Scroll Top

Άλλαι Τέχναι

Thelma, του Joachim Trier

feature_img__thelma-tou-joachim-trier
Πόσο επιβλητικά καλαίσθητος κι εκλεπτυσμένος, πόσο ξεχωριστός, πόσο σπουδαίος είναι στ’ αλήθεια ο σκανδιναβικός κινηματογράφος; Απόμακρος, σκοτεινός κι ανεξιχνίαστος μα την ίδια ακριβώς στιγμή αληθινά και βαθιά γήινος· ανθρώπινος στον πυρήνα του, με ρεαλιστικές ανησυχίες και αδυσώπητα ερωτηματικά που κατατρύχουν παραδοσιακά τον άνθρωπο σ’ όλη τη διαδρομή της ύπαρξής του. Πρόκειται ίσως για το καλύτερο δείγμα του σύγχρονου ευρωπαϊκού σινεμά, κι αυτό επιβεβαιώνεται για μια ακόμα φορά στην καινούργια ταινία του Joachim Trier, του παλαβού Νορβηγού που ανάμεσα στο πλούσιο παλμαρέ του δεσπόζει (πάντα σύμφωνα με τη γνώμη του γράφοντος) μια από τις σπουδαιότερες σκανδιναβικές ταινίες όλων των εποχών, το θεσπέσιο “Oslo, 31. August”.

Ε, ναι λοιπόν! Αυτό είναι το “Thelma”. Είναι το πρότυπο ενός απύθμενα στοχαστικού καλλιτεχνικού ρεύματος, το οποίο πάλλεται πιο ζωντανό από ποτέ κι ελκύει μια συνεχώς αυξανόμενη μερίδα θεατών με γνήσιες, θα τολμούσα να πω, ανησυχίες περί του «υπάρχειν» (χωρίς αυτό να υπονοεί ότι άλλα είδη θεατών δεν έχουν τις δικές τους ενδόμυχες σκέψεις και αναζητήσεις). Είναι το εξαιρετικό κινηματογραφικό ίχνος ενός ταλαντούχου δημιουργού, που παρά τις όποιες αδυναμίες και αδεξιότητές του καταφέρνει να μας παρουσιάσει ένα αξιοπρόσεκτο και πολυεπίπεδο δράμα, μια ταινία σφιχτοδεμένη και καλοδουλεμένη από την αρχή μέχρι το τέλος της.

Το “Thelma” είναι μια ταινία ακραιφνώς εσωστρεφής κι ενδοσκοπική, κάτι που διαφαίνεται από το πρώτο κιόλας λεπτό, με την εναρκτήρια εικόνα του φιλμ να εισάγει πανοραμικά το βλέμμα του θεατή στην αφιλόξενη και παγωμένη λίμνη κάποιας νορβηγικής επαρχίας. Το τοπίο είναι αθόρυβο κι «ακίνητο» κι ο Trier, πίσω από ένα υποβλητικό μουσικό χαλί που θυμίζει πένθιμο εμβατήριο, μας συστήνεται μ’ έναν πρόλογο πραγματικά αινιγματικό και μυστηριώδη, μα την ίδια στιγμή μεγαλειώδη και σπουδαίο. Το πρώτο κάδρο του έργου, μ’ ένα εξαίσιο και υπομονετικό «αγγελοπουλικό» πανοραμίκ, καθιστά αμέσως σαφές πως ο σκηνοθέτης επιχειρεί ν’ αποστασιοποιηθεί και να παραμείνει αμέτοχος παρατηρητής. Δεν θέλει σε καμία περίπτωση να εισέλθει στην κινηματογραφική πραγματικότητα και να δεσμευτεί συναισθηματικά. Όλα συμβαίνουν αργά κι όλα έχουν τον σκοπό τους. Συνειδητοποιείς ξαφνικά ότι δεν ακούς ούτε μια λέξη, ούτε έναν ανθρώπινο ήχο στα πρώτα αυτά λεπτά, φαινόμενο αρκετά τρομαχτικό από μόνο του. Ένα μικρό κορίτσι, η “Thelma”, με τη συνοδεία του πατέρα της, έχουν βγει για κυνήγι και περπατούν πάνω στον πάγο προσεγγίζοντας μια δασώδη περιοχή, όταν ξαφνικά συναντούν ένα νεαρό ελάφι. Ο πατέρας οπλίζει και σηκώνει το όπλο του. Η γωνία λήψης αλλάζει και με το βλέμμα μας πλέον στο ύψος της μικρής Thelma βλέπουμε τον πατέρα να στρέφει το όπλο προς το κεφάλι της κόρης του και στην ουσία προς τα μάτια του θεατή (τι υπέροχη γωνία!). Και κάπου εδώ είναι που συναντούμε για πρώτη φορά την αληθινή ψυχή αυτού του έργου, τον συστατικό φόβο για το άγνωστο από τον οποίο και γεννιέται. Ο πατέρας δείχνει να δειλιάζει, σκέφτεται, τρομάζει κι εν τέλει ματαιώνει.

