Scroll Top

Άλλαι Τέχναι

Death in Venice, του Luchino Visconti

feature_img__death-in-venice-tou-luchino-visconti
(Από τον Schopenhauer ως τον Freud: η τελειότητα σ’ επανέκδοση). Ένας από τους πολλούς λόγους που το καλοκαίρι διακρίνεται ως εποχή, πέρα απ’ τις ακρογιαλιές, τον ήλιο, ταταξίδια και τους πίνακες του Sorolla, είναι κι οι πολυαναμενόμενες επανεκδόσεις εμβληματικών ταινιών του παγκόσμιου κινηματογράφου. Αριστουργήματα που υπερέβησαν την αμείλικτη βάσανο του χρόνου και της κριτικής, για να φθάσουν στο σήμερα σε καινούργιες, αποκατεστημένες κόπιες και να διατρανώσουν το μεγαλείο και τη διαχρονικότητα των ανθρώπινων στοχασμών. Πάνω σ’ αυτό το σκεπτικό λοιπόν, η Bibliotheque προσέφερε απλόχερα στους εν Ελλάδι κινηματογραφόφιλους το εκπληκτικό “Death in Venice” του Luchino Visconti, 48 ακριβώς χρόνια μετά την πυριφλεγή του έξοδο στις σκοτεινές αίθουσες του Λονδίνου και των Καννών!

Τι μπορεί να πει κανείς, που να μην έχει ήδη ειπωθεί, για αυτό το φωτογενές έπος του ιδιοφυή Ιταλού καλλιτέχνη; Πόσες μελέτες, πόσες αναλύσεις κι αντιγνωμίες μπορούν να χωρέσουν σε μερικές γραμμές που θα είναι εκ προοιμίου μια απλή αντανάκλαση της υψηλής, της ανόθευτης τελειότητας; Ο κομμουνιστής κόμης από το Μιλάνο, αυτός ο εμβριθής μύστης και πρωτεργάτης του νεορεαλισμού, απαντάει εμμέσως και παραπλεύρως ακόμα και σ’ αυτό. Γιατί ο Visconti, συλλέγοντας τα σημεία και τις ιδέες του ομώνυμου βιβλίου του Thomas Mann, διηθώντας τα μέσα από τις υψηλές θερμοκρασίες του «εργαστηρίου» της μεταπολεμικής Ευρώπης, παράγει κι ο ίδιος μια αντανάκλαση. Αντανάκλαση ενός βιβλίου, μιας ιδέας, της εποχής του και του σήμερα, της σφοδρής επιθυμίας και της άσπιλης, αιώνιας Ομορφιάς (με το όμικρον κεφαλαίο). Αντανάκλαση της αδυσώπητης μοίρας και της εύθραυστης ψυχής μας. Κι όμως, αυτό που φαίνεται αβασάνιστα λιτό κι εύκολο, μια απλή κινηματογραφική μετάφραση, μεταμορφώνεται κάτω από την απαράμιλλη, φιλοπερίεργη ματιά του Luchino Visconti σε παλλόμενο σώμα φιλοσοφίας. Εγκλείει μέσα του έναν υπεργόνιμο πυρήνα συμβόλων που μπορεί να ερμηνευτεί και ν’ αναλυθεί από μια ολόκληρη σχολή θεωριών, εκτεινόμενη από τον Schopenhauer και τον Nietzsche μέχρι τις παρυφές των ψυχαναλυτικών τοπικών θεωριών του Αυστριακού προπάτορα Sigmund Freud!

