Scroll Top

Βιβλιοθήκη

Ο αγνοοούμενος του Ματαρόα, του Νίκου Αμανίτη

o-agnoooumenos-tou-mataroa-tou-nikou-amaniti

Μπελ Τζον: Σημείωμα για το μυθιστόρημα του Νίκου Αμανίτη «Ο αγνοοούμενος του Ματαρόα» των εκδόσεων Μεταίχμιο.

Στις πρώτες σελίδες διαβάζεις, «θα συναντήσουμε πάντως πολλούς και διάφορους ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή του ήρωά μας: τον Γιάννη Μόραλη και τη Ζοζεφίνα Μπέικερ, τον Οκτάβιο Μερλιέ και τον Τζόι Έντγκαρ Χούβερ, τον Ζαχαρία Παπαντωνίου και τον Μεταξά, τον Σικελιανό, τον Παρθένη και τον Ρόθκο, αγωνιστές του ΕΑΜ και δωσίλογους υπουργούς, σκιές της Κατοχής και πολεμιστές της Αλβανίας, νέους του μεσοπολέμου που χορεύουν ένα ταγκό σε ντάνσινγκ του Παρισιού και της Αθήνας».

Μα δεν είναι ετούτα τα συναρπαστικά που προμηνύονται στον υπέροχο «Αγνοούμενο του Ματαρόα» του Νίκου Αμανίτη και τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Δεν είναι αυτά που αρκούν για να ταξιδέψει κανείς μες στην θυελλώδη ιστορία του Αθηναίου δημιουργού. «Πατρίδα» του «η Κυψέλη», γράφει το λιτό βιογραφικό που αρκεί μια υπενθύμιση, εξόχως επίκαιρη ακριβώς στο φινάλε, για να το αναδείξει σε ένα αυτοτελές και ευφυές λογοτεχνικό σύμπαν.

Κάτι περίκλειστο που θέλει απλά να αφηγηθεί την ιστορία του, παίρνει τον πρώτο λόγο. Γραφή ημερολογιακή που σε μεταφέρει στο τότε και το πώς και άλλοτε επιστολές και μαρτυρίες ενός κόσμου που ετοιμαζόταν να διαλυθεί μες στην τρέλα του πολέμου. Η Αθήνα, μια πολιτεία στην πιο σκοτεινή της ώρα, όπως και ολόκληρη η Ελλάδα. Η λαίλαπα του Ράιχ που σάρωσε την Ευρώπη και τον κόσμο, διέρχεται μέσα από τη συλλογική μας μνήμη πια. Είμαστε οι βάρκες που είναι γραμμένο να πέσουν στα βράχια, να αντέξουν ή να καταποντιστούν, είμαστε οι απεγνωσμένες βάρκες στο έλεος των κυμάτων. Τίποτε δεν μπορούμε να κάνουμε, τα ξύλα μας είναι τσακισμένα όταν πια η μοίρα θα επιβάλλει την ετυμηγορία της.

Ο άνθρωπος, ο Νίκος Μπαλόγιαννης, κεντρικός ήρωας ή καλύτερα μια φωτογραφική μηχανή με καρδιά τσακισμένη μεγαλώνει μαζί με τις δεκαετίες. Από σελίδα σε σελίδα μια καινούρια και αδοκίμαστη όψη των πραγμάτων, κάθε δεκαετία και κάτι που παίρνει, δικό του. Εκείνος που αναρωτήθηκε αν πρέπει να μένουν και άλλες λέξεις, πόσο λάθος έκανε. Αφού μες στην ύπαρξή μας, κάτι μας προτρέπει να λέμε ιστορίες, να μαζευόμαστε, να πενθούμε, να αγαπούμε, στο χαμό να τραβούμε και έπειτα με τη σοφία της νιότης και του λάθους αργά να πίνουμε τη ζωή. Ο ήρωας του Νίκου Αμανίτη, ο συνονόματός του Μπαλόγιαννης θαρρείς πως κοιτάζει το μέλλον μαζί και το παρόν πίσω από τα μαγικά των ματιών του φίλτρα στο εξώφυλλο των εκδόσεων Μεταίχμιο.

