Scroll Top

Βιβλιοθήκη

Κόκαλα από ήλιο, του Mike McCormack

feature_img__kokala-apo-ilio-tou-mike-mccormack
Το πρώτο πράγμα που θα ακούσει κανείς γι’ αυτό το βιβλίο, είναι ότι είναι ένα μυθιστόρημα χωρίς τελεία, μια κατάθεση ψυχής σε μία πρόταση. Χρησιμοποιώντας όμως κενά και παύλες -σαν να διαβάζει κανείς ένα εκτενές ποίημα, μια άναρχη και παρ’ όλα αυτά άκρως προσεγμένη εξομολόγηση ημερολογίου- σε καμία περίπτωση δεν κουράζει, παρά διατηρεί έναν αμείωτο ρυθμό μέχρι τέλους. Άλλωστε, γιατί να υπάρχει τελεία στον απολογισμό της ζωής ενός πολιτικού μηχανικού που μάταια αναζητούσε σταθερές δομές στο χάος της καθημερινής ζωής (βλ. οπισθόφυλλο); Και όμως, παρά την όποια ματαιότητα, μετά το πέρας της ανάγνωσης, καταλαβαίνεις ότι αυτό που έχει σημασία είναι τα μικρά όμορφα πράγματα, οι «ασήμαντοι» λόγοι που νοηματοδοτούν το κυνήγι καθενός από εμάς για να ζήσει. Χωρίς προφανή λυρισμό, και με λέξεις κυνικές, στο μυθιστόρημα κυριαρχούν αναμφίβολα τα συναισθήματα και η ομορφιά που κρύβει η καθημερινή ζωή στη γυμνή απλότητά της.

Το «Κόκκαλα από ήλιο» (Solar Bones) είναι το πέμπτο βιβλίο του Ιρλανδού συγγραφέα Mike McCormack. Προηγήθηκαν οι συλλογές διηγημάτων ‘’In the Head’’ (1996) και “Forensic Songs” (2012), αλλά και τα μυθιστορήματα “Crowe’s Requiem” (1998) και “Notes from a Coma” (2005). Στην Ελλάδα έχει εκδοθεί μόνο η πρώτη του συλλογή με τίτλο «Χτύπημα στο κεφάλι» (εκδ. Οξύ, 2001). Για το βιβλίο «Κόκκαλα από ήλιο» ο McCormack κέρδισε το βραβείο Goldmiths (βραβείο που απονέμεται σε έργα που ανοίγουν νέους δρόμους στο μυθιστόρημα) και το International Dublin Literary Award, βραβεύσεις ενδεικτικές για την αναγνώριση που λαμβάνει ο συγγραφέας διεθνώς με το έργο του αυτό.
Στην πλοκή του έργου, ο πρωταγωνιστής – πρωτοπρόσωπος αφηγητής λέγεται Μάρκους Κόνγουει και είναι ένας μεσήλικας πολιτικός μηχανικός, κάτοικος της επαρχιακής κομητείας του Μάγιο που στις 2 Νοεμβρίου (ημέρα των Ψυχών για τους Καθολικούς) κάνει απολογισμό της ζωής του, καθήμενος στο τραπέζι της κουζίνας του και περιμένοντας τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Δεν νιώθει, όμως, την ανάγκη να αφηγηθεί γραμμικά την ιστορία του, για το πώς βρέθηκε να κάθεται σε αυτό το τραπέζι κουζίνας. Αντιθέτως, στην αρχή θα μιλήσει για την ιρλανδική επαρχία, την έντονη σχέση των Ιρλανδών με την εκκλησία, τα μικρά εργοστάσια που έκλεισαν, τα παιδιά αγροτών που έγιναν ελεύθεροι επαγγελματίες και την οικονομική κρίση που ήρθε να συνταράξει τη μέχρι τότε διάχυτη ευφορία και κάθε προηγούμενη αίσθηση σταθερότητας:

μεγέθη που προκαλούσαν δέος και ξεπερνούσαν το ύψος αυτού που φανταζόμασταν ότι ήταν δυνατόν να χρωστάμε και… μοιάζουν με τους δείκτες και τα μεγέθη μιας νέας κοσμολογίας, με τις δυνάμεις και τις ταχύτητες κάποιου άγονου, αντεστραμμένου κόσμου – ένα αρνητικό βασίλειο που με τον καιρό, θα μας ρουφήξει τη ζωή.

