Scroll Top

Άλλαι Τέχναι

Berlinale 2016: War on Everyone

feature_img__berlinale-2016-war-on-everyone
Ο Τζον Μάικλ ΜακΝτόνα γεννήθηκε μεν στο Λονδίνο, αλλά οι ιρλανδικές του ρίζες υπήρξαν κάτι παραπάνω από καταφανείς στις δύο πρώτες ταινίες του. Στο τρίτο του πόνημα, που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στην 66η Μπερλινάλε, πραγματοποίησε το μεγάλο άλμα. 

Μεταφερόμενος από την Ιρλανδία στην Αμερική, κουβάλησε μαζί του μπόλικες χρήσιμες κινηματογραφικές αποσκευές. Το πηγαίο χιούμορ που χαρακτηρίζει τους διαλόγους του. Το γουστόζικο και παιχνιδιάρικο ύφος της κινηματογράφησής του. Τις μπόλικες και σαγηνευτικές επιρροές που ομορφαίνουν τον εξωτερικό διάκοσμο των ταινιών του. Τη λατρεία που τρέφει για τους ήρωές του. Δυστυχώς όμως, παρά τις φορτωμένες βαλίτσες, ξέχασε να πάρει μαζί του διαβατήριο και πορτοφόλι. Αφήνοντας πίσω του την προτεραιότητα να φτιάξει πρωτίστως ένα αληθινό σκελετό ταινίας ούτως ώστε να παρελάσει μετέπειτα όλη η περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Ξεχνώντας να φτιάξει αληθινούς και καλοσχηματισμένους χαρακτήρες, οι οποίοι θα μπορούσαν ακολούθως να φανούν όσο ανεξέλεγκτα στιλάτοι και φιγουρατζήδες λαχταρούσαν.

Ο ίδιος ο ΜακΝτόνα χαρακτήρισε το “War on Everyone” μία κωμική βερσιόν της θρυλικής αστυνομικής περιπέτειας “The French Connection” (1971). Πράγματι, μία ρετρό ‘70s αίσθηση διαπερνά την ταινία από την πρώτη στιγμή, στα κουστούμια, στα αμάξια, στο mix tape soundtrack, στα πλάνα που μας συστήνουν τους δύο κολλητούς και συνεργάτες αστυνομικούς. Γενικότερα μιλώντας, οι αναφορές και οι παραπομπές στην όλη κουλτούρα των duo cop movies είναι φανερές, από το «Στάρκσι και Χατς» ως το «Φονικό όπλο» και τους «Σκληρούς του Μαϊάμι». Παράλληλα, ο παραληρηματικός και σπιρτόζικος βερμπαλισμός μας θυμίζει έντονα τους διαλόγους του Ταραντίνο και τις ατάκες των καλών εποχών του Γκάι Ρίτσι. Σκηνικό της όλης δράσης η <strong style=”line-height: 1.4em;”>Αλμπουκέρκη του Νέου Μεξικό, μία ιδανική κινηματογραφική no man’s land για την απεικόνιση machismo, εγκλήματος και διαφθοράς, όπως διαπιστώσαμε άλλωστε εμφατικά και στο “Breaking Bad”. Με τον καυτό της ήλιο, ο οποίος βρωμίζει, αντί να φωτίζει, όσους λούζει. Με τις πλούσιες, απομονωμένες και περιφρουρούμενες επαύλεις της να υπονοούν κάτι το διεστραμμένο και υποχθόνιο. Με τις ανοιχτωσιές και τα χαμηλά σπίτια, που δημιουργούν μία αίσθηση παραίτησης και απαξίας.

Ο ΜακΝτόνα κατορθώνει με περισσή άνεση να φανεί αυθόρμητα αστείος. Ακόμη κι αν τυχόν ενοχληθείτε από το κάπως cheesy περιτύλιγμα και την ανά στιγμές ακατάσχετη φλυαρία, είναι σχεδόν αδύνατο να μην υποκύψετε στον πειρασμό μπόλικων αβίαστων και τρανταχτών γέλιων. Τα αληθινά προβλήματα εμφανίζονται όταν πλέον καταστεί σαφές ότι οι ήρωες και η ταινία πασχίζουν τόσο καταπιεστικά να φανούν έξυπνοι, που καταλήγουν εξυπνάκηδες. Κι όταν αγγίξουμε αυτό το σημείο θραύσης, διάφορες χτυπητές αδυναμίες που ως τότε συγχωρούνταν, πλέον βγάζουν μάτι, όπως η παντελώς ξεχαρβαλωμένη σεναριακή δομή. Για να φτάσουμε σε ένα φινάλε, το οποίο δεν κατορθώνει να πείσει ούτε ως φάρσα και παρωδία, αλλά ούτε ως κωμική vigilante movie.

Συμπερασματικά, το “War on Everyone” είναι πέραν πάσης αμφιβολίας fun to watch, είναι αυθεντικά πιασάρικο, αλλά είναι και μία μικρή (ή και μεγαλύτερη) τρύπα στο νερό. Δεν διαθέτει σε καμία περίπτωση τη γλυκιά ειρωνεία, το λεπτό φλέγμα και την απολαυστική pastiche διάθεση του “The Guard”. Ομοίως κι ακόμη πιο φανερά, δεν διαθέτει το κατάμαυρο, νιχιλιστικό και υπαινικτικό χιούμορ, που είχε απογειώσει το αριστουργηματικό “Calvary” σε μία πραγματεία για την αμαρτία, τη θυσία, τη συγχώρεση και την τιμωρία. Είναι μία κωμωδία που διατυμπανίζει ότι δεν παίρνει καθόλου στα σοβαρά τον εαυτό της, ενώ κάνει μάλλον το αντίθετο, όσο ευχάριστη κι αν είναι (που είναι, σας το διαβεβαιώ) στη θέασή της. 

War on Everyone, του John Michael McDonagh
Είδος: Κωμωδία

*Aναδημοσίευση από το cinedogs.gr, κινηματογραφικό συνεργάτη του Artcore magazine

1
Μοιράσου το