Εχθρική χαρά, της Kaouther Adimi
Εχθρική χαρά: Μνήμη, ιστορία, γραφή.
Η Εχθρική χαρά της Kaouther Adimi είναι ένα έργο που θα το κατατάσσαμε στο είδος της αυτομυθοπλασίας. Στην ουσία πρόκειται για ένα έργο-συρραφή διαφορετικού τύπου ιστοριών. Η συγγραφέας περνά μια νύχτα στο Ινστιτούτο του Αραβικού Κόσμου στο Παρίσι με στόχο να ανασυστήσει την τη ζωή μιας σπουδαίας Αλγερινής ζωγράφου, της Μπάγια Μαχιεντίν, η οποία έζησε στην περίοδο της γαλλικής αποικιοκρατίας. Ταυτόχρονα, όμως, η συγγραφική φωνή δεν μπορεί παρά να συνδέσει την ιστορία της Μπάγια με προσωπικές της μνήμες από τα παιδικά και νεανικά της χρόνια —χρόνια που σημαδεύτηκαν από την επεισοδιακή μετάβαση της Αλγερίας στην περίοδο της ανεξαρτησίας και σε μια φάση τρομοκρατίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Εχθρική χαρά συνδυάζοντας τις αφηγήσεις για τις ζωές δυο καλλιτέχνιδων συνθέτει μια ευρύτερη ιστορία που αφορά την αλγερινή εμπειρία και η οποία εκκινεί από την περίοδο της εξουσίας των Γάλλων αποικιοκρατών (μια εξουσία τόσο πολιτική όσο και πολιτισμική), διαπερνά την μεταβατική περίοδο που χαρακτηρίζεται από την έκρηξη του αλγερινού πατριωτισμού, την διάρρηξη του κοινωνικού ιστού και την άνοδο πιο ακραίων φανατικών αλλά και τρομοκρατικών δυνάμεων, και καταλήγει στο σήμερα και στην προσπάθεια των ανθρώπων να έρθουν αντιμέτωποι με τις τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος. Στην ουσία του, η Εχθρική χαρά είναι τα απομνημονεύματα που αναψηλαφίζουν την τραυματική ιστορία της Αλγερίας μέσα από τη ματιά δυο επιζησασών της ιστορίας της χώρας · είναι ένα βιβλίο που συνδέει την ευρύτερη ιστορία με τις προσωπικές μνήμες και ιστορίες τόσο της συγγραφέα όσο και της Μπάγια, δύο γυναικών δηλαδή οι οποίες —κάθε μια με το δικό της τρόπο— βίωσαν μορφές πολιτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής βίας, αλλά και βρήκαν τρόπους να διοχετεύσουν την αντίστασή τους.
Ένα σημαντικό στοιχείο που υπογραμμίζει το έργο προκύπτει από την ίδια τη μορφή του κειμένου. Βασική επιλογή της Adimi είναι η βιογράφηση μιας καλλιτέχνιδος, της Μπάγια, η οποία συνδιαμόρφωσε την αλγερινή ταυτότητα · αυτή η βιογράφηση γίνεται μέσα από πρωτοπρόσωπη αφήγηση με τη φωνή μιας συγγραφέα που μιλά για το πολιτικό και προσωπικό παρελθόν. Η διαπλοκή των δύο ιστοριών, η υποκατάσταση και η αντιπαράσταση της μιας καλλιτέχνιδος με την άλλη είναι ένας ενδιαφέρων τρόπος να μιλήσει κανείς για το ρόλο του καλλιτέχνη όταν καλείται να αντιμετωπίσει φοβερά γεγονότα που διαταράσσουν τον κόσμο. Και οι δύο ιστορίες αγγίζουν ζητήματα που αφορούν τους τρόπους έκφρασης και διαχείρισης της καλλιτεχνικής φωνής στα πλαίσια κρίσιμων συνθηκών, όταν και το οικογενειακό και το πολιτικό περιβάλλον πιέζουν, προβληματίζουν, ή τραυματίζουν το άτομο. Πρόκειται, κατά κάποιον τρόπο, για την αφήγηση δύο διαφορετικών ιστοριών (αν και νομίζω πως η ιστορία της Μπάγια θα μπορούσε να αναπτυχθεί λίγο περισσότερο υπό αυτό το πρίσμα) για το πώς δυο γυναίκες διαχειρίστηκαν και διαχειρίζονται την τέχνη τους και τη φωνή τους για να αντιμετωπίσουν σε πρώτο βαθμό το στενό τους κύκλο και τις επιλογές που κάνει αυτός ο κύκλος για αυτές, και σε δεύτερο βαθμό (και σημαντικότερο) την ίδια την πολιτική και πολιτισμική ταυτότητα που τους “επιβάλλει” το ιστορικό πλαίσιο μιας μεταμορφούμενης Αλγερίας.
