Scroll Top

Βιβλιοθήκη

Το αστυνομικό στον κόσμο: Maurice Attia

feature_img__to-astinomiko-ston-kosmo-maurice-attia
Η αστυνομική λογοτεχνία έχει αναμφίβολα επιστρέψει στο προσκήνιο, βγαίνοντας οριστικά από το περιθώριο που την είχαν εξορίσει παλαιότερα, το περιθώριο της λεγόμενης «παραλογοτεχνίας». Το αστυνομικό μυθιστόρημα έχει αντεπιτεθεί και διεκδικεί την αναγνώριση που του έχει στερηθεί για πολύ. Και εν πολλοίς έχει πάρει την εκδίκησή του.

 Πρώτον, γιατί του αναγνωρίζεται πόσο πολύ έχουν συμβάλλει οι φόρμες και οι νόρμες του στη λογοτεχνική παραγωγή γενικότερα – και της «υψηλής» λογοτεχνίας. Δεύτερον, γιατί είναι πλέον αποδεκτό ότι δεν αποτελεί κάποιον «φτωχό συγγενή», αλλά αντίθετα εξαίρεται η ικανότητά του να φωτίσει με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο και ύφος τα μεγάλα ζητήματα. Τρίτον, γιατί έχει απενοχοποιηθεί η ιδιαίτερη απόλαυση από την καταβύθιση σε τέτοιου τύπου ιστορίες δράσης, μυστηρίου και αινίγματος, φαντασίας και ανατροπών. Και τέταρτον, γιατί έχει κατορθώσει, με πρακτικούς όρους, να κυριαρχήσει στη λογοτεχνική παραγωγή και κατανάλωση – δεν είναι τυχαίο ότι οι αριθμοί του αστυνομικού στον εκδοτικό χώρο είναι σταθερά και παγκοσμίως υψηλοί. Μια στάση, λοιπόν, στην αστυνομική λογοτεχνία επιβάλλεται. Και αυτή η στάση περιλαμβάνει μια ιδιαίτερη, κατά τη γνώμη μου, περίπτωση: αυτή του Maurice Attia, του Γάλλου συγγραφέα που έχει κατορθώσει να δημιουργήσει ένα δικό του κόσμο και ένα δικό του ύφος μέσα από το πρόσωπο και τη δράση του ήρωα Πάκο Μαρτίνεθ.

Ο Attia είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση μυθιστοριογράφου που ασχολείται με το αστυνομικό και νουάρ μυθιστόρημα. Κι αυτό έγκειται περισσότερο στις αναλογίες βάσει των οποίων επιλέγει να συνθέσει τις ιστορίες του. Οι ιστορίες που αφηγείται, νομίζω, ισορροπούν με έναν ωραίο τρόπο μεταξύ της αστυνομικής/νουάρ πλοκής και της παρουσίασης του ευρύτερου ιστορικού και κοινωνικο-πολιτικού πλαισίου πάνω στο οποίο εγγράφεται η πλοκή. Ο Attia στοχεύει κάθε φορά να δημιουργεί μια κεντρική υπόθεση που απασχολεί τους χαρακτήρες του και που ζητά μια κάποια λύση· μα την ίδια στιγμή ενδιαφέρεται πάρα πολύ να προσδώσει «όγκο» στο μυθιστόρημα, να του προσδώσει διαστάσεις και προεκτάσεις, και να το προσδιορίσει με κάποιες συντεταγμένες σε ένα ευρύτερο πεδίο, που είναι η κοινωνία και η Ιστορία. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη άσκηση του συγγραφέα, άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο πετυχημένη, που κατορθώνει να χαρίσει ιδιοπροσωπία στα μυθιστορήματά του.

Ενδεικτικά θα αναφέρω δύο μυθιστορήματά του, δύο άκρες της ευρύτερης παραγωγής του: το εντυπωσιακό και προγενέστερο «Μαύρο Αλγέρι», και το τελευταίο και κάπως πιο «πειραματικό» έργο του (με την έννοια ότι ο συγγραφέας προσπαθεί να αναμορφώσει την στρωτή πλοκή, χειριζόμενος διαφορετικά νήματα και διαφορετικά πλαίσια σε ένα έργο, επιχειρώντας να τα συνθέσει σε ένα όλο), «Το κόκκινο και το φαιό».