Η Thelma είναι ένα συνεσταλμένο κορίτσι, γαλουχημένη από δύο θρησκόληπτους γονείς σ’ ένα ανελαστικό και αυταρχικό περιβάλλον. Αφήνει το πατρικό της σπίτι στην επαρχία, με τη διαφαινόμενη διστακτική συγκατάθεση της οικογένειάς της, και μεταναστεύει στο Όσλο για σπουδές. Η οριζοντίωση της ιστορίας και η φαινομενική ηρεμία όμως θα διαταραχθούν γρήγορα μ’ ένα επεισόδιο σπασμών που θα εμφανίσει η Thelma και το οποίο θα σταθεί αφορμή για να γνωρίσει την Anja (Kaya Wilkins), μια αξιαγάπητη και βαθιά δοτική συμφοιτήτριά της. Τα δύο κορίτσια, προερχόμενα από δύο τελείως αντίθετα ψυχολογικά πλαίσια, έχοντας το καθένα τις δικές του ιδιαιτερότητες και ανησυχίες, θα συνδεθούν στενά και θα αναπτύξουν μια σχέση σπάνια, απ’ αυτές που ξεκλειδώνουν πτυχές του εαυτού που δεν γνώριζες καλά καλά ότι υπάρχουν. Η Thelma θ’ αρχίσει σταδιακά ν’ αντιλαμβάνεται πως διαθέτει μια ανεξέλεγκτη μεταφυσική δύναμη η οποία πηγάζει και αναβλύζει κατά κύματα από ανεξερεύνητες εσωτερικές της σκέψεις. Η ικανότητα αυτή ωστόσο δεν θα προσδιοριστεί ποτέ με απόλυτη σαφήνεια από τον Trier.

Κι εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ανυπέρβλητη ιδιοφυΐα της ταινίας. Ο σκηνοθέτης με απαράμιλλη ευστοχία και διορατικότητα καταφέρνει να προσεγγίσει τη λεπτότητα των καθημερινών φόβων της ανθρώπινης επαφής από έναν δρόμο πρωτότυπο και γνήσια όμορφο. Η εκ πρώτης όψεως παράδοξη αναδίφησή του στο μεταφυσικό μπορεί εύκολα να αναλυθεί με λανθιμικούς όρους κι εν τέλει να εκληφθεί ως αποτύπωση αυτού του άφατου και «υπερβατικού» στοιχείου που χαρακτηρίζει την αλήθεια κάθε ανθρώπινης πράξης. Αυτή την ίδια σκέψη είναι που με ασυναγώνιστη ευφράδεια και προσήλωση έχει εκφράσει ο Λάνθιμος στις ταινίες του. Αυτό το σκοτεινό υπαρξιακό άγχος. Το αναπόδραστο αξίωμα πως όλες οι ανθρώπινες πράξεις έχουν συνέπειες οι οποίες διέπονται από νόμους ανερμήνευτους και απρόσιτους για τις αισθήσεις μας.