Καθώς τρέχουν τα πρώτα καρέ, βλέπουμε τον αξιοπρεπή και συγκρατημένο καλλιτέχνη, μονόχρωμο αλλά περιποιημένο στην εντέλεια, να συναντάει έναν θορυβώδη μεθυσμένο που έχει βαφτεί σαν μια αλλοπρόσαλλη καρικατούρα. Γελάει και φωνασκεί απέναντι στον βουβό πρωταγωνιστή. Ξεσπάει σε μια σαρδόνια χλεύη, κουνάει τα μέλη σαν μαριονέτα, γλύφει τα δάχτυλα και απευθύνεται με μια ασυγκράτητή έκσταση στο κέρινο πρόσωπο του Aschenbach. Κι αυτό που υπόρρητα σημειώνει η μεγαλοφυΐα του φιλμ δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια τραγική κατάρρευση του Υπερεγώ του μεθυσμένου που προοικονομεί και την κατάβαση στην κόλαση που θα ακολουθήσει. Όλες οι ηθικές αρχές έχουν ανασταλεί, οι νόρμες κι οι κοινωνικές επιταγές παραβιάζονται. Η μάσκα της βάφης πάνω στο πρόσωπο του μεθυσμένου δηλοί ακριβώς αυτήν την παγερή αλήθεια της παράνοιας.

Τα θεμέλια πλέον μπήκαν. Το έδαφος έχει στρωθεί. Κι όταν ο Aschenbach θα διασταυρωθεί στο ξενοδοχείο με την έλξη του πανέμορφου Tadzio θα αρχίσει κι η δική του ψυχολογική αποσάρθρωση. Το υψηλότερο ιδανικό της ύπαρξης, η άφατη κι αθάνατη γοητεία που μόνο ο μύθος μπορεί να υποστυλώσει, σαρκώνεται στο σώμα του παιδιού. Το εξιδανικευμένο αντικείμενο αναδύεται μπροστά στο ψυχικό οικοδόμημα του πρωταγωνιστή σαν μια τέλεια αναπαράσταση της επιθυμίας του. Ο Tadzio δεν είναι μόνο γοητευτικός. Είναι η αγνότερη Ιδέα, που συμπυκνώνει μέσα της όλα τα ένστικτα και τις ενορμήσεις του Aschenbach. Δεν τον βλέπει απλώς ερωτικά, όπως πολλοί γράφουν απηυδισμένοι, κατηγορώντας τον Viscontiγια ιδεοληπτική προσκόλληση στην ομοφυλοφιλία. Στο πρόσωπο του παιδιού μπορεί να ιδωθεί ολόκληρη η κοσμοθεωρία του καλλιτέχνη. Προβάλλεται πάνω του το «Ιδανικό του Εγώ» (Ego ideal), κι η εμμονή που ξεδιπλώνεται δεν είναι παρά ένας άοκνος αγώνας για να αφομοιωθεί ο Aschenbach μαζί του. Να ενσωματωθεί με την τελειότητα της επιθυμίας του.

Κι όταν η επιθυμία αυτή αποσωματοποιείται, γίνεται αυθύπαρκτη και παίρνει την ύψιστη μορφή ενός αγοριού που ζει κι αναπνέει δίπλα του, ξεκινάει η αποδόμηση του Υπερεγώ. Στις παρένθετες εικόνες που μας χαρίζει ο Visconti, ο φίλος του Aschenbach που μαίνεται ακράτητος και τον εκλιπαρεί να ξεπεράσει την εγγενή του αυστηρότητα, εκπροσωπεί όλες εκείνες τις ασυνείδητες ορμές του Αυτό, που ζητάνε χώρο να αφινιάσουν και να ικανοποιηθούν. Επιχειρούν να επιβληθούν στο Εγώ. Κι όταν η αυτοκριτική του Υπερεγώ συνθλίβεται και το Αυτό υπερισχύει, η βαθιά επιθυμία οδηγεί τον Aschenbach στην πιο αυθόρμητη τρέλα. Βάφει κι αυτός το πρόσωπό του με κάτασπρο κερί, βάζει κραγιόν στα χείλη του και μαύρη πάστα στα μαλλιά του, κι έρχεται τώρα στη θέση του μεθυσμένου. Η επιθυμία της ομορφιάς τον εγκλωβίζει σε μια Βενετία που καταρρέει από τη χολέρα και γίνεται παράμετρος της ίδιας του της παρακμής. Το υποκείμενο του δράματος ενοποιείται πλέον με το περιβάλλον και πέφτουνε μαζί. Ακόμα κι όταν προσπαθεί να δραπετεύσει από το θάνατο και την αρρώστια γύρω του, όπως τον προστάζει η «Αρχή της Πραγματικότητας» (Realitätsprinzip) και της αυτοσυντήρησης, την τελευταία στιγμή βρίσκει μια φαιδρή δικαιολογία για να γυρίσει πίσω. Έχει πλέον υποταχτεί στην απόλαυση και στους μηχανισμούς της «Αρχής της Ηδονής» (Lustprinzip). Έχει πλέον εγκλωβιστεί στη νομοτέλεια της κατάρρευσης, χωρίς καμιά αρχή, χωρίς κανέναν ηθικό κανόνα. Μετά το πρώτο και μοναδικό άγγιγμα, ο θάνατος θα έρθει σε μια παραλία και σ’ ένα τελευταίο νεύμα για να πιάσει την ιδέα του πόθου του. Μα εκείνη, ο Tadzio, διαλύεται σιγά σιγά μες στο νερό, όπως διαλύεται κι η μαύρη βαφή στα μαλλιά του Aschenbach. Το προσωπείο του Αυτό καταρρέει στο ιδρωμένο από την αγωνία πρόσωπο και το αντικείμενό του Αυτό βυθίζεται και χάνεται μέσα στη θάλασσα της Βενετίας.

