Scroll Top

Άλλαι Τέχναι

At Eternity’s Gate, του Julian Schnabel

feature_img__at-eternitys-gate-tou-julian-schnabel
Ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ (που προφέρεται κανονικά Φαν Χοχ), το 1888, βρισκόταν ήδη σε ένα βαθύ ψυχολογικό τέλμα, ασφυκτιώντας μετά από 2 χρόνια παραμονής στο πολύβουο Παρίσι, με τον κανιβαλιστικό καλλιτεχνικό ανταγωνισμό και τις μηδαμινές διεξόδους για πλήρη απομόνωση. Το Παρίσι, για τον μεγάλο ζωγράφο -που ήδη προσπαθούσε να ενσωματώσει, μέσα από το δικό του πρίσμα, τις διδαχές των Ιμπρεσιονιστών στον καμβά του- «δεν διέθετε το κατάλληλο φως», το φως που θα διέλυε τα δαιδαλώδη σκοτάδια που φώλιαζαν στο μυαλό του.

Σε αναζήτηση, λοιπόν, αυτού του «διαφορετικού φωτός», ενός φωτός που θα απαγκίστρωνε το νου από την εγκόσμια σκέψη, οδηγώντας σε μία συμπαντική ενότητα με τη φύση, αποφάσισε να μετακομίσει στον γαλλικό Νότο, και πιο συγκεκριμένα στη Μασσαλία. Καθοδόν, όμως, η γαλλική πόλη της Αρλ, με τα χρυσαφένια σιταροχώραφα, τις πυρίκαυστες πεδιάδες, τα σκληροτράχηλα αγροτικά πρόσωπα και την απεραντοσύνη του ουρανού, γαλήνεψε προσωρινά τον σακατεμένο του ψυχισμό. Και μετατράπηκε, στο δειλινό της ζωής του, σε ιερό τόπο της παλέτας του.

Ο Julian Schnabel, κατά βάση εικαστικός καλλιτέχνης παρά κινηματογραφικός σκηνοθέτης, δεν είναι πρωτάρης στα καλλιτεχνικά biopics, έχοντας ήδη καταπιαστεί με τον Νεοϋορκέζο ζωγράφο Ζαν-Μισέλ Μπασκιά (“Basquiat”, 1996) και τον Κουβανό ποιητή Ρεϊνάλντο Αρένας («Πριν πέσει η νύχτα», 2000). Κι ευτυχώς κεφαλαιοποιεί, τουλάχιστον σε πρώτο επίπεδο, αυτή του την εμπειρία, αποφεύγοντας συνειδητά και στοχευμένα να παρουσιάσει μια επίσημη, clean-cut και αυστηρά γεγονοτική βιογραφία. Το “At Eternity’s Gate” μπορεί μεν να διατρέχει αποκλειστικά τα 2 τελευταία χρόνια της ζωής του Βαν Γκογκ, χωρίς χρονικές παλινδρομήσεις και παρακάμψεις, αλλά σε καμία περίπτωση δεν υποκύπτει σε κάποια ασφυκτική γραμμικότητα.

Ο Schnabel, χωρίς να καταφεύγει στην επίκληση της τρέλας (εντός και εκτός εισαγωγικών) ως αναγκαίο συστατικό κάθε καλλιτεχνικής ιδιοφυΐας, πασχίζει να τρυπώσει στο εσωτερικού του τρεμάμενου ψυχισμού ενός ανθρώπου που είχε μετατρέψει το θεϊκό του χάρισμα σε δήμιο και λυτρωτή, την ίδια ακριβώς στιγμή. Η κάμερα υιοθετεί, επί της ουσίας, την οπτική του ίδιου του Βαν Γκογκ, μοιάζοντας ανά στιγμές να κατοικεί κι αυτή στο «Κίτρινο σπίτι», να ατενίζει την «Έναστρη νύχτα», να μυρίζει τα «Άνθη αμυγδαλιάς», να συνομιλεί με τον αγέρα στο «Σιταροχώραφο με κοράκια».

Ο Schnabel, όχι πάντα με επιτυχία ή με σιγουριά, προσπαθεί να αποτυπώσει τον ουρανό, τα ανθρώπινα πρόσωπα, τους σιτοβολώνες και τις πεδιάδες όπως ακριβώς (εικάζει ότι) χόρευαν λυσσασμένα στο μυαλό του Βαν Γκογκ. Ο οποίος, ιδίως όσο βάδιζε με συνέπεια προς ένα αναπόδραστο τέλος, ζωγράφιζε σε συνθήκες ιερής εκστατικής μανίας, χρίζοντας την ανοιχτωσιά των πεδιάδων του γαλλικού Νότου προθάλαμο που οδηγεί «Στις Πύλες της Αιωνιότητας».

Ο Willem Dafoe, που απέσπασε το Βραβείο Ανδρικής Ερμηνείας στο Φεστιβάλ της Βενετίας, ήταν the man for the job, όχι γενικώς και αορίστως, αλλά με βάση τα διαπιστευτήρια που μας είχε δώσει λίγα χρόνια νωρίτερα, στο “Pasolini” του Abel Ferrara. Εκεί όπου ξεγλίστρησε σαν ερμηνευτικό χέλι από τη φορτωμένη με γαλόνια παρακαταθήκη του τιμώμενου προσώπου, με μια ερμηνεία που επαναδιατύπωνε όχι βιώματα και πεπραγμένα, αλλά διαθέσεις, νύξεις και υπόνοιες.

Ο Dafoe, με το πρόσωπο που μοιάζει με σμιλευμένο βράχο όπου σκάνε όλα τα κύματα, αντιστέκεται με σθένος και άνεση στον πειρασμό της καταραμένης περσόνας. Και κουβαλά με την υπόγεια φωνή, τις χαρακιές του δέρματος, τα αυλακωμένα μάτια και τις συγκρατημένες εκρήξεις, την ταινία στους ώμους του. Ακόμη και στις ατυχείς στιγμές, όταν δηλαδή το σενάριο ξεφουσκώνει, η φλυαρία παίρνει το πάνω χέρι (σε πολλές στιγμές, αχρείαστο το voice over) κι η κινηματογράφηση μοιάζει με αλυσίδα από επαναλαμβανόμενα τρικ.

Παράλληλα, μέσα από τις εμβόλιμες διαλογικές σκηνές με σημαίνουσες φιγούρες στη ζωή του Βαν Γκογκ (καρικατουρίστικο το πέρασμα του Oscar Isaac ως Πολ Γκογκέν, ενώ αντίθετα η Emmanuelle Seigner, ως Μαντάμ Ζινού, βγάζει μαύρες φλόγες που σε καταπίνουν απνευστί), ο Νταφό γραπώνει τη σχεδόν λελογισμένη κατάρρευση ενός καλλιτέχνη, που αναζητούσε σταθερά την αγάπη, αλλά ήξερε πως αυτή δεν μπορεί να συμβαδίσει με την τέχνη του. Συλλαμβάνοντας, εν τέλει, την πιο μεγάλη μάχη που διεξάγεται στο καβαλέτο. Εκείνη που θα φέρει αντιμέτωπους μέχρι θανάτου το ορατό και αόρατο, το ρητό και το άρρητο, με απώτερο σκοπό να μην αναδείξει νικητή.

At Eternity’s Gate, του Julian Schnabel
Είδος: Βιογραφία, Δράμα
Διάρκεια: 111'

*Aναδημοσίευση από το cinedogs.gr, κινηματογραφικό συνεργάτη του Artcore magazine

1
Μοιράσου το