Το βασικό και κατεξοχήν ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου όμως είναι για μένα ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζει τη γραφή ως εργαλείο αναψηλάφισης της μνήμης. Η γραφή έρχεται να περιγράψει, να θυμίσει υλικά της μνήμης και της ζωής, και συχνά να τα ανακαλέσει και να τα μπερδέψει με παράδοξους ή απροσδόκητους τρόπους, ουσιαστικά καθρεφτίζοντας τον τρόπο λειτουργίας της ίδιας της μνήμης ως νοητικής διαδικασίας. Έτσι, η γραφή θέτει αναπάντεχα ερωτήματα, συνδέει πράγματα προκειμένου να τους δώσει έμφαση και να τους προσδώσει νόημα, καλεί τόσο τη συγγραφέα όσο και τον αναγνώστη να αναρωτηθούν και να έρθουν αντιμέτωποι με την επιμονή των λέξεων και των πραγμάτων που ονοματίζουν. Εδώ όμως η γραφή της μνήμης δεν απαντά απαραίτητα στα ερωτήματα, δεν εξηγεί, είναι σύντομη, περιεκτική, σαν καρφί που τσιμπά αλλά δεν στερεώνει κάτι. Είναι περισσότερη μια λειτουργία που φέρνει στο προσκήνιο ξανά άβολα σημεία της ιστορίας, τους ξαναρίχνει φως και προχωρά χωρίς να κατασταλάζει σε κάποιο νόημα. Κι όταν μάλιστα αυτή η γραφή περιπλέκει τόσο πολύ διαφορετικές ιστορίες, διαφορετικές φωνές και μνήμες, τότε γίνεται ακόμα πιο ανεξιχνίαστη (όσο η πραγματική ιστορία μιας χώρας).
Ωστόσο, ίσως αυτή η προσέγγιση να μην πήγε τόσο μακριά όσο θα έπρεπε. Τουλάχιστον αυτή είναι η προσωπική μου αίσθηση. Η συρραφή των ιστοριών που αναδίδει τις διαφορετικές εμπειρίες και τις αλήθειες θα μπορούσε πιθανόν να είναι πιο προκλητική και δηκτική. Γιατί στο τέλος μπορεί κάποιος να μείνει με την εντύπωση ότι παρά την προσδοκία να φέρει η συγγραφέας το περίπλοκο στο προσκήνιο, στην ουσία απλά του κλείνει το μάτι φευγαλέα για να καταφύγει εν τέλει σε έναν πιο συγκεκριμένο στόχο που είναι διαφανής: δεν δίνεται τόσο βάση στο περίπλοκο του αλγερινού τραύματος, αλλά δια μέσου της αναφοράς σε αυτό το τραύμα, εκφράζεται μια δεδομένη θέση για τους “κακούς” της ιστορίας και τα αποτελέσματα που είχε αυτό στη χώρα —ενώ εν τω μεταξύ στρογγυλεύονται άλλες πλευρές και άλλοι υπεύθυνοι. Και για να είμαι λίγο πιο σαφής σε αυτό το σημείο, νομίζω ότι η γαλλική αποικιοκρατία εμφανίστηκε περισσότερο αγαθή απ’ όσο ήταν, ιδίως μέσω της ιδέας του εκπολιτισμού.
Παρ’ όλες τις ενστάσεις, το έργο Η εχθρική χαρά παραμένει μια ενδιαφέρουσα εκδοχή αυτομυθοπλασίας και στοχασμού πάνω στην ιστορική και προσωπική μνήμη. Και το καταφέρνει ιδιαιτέρως αυτό κυρίως μέσα από τα δύο μοτίβα της αντιπαραβολής των ιστοριών και του “μπερδέματος” της μνημονικής γραφής, τα οποία πολύ εύστοχα καλλιεργεί η Kaouther Adimi μέσα από μια σύντομη, γρήγορη στο ρυθμό της πρόζα.

Η εχθρική χαρά, της Kaouther Adimi
Μετάφραση: Μυρτώ Ταπεινού
Εκδόσεις Πόλις
σελ. 215