Αλλά εκείνο που ο Freud θα ονομάσει «Ιδανικό του Εγώ», στον Aschenbach παίρνει τη μορφή της σοπενχαουερικής «Βούλησης». Και μάλιστα την τελειότερη μορφή· είναι η Βούληση που στρέφεται προς το ιδανικότερο αντικείμενο, το οποίο και θα ονομάζαμε Ιδέα. Και μέσα σ’ αυτό το στενότατο παράθυρο, ο άνθρωπος-παρατηρητής, αποδεσμευμένος πλέον από τις προσταγές της Βούλησης, βρίσκει την ηρεμία να παρατηρήσει και να περιγράψει την άρρητη αγνότητα που τη λέμε Ομορφιά κι ο Thomas Mann την είπε “Tadzio”. Αυτή είναι κι η μοναδική περίπτωση που κατά τη Μεταφυσική του Schopenhauer ο άνθρωπος μετουσιώνεται σε καλλιτέχνη. Είναι κατά τον ίδιο ο βασικός κι αναπόδραστος άξονας της Τέχνης και της αισθητικής. Η ιερή στιγμή, όπως μας λέει ο Nietzsche στη «Γέννηση της Τραγωδίας», που το απολλώνιο και το διονυσιακό στοιχείο της ανθρώπινης φύσης αλληλοσυμπληρώνονται κι ενοποιούνται. Όταν όμως καταλαβαίνουμε πως το διονυσιακό στοιχείο της αυθορμητικότητας και του χάους εκλείπει από τη φύση του αυστηρού κι εγκρατή Aschenbach, τότε έρχεται κι η συνειδητοποίηση πως ο πρωταγωνιστής δεν θα συλλάβει ποτέ το είδωλο της ομορφιάς που χάνεται μέσα στο νερό. Ο καλλιτέχνης πεθαίνει καθώς η Τέχνη σβήνει και διαλύεται.

Κι εδώ ακριβώς εντοπίζουμε την αυτοαναφορική δυναμική του Visconti και του έργου του. Τις λιτές, σπαρακτικές λέξεις, που μέσα στην ολιγόλογη ταινία βγαίνουν από το τρεμάμενο κορμί του Aschenbach. “Tadzio, Tadzio”. Η Ομορφιά που χανόταν από τον κόσμο και βυθιζόταν στη θάλασσα της Βενετίας, είχε διαπαντός εγκλωβιστεί στο σελιλόιντ του “Death in Venice”. Αυτό που με μία λέξη θα λέγαμε «αριστούργημα»!

Death in Venice, του Luchino Visconti
Μεταφρασμένος Τίτλος: Θάνατος στη Βενετία
Είδος: Δράμα
Διάρκεια:130’

1
Μοιράσου το