Το «Μαύρο Αλγέρι» αφηγείται την ιστορία μιας τραγωδίας, μιας τραγωδίας της Ιστορίας. Είναι η ιστορία του τέλους της γαλλικής επικυριαρχίας στην Αλγερία. Είναι η ιστορία της διαδικασίας της απο-αποικιοποίησης που έλαβε χώρα στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, στα πλαίσια των ευρύτερων, παγκόσμιων αγώνων εναντίων της αποικιοκρατίας. Ο Attia μας παρουσιάζει μια αστυνομική υπόθεση διπλής δολοφονίας που αναλαμβάνει ο Πάκο Μαρτίνεθ εν μέσω μιας γενικευμένης πολιτειακής κρίσης στο Αλγέρι, όταν τα πράγματα στη χώρα της Βόρειας Αφρικής είχαν εκραγεί με αποτέλεσμα ένα κύμα βίας προς κάθε πλευρά. Η κρίση μάλιστα, που είναι και ο θεματικός πυρήνας του μυθιστορήματος, είναι τόσο θεμελιακή που στην ουσία καθιστά την ίδια τη διερεύνηση μιας αστυνομικής υπόθεσης σχεδόν αστεία και αδιάφορη: σε μια χώρα που οι νεκροί πέφτουν σωρηδόν, όπου οι αστυνομικοί και οι απλοί πολίτες είναι υπό διαρκή απειλή, όπου όλοι είναι αναμεμιγμένοι ενεργά ή παθητικά στον αγώνα που λαμβάνει χώρα και αφορά τις συγκρούσεις των διαφορετικών δυνάμεων που θέλουν να καθορίσουν τις τύχες της Αλγερίας (δλδ., αγώνας μεταξύ αυτών που θέλουν την αραβική επικράτηση και την κήρυξη ανεξαρτησίας, και αυτών που θέλουν την διατήρηση των προνομίων των Γάλλων πολιτών και την παραμονή της Αλγερίας υπό το γαλλικό έλεγχο), μια υπόθεση που αφορά το φόνο δύο νέων ανθρώπων (και φαίνεται να παραπέμπει σε πολιτικού χαρακτήρα εκτέλεση, από αυτές που ήταν καθημερινό φαινόμενο την εποχή εκείνη) δεν ενδιαφέρει κανέναν. Ωστόσο ο Πάκο Μαρτίνεθ επιλέγει να ασχοληθεί με την υπόθεση – από προσωπικό και επαγγελματικό εγωισμό, από αντίσταση στο κλίμα αποσύνθεσης των θεσμών, από αντίσταση στην ίδια την ανατροπή της κανονικότητας, από σεβασμό και διάθεση απονομής δικαιοσύνης σε δύο ανθρώπους που χάθηκαν…; Ο Attia κατορθώνει με αυτό το τέχνασμα, παρακολουθώντας τον ντετέκτιβ του που σαρώνει το Αλγέρι –και όχι μόνο– για μια λύση, να παρουσιάσει ταυτόχρονα και το γενικότερο πλαίσιο, να διαπραγματευτεί την καθημερινότητα του Αλγερίου εκείνη την περίοδο, να αποτυπώσει την τρομοκρατία και την αίσθηση αδιεξόδου, τραγωδίας, και κατάρρευσης που νομοτελειακά φέρνουν τέτοιες εποχές κρίσιμες στην ιστορία των λαών, να σκιαγραφήσει ακόμη και τις πολλαπλές «αλήθειες» που φέρουν οι απλοί άνθρωποι που ζουν και προσπαθούν να επιβιώσουν σε τέτοιες στιγμές (την αίσθηση της απώλειας, τον τρόμο για τη ζωή, το φόβο του ξεριζωμού, την εμμονή στο παρελθόν και στα προνόμια που φαίνονται να χάνονται, την επιθυμία για ελευθερία και αποτίναξη ενός ζυγού, την καταβύθιση στη βία ως όπλο ή αναγκαιότητα…). Η Ιστορία είναι εκεί στο «Μαύρο Αλγέρι, ακριβώς μπροστά στα μάτια μας, μας αποκαλύπτεται μέσα από τον αγώνα του Πάκο απλώς να κάνει τη δουλειά του, μας αποκαλύπτεται σχεδόν ωμά και προκλητικά, σχεδόν σαν ένα σοκ. Και η μεγαλύτερη «απόλαυση» του αναγνώστη είναι ακριβώς ότι βλέπει αυτή την ιστορία και μαθαίνει για αυτή και από αυτή. Έτσι, το αστυνομικό μυθιστόρημα ξαφνικά σα να μεταβάλλεται σε ιστορικό (επικουρούμενο, βέβαια, και από τις πολλές και άκρως διαφωτιστικές σημειώσεις που συνοδεύουν το κείμενο και συμβάλλουν τα μέγιστα στην εξοικείωση με ένα κεφάλαιο σημαντικό για τη Γαλλία αλλά και για όλο το αντι-αποικιακό κίνημα). Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που τραβά τον αναγνώστη, χάρη ακριβώς στην ισορροπία μεταξύ της αστυνομικής υπόθεσης-αινίγματος που ζητά επίλυση, και της μεγάλης ιστορίας που αφορά μια ολόκληρη κοινωνία· και αυτή ακριβώς η ισορροπία είναι που πετυχαίνει διάνα και καλλιεργεί και την «προσκόλληση» του αναγνώστη, με αποτέλεσμα όχι μόνο την ευχαρίστηση αλλά και την καλλιέργεια της ίδιας της κοινωνικοπολιτικής και ιστορικής γνώσης.