Σαν να μας θυμίζουν και εμάς κάτι όλα τα παραπάνω…
Χωρίς να υποσκελιστούν οι παραπάνω θεματικές, η αφήγηση θα γίνει και θα παραμείνει πιο προσωπική στη συνέχεια. Ο Μάρκους Κόνγουεϊ, ένας σύγχρονος αντιήρωας, θα αφηγηθεί σιγά σιγά ολόκληρη τη ζωή του. Πηδώντας από τη μία θύμηση στην άλλη, ο αναγνώστης σταδιακά θα μάθει για τη γνωριμία του πρωταγωνιστή με τη γυναίκα του, για τη ζωή και τα άγχη τους ως νεαρό ζευγάρι, το επακόλουθο άγχος των δύο παιδιών, και για τη σχέση τους ως μεσήλικο, πλέον, ζευγάρι, με ανεξάρτητα και ενήλικα παιδιά. Οι σχέσεις του Κόνγουεϊ με την οικογένειά του δεν παρουσιάζονται παραμυθένιες, αλλά άκρως ρεαλιστικές. Αναφέρεται στη γυναίκα του με την απλή αλλά τόσο έντονα φορτισμένη φράση «αυτή η γυναίκα», ενώ η αγάπη του για αυτήν δεν αποδίδεται με εκτενείς περιγραφές συναισθημάτων και στιγμών αμοιβαίας έκφρασης αγάπης, αλλά προβάλλεται στις στιγμές που θα την φροντίσει, όταν ήταν άρρωστη και εξουθενωμένη. Ένας από τους πιο σημαντικούς άξονες της αφήγησης, επίσης, περιστρέφεται γύρω από το άγχος του να ανταποκριθεί στους διαφορετικούς ρόλους που καλείται να παίξει στη ζωή: σύντροφος, επαγγελματίας, πατέρας.
Ο αφηγητής κρατάει τον ρυθμό αριστοτεχνικά. Κάθε φορά που ολοκληρώνεται κάποια ανάμνηση, ο πρωταγωνιστής επανέρχεται απότομα στο αφηγηματικό παρόν, αναφερόμενος στο τραπέζι της κουζίνας: «ασφαλιστικές ρήτρες που έπρεπε να συμφωνηθούν και καθόμουν σε αυτό τραπέζι της κουζίνας στις εννιά το πρωί εδώ που κάθομαι τώρα». Οι ανθρώπινες σχέσεις, οι διαρκείς μάχες στη ζωή για τα πιο απλά πράγματα, χαρίζουν στο συγγραφέα το ρυθμό, σαν να είναι η μοναδική πηγή σταθερότητας στην κατά τ΄ άλλα χαώδη καθημερινότητα:

όλοι εκείνοι οι ανθρώπινοι ρυθμοί που μας ενώνουν και συγκροτούν τον κόσμο σε κοινότητα, κάθε μέρα οι ίδιες τελετές, ρυθμοί και τελετουργίες που κρατάνε τον κόσμο όρθιο σαν κόκαλα από ήλιο.

Στο μυθιστόρημα φαίνεται να κυριαρχεί η αντίθεση μεταξύ χάους και ρυθμού. Στο τέλος, όμως, μοναδικό καταφύγιο από το χάος της ζωής, αποτελούν οι άνθρωποι, οι λίγοι αυτοί άνθρωποι που αγαπάμε και με τους οποίους συμπορευόμαστε, αποδεχόμενοι τη γυμνή αλήθεια τους.

Υ.Γ.: Αφού διαβάσει κανείς το βιβλίο είναι ενδιαφέρον να ψάξει τι είναι το «Παιχνίδι της Ζωής» του Κόνγουεϊ. Ίσως και να είχε αυτό στο μυαλό του ο συγγραφέας, όταν επέλεξε το ίδιο επίθετο για τον κεντρικό χαρακτήρα του βιβλίου.

Κόκαλα από ήλιο, του Mike McCormack
Μετάφραση: Παναγιώτης Κεχαγιάς
Εκδόσεις Αντίποδες
σελ. 329

1
Μοιράσου το