Scroll Top

Βιβλιοθήκη

Η νοσταλγία και εγώ, της Μάρως Βαμβουνάκη

i-nostalgia-kai-ego-tis-maros-bambounaki

Ένας καιρός ανεπανόρθωτα χαμένος: Σημείωμα για την καινούρια έκδοση της Μάρως Βαμβουνάκη «Η νοσταλγία και εγώ» από τις εκδόσεις του Αρμού.

Πριν χρόνια ο πρόωρα χαμένος Κωστής Παπαγιώργης δημοσιεύει εκείνα τα μικρά διαμάντια. Κείμενα για την μέθη και για τον έρωτα. Καταστάσεις ανθρώπινες με αφετηρίες ψυχικές. Ο άνθρωπος τραβά ίσια προς τον χαμό του, μα δεν υπάρχει επιχείρημα για την περιδίνησή του, μήτε τρόπος να αντισταθεί σε εκείνο το μοιραίο και το ανίκητο που τον καταβάλλει. Άρρωστος, με μια τρεμάμενη ψυχή κάνει το μεγάλο άλμα και χάνεται μες στο κενό που άλλο φοβερότερο δεν γνώρισε ο άνθρωπος έξω από τον εαυτό του. Όλες οι λέξεις ζωγραφίζουν τότε το πάθος και την δυστυχία του, αφού ποτέ δεν το θέλησε να ζει ολόκληρος. Κομματιασμένος άγγελος πάνω στα μαδέρια της ζωής πότε πασχίζει να κρατηθεί και άλλοτε λίγο παραπέρα τον πηγαίνει η λογική. Μα όλο θυμάται και τους ίδιους δρόμους τώρα περπατά. Πάντα να γυρίζει εκεί που παραφυλά σαν τον ληστή το ανέφικτο. Είναι ο έρωτας του ψιθυρίζουν τα πλάσματα της ζωής μας και όλος ο κόσμος μυθιστόρημα γίνεται για εκείνον και τη ζωή του. Είναι ο έρωτας του λένε τα σπίτια και οι δρόμοι, το αίνιγμα και η ευθεία προσβολή όλων των αξιοθρήνητων κανόνων του σκάρτου φορμαλισμού. Είναι ο έρωτας, που μιλά στη θέση μας και ένας μυστικισμός ασκητικός που θολώνει το νου του. Είναι ο έρωτας που σαν δαιμόνιο μας επιτρέπει να κοιτάξουμε ανάμεσα από τις ρωγμές μας, είναι ο έρωτας που μας κατευθύνει σιωπηρά προς το όνειρο και το αμάρτημα. Και εμείς με τα ακρόπρωρα μας όλο προχωρούμε από πένθος σε πένθος. Κάθε τόσο μια μουσική παλιά μας γονατίζει. Είναι ο έρωτας, λένε τα πουλιά και σκορπίζουν. Ύστερα θα έρθει η μνήμη.

Αυτή που ζωντανεύει τον Αχιλλέα της Μάρως Βαμβουνάκη καθώς η Χανιώτισσα συγγραφέας επανέρχεται εκδοτικά με τον Αρμό και το μυθιστόρημά της, «Η νοσταλγία και εγώ». Άραγε να ‘χει το πρόσωπο του κοριτσιού στο εξώφυλλο της έκδοσης που έρχεται να συμπληρώσει μια πολυετή, συγγραφική παρουσία για την κυρία Βαμβουνάκη, κανείς δεν θα το μάθει.

Η λεπτομερής, χρονολογική εργογραφία της στο τέλος της έκδοσης του Αρμού, επαληθεύει την ακούραστη, συγγραφική παρουσία της κυρίας Βαμβουνάκη. Από το 1978 και τον «Αρχάγγελο του καφενείου» μέχρι τη «Νοσταλγία» που κυκλοφορεί τον Μάρτη του 2023 η συγγραφέας παραμένει αφοσιωμένη στη λογοτεχνία. Μυθιστορήματα, παιδική λογοτεχνία , μελετήματα, νουβέλες, αθροίζονται μες στη συνέχεια ενός σπουδαίου έργου. Διαβάζω τους τίτλους και λέω τίποτε δεν είναι ο χρόνος, μονάχα βιβλία που γράφτηκαν και πάνε. Και ίσως αυτόν, τον χρόνο, να περιγελά η λογοτεχνία που εγείρει την αγάπη των ανθρώπων και σημαδεύει τις καρδιές τους.