Ένα αντίστοιχο ύφος διαπνέει και το «Κόκκινο και το φαιό», το τελευταίο μυθιστόρημα του Attia – αλλά με ένα κάπως διαφορετικό αποτέλεσμα. Σε αυτό, ο συγγραφέας επιστρέφει στους κεντρικούς χαρακτήρες που γνωρίσαμε από το «Μαύρο Αλγέρι». Μόνο που τώρα αυτοί οι χαρακτήρες είναι διαφορετικοί: έχουν περάσει χρόνια, έχουν μετακομίσει στη Γαλλία και ζουν διαφορετικές ζωές. Ο Πάκο Μαρτίνεθ είναι δημοσιογράφος και η γυναίκα του, η Ιρέν, διατηρεί εμπορικό κατάστημα· μαζί έχουν πια και ένα παιδί. Αυτή τη φορά ο Πάκο θα κληθεί ως δημοσιογράφος να πάει στην Ιταλία για να καλύψει την απαγωγή του Άλντο Μόρο· εκεί θα εμπλακεί σε μια σειρά από μικροπεριπέτειες, τις οποίες και προσπαθεί να λύσει. Από τη μεριά της, η Ιρέν, μετά από μια επίσκεψη στη μητέρα της, ανακαλύπτει ένα χειρόγραφο του πατέρα της το οποίο αφηγείται λογοτεχνικά μια ιστορία από τη Γαλλία των τελών του 19ου αιώνα, με κύριο θέμα τη δράση δεξιών, αντισημιτικών πολιτικών ομάδων. Και στο «Κόκκινο και το φαιό» ο Attia, λοιπόν, ασχολείται με τη διαπλοκή της «μεγάλης» Ιστορίας με τις μικρές ιστορίες των ηρώων του, σε μια προσπάθεια να σκιαγραφήσει το πλαίσιο και τους χρωματισμούς αυτού του πλαισίου στο οποίο είναι τοποθετημένοι και κινούνται οι άνθρωποι.