Η συνολική όμως δομή του έργου θα ήταν εντελώς άνοστη και ανιαρή αν δεν διανθιζόταν από την διαβολεμένη σκηνοθετική ευστροφία του Trier, ο οποίος μετασχηματίζει τις εσωτερικές αγωνίες της ιστορίας σε τεχνικές πινελιές απύθμενης αρτιότητας. Με αναδρομές στο παρελθόν που κάθε τόσο διακόπτουν την ευθύγραμμη εξιστόρηση, με συχνότατες εναλλαγές γωνιών κι ένα ασταμάτητο πηγαινέλα μεταξύ εσωτερικών και εξωτερικών χώρων, ο εμβριθής σκηνοθέτης μεταφράζει κι αποδίδει με ασύγκριτη ευαισθησία αυτό το ανάγλυφο των συναισθημάτων, φιλοτεχνώντας με τρόπο απερίγραπτα βαθυστόχαστο το ψυχογράφημα αληθινά πολύπλοκων χαρακτήρων. Χτίζει καρτερικά πάνω στον ψυχρό φωτισμό, μεταχειρίζεται άριστα την προοπτική του κάδρου του για να μας καθοδηγήσει και να κεντρίσει την προσοχή μας, ενώ δημιουργεί λαμπρά ένα αχανές βάθος πεδίου ώστε να αποτυπώσει με ευκρίνεια στην τελευταία τους λεπτομέρεια τα αντικείμενα και τις υφές του περιβάλλοντος. Χαρακτηριστικές είναι άλλωστε ορισμένες σκηνές σε κλειστούς χώρους, με την κάμερα άλλοτε να κινείται ελεύθερα κι άλλοτε να μένει καθηλωμένη, διατηρώντας όμως πάντα αψεγάδιαστη καθαρότητα σ’ όλο το εύρος που παρατηρεί, δίνοντας στο θεατή την ευκαιρία να εξερευνήσει τον σκηνικό χώρο κι εν τέλει τον χώρο που κινούνται και σκέφτονται οι ηθοποιοί (ο χώρος που αντανακλώνται οι συναισθηματικές τους εκφράσεις).

Εν κατακλείδι οφείλω να υπογραμμίσω πως δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για αριστούργημα. Η ευτυχία αυτή και η βαθιά ικανοποίηση με την οποία γράφω αυτές τις γραμμές δεν θα πρέπει να μεταφραστεί σε δάφνες και επαίνους. Όσο κι αν όλα τα παραπάνω ακούγονται σαν διθυραμβικές κριτικές, όσο κι αν η ταινία είναι στο σύνολό της συμπαγής και άρτια, υπάρχουν φανερές αστοχίες στο τελικό αποτέλεσμα. Η εμμονική (σχεδόν θρησκευτική) προσήλωση του Trier στην πρωταγωνίστριά του συμπιέζει τους εκφραστικούς χώρους των άλλων ηθοποιών, οι οποίοι είναι φανερό, καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου, πως έχουν πολλά πράγματα να δώσουν και μπροστά τους υψώνονται σκηνοθετικά κωλύματα. Ταυτόχρονα οι στερεοτυπικές αναγνώσεις σε κάποιες πτυχές της υπόθεσης περισσότερο αμηχανία προξενούν παρά αναδεικνύουν τον σκοπό τους. Τρανταχτό παράδειγμα αυτή η εύλογη συστολή της επαρχίας που αποτυπώνεται στη νεοφερμένη στην πόλη Thelma, η οποία όμως υπεραναλύεται, προσδιορίζεται και εξερευνάται σε τέτοιο βαθμό που καταλήγει φαιδρή και παρωχημένη. Κι όμως, το “Thelma” παραμένει ατόφιο κι άσπιλο. Ξεπερνάει τις δικαιολογημένες αδεξιότητες του σκηνοθέτη κι αναδεικνύει σ’ όλη τους τη λαμπρότητα τις αρετές του σκανδιναβικού κινηματογράφου. Το ευρωπαϊκό σινεμά που απολαμβάνεις χωρίς ανάσα λεπτό προς λεπτό. Αξίζει σίγουρα τον χρόνο σας.

Ελπίζω να έχετε μια αξέχαστη προβολή.

Thelma, του Joachim Trier
Μεταφρασμένος Τίτλος: Θέλμα
Είδος: Δράμα, Μυστήριο, Φαντασία
Διάρκεια: 116΄

1
Μοιράσου το