Σαν κάρβουνο σβησμένο ενός άλλου περασμένου καιρού, στην απελπισία ρίχνει την καρδιά του. Πίσω του το πέλαγο, παίρνει και αφήνει, λέξη τη λέξη αυτήν την ιστορία που έρχεται από τις αθηναϊκές εκδόσεις να ανανεώσει με τρόπο συναρπαστικό ολόκληρο τον μυθιστορηματικό μας τον κόσμο. Ιστορία και προσωπική διαδρομή – οι φωτογραφίες στο τέλος της ιστορίας, η Τρόι, ο Νίκος, μια λήψη στο κάθισμα του οδηγού του περίφημου Bel John Car, προδίδουν τους σταθμούς μιας ζωής. Ο Νίκος στο εξώφυλλο, στοπ, έτσι τηλεγραφικά όπως μας μιλεί από τα περασμένα η φωτογραφία με την πατίνα της και με το φως της που όλα τόσο αργά τα κατατρώει.

«Όμως πώς να γραφτεί μια βιογραφία δίχως αυθαιρεσία;», αναρωτιέται ο συγγραφέας στον «Αποχαιρετισμό» του. Πρέπει κανείς να φτιάξει μέσα του τον κόσμο, να στερεώσει τ’ αντίο στην Ελλάδα που σπάραξε τον εαυτό της, στον κόσμο που χρειάστηκε να φτιαχτεί από την αρχή, να πει το έχε γεια, τ’ οριστικό σαν χωρισμό στις δυνατότητες που παρέμειναν οι πιθανότητες ενός χαμένου παιχνιδιού. Μεσοπόλεμος, Κατοχή, Ματαρόα, Νέα Υόρκη, Σαν Φρανσίσκο. Αφετηρίες αυτής της βιογραφίας, παράξενης μαζί, μυθικής και πραγματικής όπως κάθε ζωή και κάθε όνειρο. Κάποιοι λένε πως ανάμεσα σε αυτά τα δυο δεν υπάρχει καμιά διαφορά και πως από συγκίνηση και ντροπή προπατορική οι άνθρωποι έκρυψαν με χίλιους τρόπους την αλήθεια από τα μάτια τους.

Έτσι μοιάζει αυτή η ιστορία που συνθέτει το συγγραφικό ταλέντο με το φόντο του κόσμου που αλλάζει. Και μαζί, ως πρόθεση και προϋπόθεση θεμελιώδη, τον σεβασμό στη ζωή. Μαζί με τις πηγές και τις αναφορές του, ο Νίκος Αμανίτης επιτρέπει να φωτιστεί το εργαστήρι του, να φανερωθούν οι διαδρομές του, στο αγώνισμα αυτό το απαιτητικό που διάλεξε με τόσο υπέροχο τρόπο να πάρει μέρος. Ο Μπελ Τζον που πέρασε διά πυρός και σιδήρου για να περπατήσει κάποτε, στολισμένος με το παπιγιόν του, δρόμους παλιούς και γνώριμους. Χαιρεφώντος, προπολεμικά υπουργεία, μέρες του ‘36, η Ελλάς διχασμένη. Στα ρέλια ο ανθός. Αργότερα πολλοί από εκείνη την «Κιβωτό» θα ξεχωρίσουν στα πνευματικά πράγματα και άλλοι θα πρωταγωνιστήσουν στην πολιτική και τις επιστήμες. Ανάμεσά τους ο Μπαλόγιαννης, ο καλλιτέχνης, ο αγνοημένος και ο αγνοούμενος μαζί εκείνου του απελπισμένου πλοίου στα ανοιχτά της αιωνιότητας πια. Μια περίπτωση μοναδική, ένας άνθρωπος από εκείνους που αφήνουν το σημάδι τους στη ζωή. Αυτό ήταν από χρόνων αρχαιοτάτων ο σκοπός ο πιο καίριος από το πέρασμά μας, είπε ο πατέρας μου την Λαμπρή του 1995. Ήταν σοφός και ποτέ του ας μην το έμαθε.

