Scroll Top

Άλλαι Τέχναι

Big Eyes

feature_img__big-eyes
Ο Τιμ Μπάρτον υπήρξε σεσημασμένα και αδιαμφισβήτητα cool για τουλάχιστον μια γεμάτη δεκαπενταετία. Γιατί είχε καλό σημάδι και στόχευε όχι στην καρδιά των παραμυθιών που έφτιαχνε, αλλά στο περιθώριό τους. Γιατί οι ταινίες του μιλούσαν για αλλόκοτα παιδιά, για λοξοδρομημένες ευτυχίες και μειονοτικές ευαισθησίες. Γιατί το ύφος του διακατεχόταν από μια συνεπή αισθητική, η οποία ήταν πάντα επιμελώς στολισμένη, αλλά όχι υπέρογκα φορτωμένη. Γιατί προσπαθούσε να φανεί σοβαρός, χωρίς όμως να καταστρέφει την πλάκα του παραμυθιού. Γιατί έκανε ταινία για τη ζωή του, σχεδόν επίσημα ανακηρυγμένου χειρότερου σκηνοθέτη στην ιστορία του σινεμά,­ Εντ Γουντ. Γιατί ήταν παντρεμένος με την Έλενα Μπόναμ Κάρτερ. Γιατί κατά πάσα πιθανότητα μας έπειθε να ξεγελάσουμε οικειοθελώς τους εαυτούς μας, πιστεύοντας πως είναι λίγο μεγαλύτερος σκηνοθέτης απ’ όσο ήταν στην πραγματικότητα. 

Η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει εδώ και καιρό, αλλά οι τελευταίες του ταινίες έφεραν την κατάσταση στα όρια της ελεύθερης πτώσης. Η άνευρη, άψυχη και άπνοη «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» του 2010 και το αμήχανα βαρετό “Dark Shadows”, δύο χρόνια αργότερα, ήταν περισσότερο χαριστικές παρά προειδοποιητικές βολές.

Τα «Μεγάλα μάτια» φάνταζαν λοιπόν ως μια ιδανική (ή και τελευταία) ευκαιρία για επανάκαμψη. Μια ιστορία εκτός παραμυθένιου καμβά, η οποία όμως ταυτόχρονα σχεδόν παρακαλά να απεικονιστεί ως σκοτεινό κι ενήλικο παραμύθι. Συμπληρωματικά, ένα πρωταγωνιστικό δίδυμο φτιαγμένο από Oscar material και πολλά ζευγάρια από ζωγραφισμένα μεγάλα θλιμμένα μάτια. Πράγματι, οι πίνακες της Μάργκαρετ Κιν δείχνουν να ταιριάζουν ιδανικά στο «μπαρτονικό» σύμπαν. Ιδανικότερα μάλλον κι από την ίδια την ταινία, η οποία προσπερνά κάπως ξώφαλτσα και στα πεταχτά το ίδιο της το μεδούλι, δίχως να επενδύει συναισθηματικά ή νοητικά σε αυτό. Σε γενικότερο πλαίσιο, όλα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να μας μαγνητίσουν κάνουν μια guest star εμφάνιση και μετά αποσύρονται στα ιδιαίτερά τους. 

Ποια είναι αυτά; Η εικονοκλαστική ευχέρεια του Μπάρτον κι η ιδιαίτερη ‘ματιά’ του. Το αέναο και βασανιστικό ερώτημα περί του τι αποτελεί τέχνη, καθώς και η απορία για το ποιος καθορίζει την απάντηση. Οι φιόγκοι και οι κορδέλες κάθε μεταξωτής και προκάτ ευτυχίας που ευκολότατα μετατρέπονται σε ασφυκτικές θηλιές. Όλα τα παραπάνω ενώ καπνίζουν, δεν παίρνουν ποτέ φωτιά. Όπως και το ταλέντο των δύο πρωταγωνιστών, το οποίο εμφανίζεται στην οθόνη πιο πολύ ως ένδειξη παρά ως χειροπιαστή πραγματικότητα. Ιδίως, ο Κριστόφ Βάλτς δείχνει να έχει ανάγκη από κάποιο είδους χαλινάρι στον ερμηνευτικό του οίστρο, το οποίο δεν του προσφέρει ο Μπάρτον. Ο Βάλτς μοιάζει να είναι βγαλμένος από όνειρο για τις βερμπαλιστικές εξτραβαγκάντζες του Ταραντίνο ή για τις αλλοπρόσαλλες περσόνες του Γκίλιαμ (βλέπε “The Zero Theorem”), αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση, ερμηνεύει με σπασμένα φρένα χωρίς αυτό να είναι αναγκαίο. 

Πάνω απ’ όλα όμως, αυτό που λείπει από τα «Μεγάλα μάτια» είναι το αποφασιστικό βλέμμα. Το βλέμμα που διεισδύει, το βλέμμα που θα έπρεπε να γυαλίζει και να καθηλώνει. Το βλέμμα που θα μετέτρεπε μια γραμμική και επίπεδη εξιστόρηση γεγονότων σε κάθοδο σε ένα σκοτεινό μπουντρούμι. Δεν ξέρω αν ο Μπάρτον έχει χάσει οριστικά κι αμετάκλητα το προσωπικό του άγγιγμα, όποιο κι αν ήταν αυτό κι ανεξάρτητα από το αν ήταν ‘μαγικό’ ή όχι. Ξέρω σίγουρα πως θα προτιμούσα να τον δω να αποτυγχάνει ως γηπεδούχος κι όχι ως φιλοξενούμενος. Παίζοντας στο δικό του γνώριμο τερέν της φροντισμένης μαύρης υπερβολής.

 

*Aναδημοσίευση από το cinedogs.gr, κινηματογραφικό συνεργάτη του Artcore magazine

1
Μοιράσου το