Είναι η μνήμη αυτή που μετά τη σύντομη αναφορά της δημιουργού στην παράμετρο νοσταλγία υφαίνει από την αρχή μια παλιά ιστορία αγάπης και λάθους. Ετούτα τα δυο πηγαίνουν μαζί μες στη ζωή και είναι η γοητεία τους που κατευθύνει τις πράξεις μας. Μια αρχαία πια κούκλα, το σκληρό, ελληνικό καλοκαίρι όλο άνεμο και ήλιο, νύχτες τρελές και ο δίχως αιτία και επιχείρημα έρωτας, γράφουν τις σελίδες του μυθιστορήματος. Είναι η νοσταλγία μια περίπτωση παθολογική; Τι είπαν για αυτήν οι ποιητές και οι σοφοί άραγε; Είναι η νεκρή κόρη της άνοιξης που γράφει τούτο το βιβλίο; Κανείς δεν ξέρει, μα όλοι παραδέχονται πως είναι ο κεραυνός που κάνει το σπασμένο σου φτερό να σαλέψει μια στάλα, σημάδι πως είσαι ζωντανός. Γραμμένο στο πρώτο πρόσωπο, με προδοσίες και λυτρωμούς, με διακυβεύματα μεγάλα, κατά βάθος πρόκειται για ένα θρηνητικό επιθαλάμιο στην ρίζα της ψυχής. Το συντελεσμένο που λάμπει κάτω από τον ήλιο της ανάμνησης έρχεται να αποκαλυφθεί μες στην ιστορία της Βαμβουνάκη, ανοίγοντας δρόμους που βγάζουν ως τη συγκίνηση. Χαραγματιές σε δέντρα, ονόματα και ημερομηνίες που απόψε με πονούν βρίσκουν μια θέση μες στο μυθιστόρημα της κυρίας Βαμβουνάκη. Και όλα εκείνα τα πράγματα που νόμισες χαμένα, τώρα ξανάρχονται στο φως κάτω από το χλωμό φεγγάρι της νοσταλγίας που πάντα μας βρίσκει και λίγο βάρος προσθέτει  στην φορτισμένη μας καρδιά. Από τέτοια υλικά και από εκείνα της Λευκής Μολφέση είναι γραμμένο το μυθιστόρημα του Αρμού που ώρες ώρες το λογαριάζω για υπάκουο χρέος σε εκείνο τον στίχο που θέλει τον άνθρωπο εμπρός στην πύλη της άμμου να βρεθεί. Για να θυμηθεί, αφήνοντας να κυλήσει ο άγιος ιδρώτας της ανάμνησης στο μέτωπό του.

Ο Αχιλλέας και η Μαργαρίτα και ένας κόσμος που χάθηκε και πάει. Ονόματα τα λογαριάζω που σβήνει το κύμα. Και όμως έχουν μια δύναμη, σαν συγχορδίες ορίζουν το μουσικό κομμάτι που φτιάχνει η Βαμβουνάκη στο μυθιστόρημα «Η νοσταλγία και εγώ» των εκδόσεων Αρμός. Μορφές που πυκνώνουν μέσα μας καθώς ξεδιπλώνεται το κουβάρι του χρόνου, πράξεις και ονόματα που βρίσκουν μια θέση πάνω στο τέμπλο μας το προσωπικό. Τώρα μονάχα η παθητική ενατένιση εκείνου που δεν αλλάζει και οι μνήμες που γέρνουν πάνω μας σαν αγιόκλημα. Τώρα ο καιρός που με θόρυβο περνά και η ζωή που αλλάζει δίχως να λογαριάζει τη δική σου μελαγχολία. Μα είναι κάτι ώρες που σε δοκιμάζει η νοσταλγία, όταν οι έρωτες για μια στιγμή ξυπνούν και με τα αρχαία τους πανωφόρια οι ιστορίες περνούν και μας πληγώνουν. Ανάγκη φαντάζει η νοσταλγία, ανάγκη να θυμάσαι και να ζητάς εκείνο που ποτέ δεν θα ξανάρθει. Ανάγκη, άγρια και επιτακτική που αυθαίρετα ξυπνά για να ξαναγίνουν όλα ό,τι ποτέ δεν θα  γίνουν.

Θα μπορούσε να πει κανείς πως «Η νοσταλγία και εγώ» δικαιώνει τον χαρακτηρισμό μιας βιωματικής καταγραφής. Μα ετούτη η αυθαιρεσία παραμένει δίχως αντίκρισμα μια και εκεί που δεν χωρεί ο νους, μπαίνει το μυθιστόρημα το γραμμένο από το καθαρό ένστικτο. Τέτοιο είναι και το βιβλίο του Αρμού που στο μέτρο το δικό μας το ανθρώπινο, θυμάται ήρωες μικρούς και τροπές της μοίρας παράξενες και αναπόδραστες. Μια ραψωδία γραμμένη τούτες τις μέρες, μια νέκυια και μια πραγματεία ή πάλι μια χαμηλόφωνη κουβέντα με εξομολογητικό χαρακτήρα. Όπως και να δει κανείς το μυθιστόρημα της Μάρως Βαμβουνάκη, είναι βέβαιο πως στο τέλος της ιστορίας με ευλάβεια και συντριβή θα σκύψει και εκείνος απάνω από τις δικές του, τις πάντα ύστατες απώλειες.

«Η νοσταλγία και εγώ» από τις εκδόσεις του Αρμού. Ο έρωτας που παλιώνει και η μνήμη που επιμένει,  κιονόκρανο στο μέτωπό μας ή πάλι του πόθου ριπή, ταραχή βυθού. Ετούτα είναι τα εφόδια που επιστρατεύει η Μάρω Βαμβουνάκη χαρίζοντας στο αναγνωστικό κοινό ένα τρυφερό μυθιστόρημα. Τρυφερό σαν εκείνους που πόνεσαν πολύ.  Σαν τους έρωτες, λέει, που πάνε στον παράδεισο.

Η νοσταλγία και εγώ, της Μάρως Βαμβουνάκη

Εκδόσεις Αρμός
σελ: 304

9
Μοιράσου το