με τον μπόγο στην πλάτη δεν θέλω».
Η αντιξοότητα επιτείνεται όταν μπλέκονται και παράγοντες όπως η έμφυλη βία ή οι πολιτισμικές παραδόσεις πατριαρχικής εξουσίασης, δημιουργώντας κατά αυτόν τον τρόπο έναν εγκιβωτισμό περιθωριοποίησης. Μιαν κακοποίηση στο τετράγωνο. Από τη μία, η επαγρύπνηση για τυχόν αυθαίρετο έλεγχο της αρμόδιας αρχής ανεξαρτήτως της νομιμότητας ή μη της διαμονής -η διανυκτέρευση στο κρατητήριο είναι δεδομένη- χέρι χέρι με έναν διάχυτο κοινωνικό ρατσισμό και · από την άλλη ένας πρόσθετος καταναγκασμός εντός του ίδιου του οικείου περιβάλλοντος. Ένα εύφλεκτο μείγμα που εντείνει απλώς τα αδιέξοδα αυτών των ανθρώπων. Το πρώτο σκέλος το συγκαλύπτουμε σκόπιμα ως αμελητέο, για να περιχαρακώσουμε το υποκριτικό προφίλ του ξένιου Διός. Το δεύτερο το αγνοούμε πλήρως. Διότι αδυνατούμε να συλλάβουμε την συγγένεια μας με τους μετανάστες. Δε μπορούμε να χωνέψουμε την κοινότητα προβλημάτων που και αυτοί ενδέχεται να αντιπαλεύουν, όπως η ενδοοικογενειακή βία, η κατάθλιψη, η ομοφοβία, κοκ.
Ως κοινός παρανομαστής φαίνεται να αναδύεται ο παράγοντας της λαμπρής εξαίρεσης, εκείνης του κυρ Χρήστου ή της κυρίας στον προθάλαμο της υπηρεσίας ή εύσπλαχνων εργοδοτών, ντόπιων οι οποίοι επιδεικνύουν (περίσσιο ή και στοιχειώδη) ανθρωπισμό, κάνοντας όμως περισσότερο καλό από ότι θα μπορούσαν ποτέ να φανταστούν. Μπαλώνοντας μεν τις θεσμικές ανεπάρκειες μιας πολιτείας με (ανύπαρκτη ή υπανάπτυκτη) μεταναστευτική πολιτική, και αντικρούοντας δε ένα πλειονοτικό ρατσιστικό λόγο.
Οι ήρωες αυτοί δε γνώρισαν διασκέδαση, δεν απήλαυσαν ξέγνοιαστα μια μπύρα ή ένα καφέ, τουλάχιστον κατά τα πρώτα βήματα τους. Η πολυτέλεια της ανεμελιάς και της έλλειψης εγνοιών και της διαρκούς εγρήγορσης για τις εκκρεμείς καθημερινές υποχρεώσεις είναι οι ευκταίες συνθήκες, το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, ο τερματικός που όμως απέχει πόρρω από το σημείο έναρξης της νέας ζωής ·αναδεικνύοντας έτσι ορισμένες –καταρχήν- αυτονόητες κατακτήσεις ως επίμοχθα ιδανικά.
Οι ιστορίες αυτές σε καλούν να επαναξιολογήσεις τις προτεραιότητες σου. Συγκροτούν ένα μάθημα για την χαρά δια της απλότητας, για τη δύναμη που διαθέτει ο ψυχισμός του μικρόχαρου ανθρώπου, εκείνου δηλαδή που κατακυριεύεται από ευσυγκίνητη και δακρύβρεχτη χαρά κάθε φορά που αντιμετωπίζεται ως ισότιμος συμπολίτης. Κάτι που σε άλλους δίδεται απλόχερα λόγω μιας τυχαίας προνομιακής καταγωγής.
Το ολιγοσέλιδο της συλλογής είναι παραπλανητικό, διότι δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από εκτενέστερα κείμενα σε πυκνότητα και σε βάθος χαρακτήρων. Το αληθινό των ιστοριών και το υπαρκτό των προσώπων είναι το καταλληλότερο επιστέγασμα. Καθώς μαστιγώνει αλύπητα τις εθνικές παρωπίδες μας, προσδίδοντας πραγματική βάση σε όσα ξετυλίγονται, αποδιώχνοντας την καχυποψία -που ορισμένοι μπορεί να είχαν πρόχειρη- περί μυθοπλασίας. Το ερώτημα σαν γλυκόπικρη επίγευση που αφήνει στον ουρανίσκο του αναγνώστη είναι τι συνιστά εν τέλει ταυτότητα, ιθαγένεια, πραγματικός ή νομικός σύνδεσμος με έναν τόπο. Η απάντηση είναι αφοπλιστική:

Και θυμάμαι ότι δεν είναι τα χαρτιά που σε δένουν μ’έναν τόπο, αλλά οι άνθρωποι.

Ιστορίες Μεταναστών, του Παναγιώτη Περιβολάρη
Εκδόσεις Πόλις
σελ. 136

1
Μοιράσου το