Και πάντα η Μουν, πάντα ένας έρωτας να κινεί τα νήματα του κόσμου. Ένας έρωτας που έσβησε, ένα χωριουδάκι κάπου στη Γαλλία, το τελευταίο αντίο στο λιμάνι, εκείνη να μένει πίσω αυτός με το λευκό του κοστούμι, ήδη μακρινός. Δεν θα συναντηθούν ποτέ ξανά. Εκείνη θα αφήσει τα γράμματά του αναπάντητα.

Λέξεις που γράφτηκαν σε ένα παράδοξο, αυτοσχέδιο ρολό με κόλλες αναφοράς διαφόρων μεγεθών όπως σημειώνει στο «Χειρόγραφο» ο συγγραφέας, Νίκος Αμανίτης στερεώνουν εμπρός στα μάτια μας τη σκηνογραφία της εποχής. Οι εξηγήσεις της πειστικές καθ’ όλη τη διάρκεια του βιβλίου που διατρέχει σαν φακός στιγμές και πρόσωπα μιας ατόφιας εποποιίας. Μιας συγκυρίας που πλακώθηκε κάτω από τα χώματα του χρόνου, ενός έρωτα που έμελλε να απομείνει στη σφαίρα τ’ ανεκπλήρωτου για πάντα εντοιχισμένος. Οι επτά ποντισμένες πόλεις της Κορίνθου οι μνήμες μας που ανάβουν κάποτε όλα τους τα φώτα. Η Μουν στη νύχτα του κόσμου στέκει ένα υπέροχο και φευγαλέο, τσίγκινο φεγγάρι. Ίσως σαρώθηκε και εκείνη από τη θύελλα του πολέμου. Η λάμπα της ίσως να έσβησε, έτσι δίχως απαντήσεις να αντάμωσε το τέλος της. Κάτι σπαραχτικό, ένας κόμπος στο λαιμό για τα χρόνια που πήρε η ιστορία και πίσω δεν τα δίνει, απομένει μες στις σελίδες, σαν χαρακιά στα περιθώρια των λέξεων.

Ο Νίκος Αμανίτης, με σημειώσεις και παραπομπές αφήνει ίχνη αντιπροσωπευτικά αυτού του καιρού. Γίνεται στο τέλος ο ίδιος ο ήρωας εκείνης της κατοχικής Αθήνας, είναι αυτός που επιβιβάζεται σε έναν άλλον Πειραιά, γεμάτο χαφιέδες, ναρκοθετημένα τ’ ανοιχτά μα είναι η μόνη ελπίδα. Και έπειτα η Νέα Υόρκη, η ζωή, τα παιδιά, τα ταξίδια και το έργο του Μπελ Τζον όπως θα γίνει πια το όνομά του γνωστό. Δουλεύει το μέταλλο, αυτός ο απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών που παρουσιάστηκε δίχως καθυστέρηση όταν κάλεσε ο καιρός την κλάση του, ο εραστής της Μουν πίσω στο χρόνο τόσο βαθιά, σαν θόρυβος που φθάνει από μακριά μες στης νύχτας την ύποπτη ακινησία. Γνήσια ελληνικός ο νέος του εξωφύλλου αντίκρισε με ευθύτητα τη μοίρα του, δήλωσε παρών στα καλέσματα και έζησε με ευκρίνεια, συνεπής στον έρωτα, την ομορφιά, στοχαστικός και δημιουργικός. Δεν είναι λουλούδια μες στη ζάχαρη ετούτες οι στιγμές του “Αγνοούμενου”. Είναι οι στάχτες του κόσμου που με τίποτε δεν μοιάζει και μονάχος του πορεύεται στο φως και τον αναστεναγμό.