Με λιγότερη επιτυχία αυτή τη φορά –που οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, στην επιμονή του συγγραφέα να χωρέσει στο ίδιο μυθιστόρημα διαφορετικής υφής, ποιότητας, μεγέθους αλλά και χρονικότητας κοινωνικοπολιτισμικές ιστορίες και αφηγήματα– ο Γάλλος προσπαθεί να δώσει μια εικόνα των τρόπων που χαρακτηρίζουν τη ζωή των ανθρώπων τα μεγάλα γεγονότα και οι πολιτικές ιδεολογίες. Αυτή τη φορά, προσπαθεί να τονιστεί ο πραγματικός και τραγικός αντίκτυπος που έχουν οι άκαμπτες ιδεολογίες αλλά και οι πολιτικές σκοπιμότητες στην καθημερινότητα – ένας αντίκτυπος που δημιουργεί μικρά δράματα, δυστυχή συμβάντα, ανεπούλωτες πληγές και τραύματα… Κι αν, ωστόσο, ο συγγραφέας δεν καταφέρνει εδώ να συνθέσει εντελώς αρμονικά τις δύο διαφορετικές ιστορίες του, κι αν το αστυνομικό κομμάτι φαίνεται να είναι σχετικά πιο αδύναμο εδώ συγκριτικά με το «Μαύρο Αλγέρι», κι αν τα δύο πολιτικά και κοινωνικά πλαίσια (το δράμα της ιταλικής πολιτικής με την τρομοκρατία, και ο αντισημιτισμός της γαλλικής κοινωνίας) στην ουσία δεν συνδέονται ουσιαστικά πέραν από μια διδακτική πρόθεση να εξισωθούν δύο άκρα, ωστόσο εκείνο που επιτυγχάνεται στο «Κόκκινο και το φαιό» είναι να αποδοθούν όμορφα οι ανθρώπινες στιγμές και τα ανθρώπινα πάθη και να δοθεί με όμορφο τρόπο από μια συγκεκριμένη προοπτική το πολιτικό και κοινωνικό περικείμενο που έχει διαμορφώσει την ευρωπαϊκή κοινωνία.

Παρά τις διαφορές τους -και τις όποιες αδυναμίες που μπορεί να βρει κανείς–, τα αστυνομικά μυθιστορήματα του Maurice Attia έχουν μια γοητεία, μια ιδιαιτερότητα και μια δύναμη που τα κάνει ξεχωριστά και ωραία αναγνώσματα. Και αξίζει να διαβαστούν, κατά τη γνώμη μου, για την ικανότητά τους να φέρνουν σε ισορροπία την ξεχωριστή αστυνομική περιπέτεια με την κοινωνικο-πολιτική ανάγνωση. Αν καταφέρνουν κάτι πολύ καλά, είναι το εξής: πέρα από το να προσφέρουν μια απλή οπτική στην ιστορία της εκάστοτε κοινότητας, πετυχαίνουν να υπογραμμίζουν την ένταση αυτής της ιστορίας. Έτσι όπως τα διαβάζω εγώ, τα μυθιστορήματα του Γάλλου διαπνέονται από μιας μορφής ειρωνεία. Παρουσιάζουν στον αναγνώστη μια υπόθεση, η οποία αμέσως μετά φαίνεται να υποβαθμίζεται, φαίνεται να γίνεται μια φάκα, ένα απλό όχημα για να «πιαστεί» ο εκάστοτε αναγνώστης στο κλίμα και το χαρακτήρα μιας ολόκληρης εποχής. Και μέσα από την αστυνομική βία να εκτεθεί στη γενικότερη βία που αποτελεί, υπό διαφορετικές μορφές, συνθήκη των ανθρώπινων κοινωνιών. Τα μυθιστορήματα, με τις πλοκές τους, δε δίνουν απλώς μια εικόνα αλλά αποδίδουν, τρόπον τινά, την ηθική αυτουργία της Ιστορίας στα ανθρώπινα εγκλήματα και πάθη. Αν στο τέλος των μυθιστορημάτων του Attia αναζητά κανείς τη λύση του γρίφου του αστυνομικού, αυτή η λύση δεν είναι παρά η συνειδητοποίηση του κόσμου στον οποίο είμαστε μάρτυρες· αυτή είναι και η απόλαυση.

Το μαύρο Αλγέρι, του Maurice Attia
Μετάφραση: Μαρία Μηλολιδάκη
Εκδόσεις Πόλις
σελ. 400

Το κόκκινο και το φαιό, του Maurice Attia
Μετάφραση: Eιρήνη Παπακυριακού
Εκδόσεις Πόλις
σελ. 384

1
Μοιράσου το