Ο συγγραφέας φυλάει την εκτίμηση και τις ευχαριστίες του απέναντι σε όλους εκείνους που στάθηκαν πλάι στο απαιτητικό έργο. Σε κάποιους χρωστά ευγνωμοσύνη επειδή του δείξανε την Αθήνα του μεσοπολέμου που φυλάει μονάχα κάτι γωνιές πια και αυτές ετοιμόρροπες, βορά σε αιώνια αντιπαροχή. Και σε άλλους επειδή, λέει του αποκάλυψαν τα ονόματα των λουλουδιών και τον έμαθαν να τα ξεχωρίζει. Κανέναν δεν λησμονά ο Νίκος Αμανίτης για τούτο το βιβλίο που από την αρχή ως το τέλος του, κρατά το ρυθμό του αμείωτο. Μα περισσότερο από όλους φυλά την εκτίμησή του για την Ρέα Μπελ Τζον Κάλκινς, την κόρη του Νίκου που θέλησε με ενθουσιασμό και συγκίνηση βαθιά να φέρει στο φως τον αγνοούμενο.

Δίχως ποτέ να τ’ ομολογεί, η ιστορία κοιτάζει μέσα από τούτο το φορτισμένο στόχαστρο. Ίσως φταίει η νοσταλγία, ίσως το μυθιστόρημα να πλέκει ρίζες εντός μας και η ιστορία να μας κατακτά. Μιλάει για ξενιτιές, για πράγματα που δεν τα διαβάζεις μονάχα, μα τα μοιράζεσαι και τα νιώθεις, σαν να πρόκειται για κάποιον δικό σου άνθρωπο. Το μυθιστόρημα του Νίκου Αμανίτη σε αφήνει να κοιτάξεις από τη χαραμάδα του χρόνου. Να δεις και να θυμηθείς πόση θυσία, πόση επιμονή και αλήθεια πρόσκαιρη και γενική περιέχει η ζωή μας. Ετούτη την ιστορία τη γράφει ο ίδιος ο Μπελ Τζον, ο νέος του Ματαρόα που γεύεται την πίκρα της ιστορίας. Σαν μετεωρίτης κάποτε θα επιστρέψει, μα μοναχά για λίγο, όπως συμβαίνει με τ’ ανεξέλεγκτα τ’ άστρα, τα ακατάληπτα. Είναι αυτός που γράφει τα βιώματά του, αυτός που δεν ζήτησε να γίνει ήρωας του εαυτού του μα τελικά το κατόρθωσε. Όσο κρατεί το τραγούδι του οι λέξεις γεμίζουν από χρόνο και από καρδιά.

Πάντοτε μου προκαλούσε μια πίκρα η σκηνή του αποχωρισμού. Αυτή που στήνεται κάθε τόσο στις προβλήτες των λιμανιών όλου του κόσμου. Κάποιος που με αποχαιρετά με το χέρι του, μια σκισμένη από τη θλίψη σημαία, δίχως περηφάνεια καμιά πια. Το Ματαρόα παίρνει την Ελλάδα μακριά να τη γλιτώσει. Στα ρέλια του μεγαλώνουν τα παιδιά, τα πρόσωπά τους γίνονται ροδοκόκκινα από την αύρα τη θαλασσινή. Είμαι και εγώ ανάμεσά τους, λίγο μετά θα συγκαταλέγομαι στους αγνοούμενους του βαποριού, αυτούς που χάθηκαν μες στο τρομερό πλήθος. Και όλοι θα λένε για μένα, «αυτός που δεν επέστρεψε ποτέ», όσο εγώ κρύβομαι στην πλώρη του βαποριού που σκίζει τη νεοελληνική ιστορία. Απομένει να ζήσω και εγώ σαν τον Μπελ Τζον όλα τα πλήγματα και τις ευτυχίες αυτού εδώ του κόσμου.

«Ο αγνοούμενος του Ματαρόα» του Νίκου Αμανίτη και τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Λέξεις όλο χρώμα στ’ ασπρόμαυρο φόντο του χρόνου.

Ο αγνοοούμενος του Ματαρόα, του Νίκου Αμανίτη

Εκδόσεις Μεταίχμιο
σελ. 648

6
Μοιράσου το