Όταν καλείσαι να γράψεις για μια ταινία του Martin Scorsese συμβαίνει το εξής περίεργο: νιώθεις σαν κάποιος που μετά βίας «γρατζουνάει» πέντε συγχορδίες στην κιθάρα, και παρόλα αυτά αναλαμβάνει να μιλήσει για τη δουλειά ενός απαράμιλλου δεξιοτέχνη της εξάχορδης όπως ο Al Di Meola, για παράδειγμα. Ο Scorsese ζει και αναπνέει σινεμά, γνωρίζει την τέχνη του καλύτερα από τον οποιονδήποτε, τόσο βαθιά που να μην έχει ανάγκη την παραμικρή επιβεβαίωση ή επαλήθευση των ικανοτήτων του από κανέναν γραφιά.
Ταινιοθήκη
Τα μιούζικαλ ήταν ανέκαθεν και εξακολουθούν να είναι μία τρομερά ιδιάζουσα περίπτωση στο πεδίο των κινηματογραφικών ειδών. Τα μιούζικαλ είναι τα αιθέρια τέκνα της υπενθύμισης ότι το σινεμά είναι η πιο όμορφη συλλογική ψευδαίσθηση που κατασκεύασε ποτέ ο άνθρωπος. Κατοικούν και αναπνέουν στον δικό τους κόσμο, αυτόν της υπέρβασης και της ονειροπόλησης. Υλοποιούν απατηλές ελπίδες, καλλωπίζουν βαριές απογοητεύσεις, μελοποιούν (και απενοχοποιούν κατά κάποιο τρόπο) τις πιο απλές και πρωτόλειες σκέψεις και επιθυμίες.
Όταν ξεσπάσουν φήμες ότι η γαλαξιακή αυτοκρατορία του Palpatine βρίσκεται στα πρόθυρα ολοκλήρωσης ενός πανίσχυρου όπλου, του Death Star, που μπορεί να κρίνει οριστικά την έκβαση του πολέμου, οι επαναστάτες στρέφονται στην Jyn Erso, αιχμάλωτη της αυτοκρατορίας και κόρη του αρχι-μηχανικού του Death Star, προκειμένου να ηγηθεί μιας ετερόκλητης ομάδας, με αποστολή να αποκτήσουν τα σχέδια του Death Star με κάθε κόστος. Μια αποστολή που θα τους φέρει στην καρδιά της αυτοκρατορίας, ενώ γύρω τους ο πόλεμος μαίνεται αιματηρός και βάρβαρος.
Η κλασική ιστορία του Scrooge – αλλά σε διασκευή με τον Bill Murray (κι αυτό από μόνο του τα λέει όλα).
Το καλοκαίρι του 1988, όταν βγήκε δηλαδή το “Die Hard” («Πολύ σκληρός για να πεθάνει») στις αμερικάνικες αίθουσες, έθεσε έναν άγραφο κανόνα. Όταν διοργανώνεις χριστουγεννιάτικο πάρτι και διαβλέπεις τον κίνδυνο οποιουδήποτε προβλήματος κι οποιασδήποτε αναταραχής, η λύση είναι μία και προφανής. Προσκαλείς τον Τζον ΜακΛέιν. Ο οποίος θα έρθει φυσικά και απρόσκλητος, εφόσον διαθέτει ισχυρό κίνητρο. Όπως το να τα βρει με τη σύζυγό του, με την οποία έχουν απομακρυνθεί και η οποία έχει μετακομίσει στο Λος Άντζελες με τα δυο παιδιά τους. Ένας to the bone νεοϋορκέζος μπάτσος, λοιπόν, ένας θεματοφύλακας της παράδοσης στον ναό των γυάλινων επιφανειών και των νέον πινακίδων, της corporate απληστίας, της μετά-μοντέρνας αποξένωσης. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι το κτίριο όπου εκτυλίσσεται όλος ο κακός χαμός στέκει ως μία απειλητική ενσάρκωση μίας ζοφερής νεωτερικότητας που προσπαθεί να εδραιωθεί με κάθε τρόπο.
Αν ψάχνετε να δείτε μια ανάλαφρη ταινία με άρωμα γιορτινό, κάπως έξω από τις συνηθισμένες επιλογές, τότε το “The Shop Around the Corner” («Το μαγαζί της γωνίας») του σκηνοθέτη Ernst Lubitsch θα ήταν μια καλή επιλογή. Μπορεί η ταινία να κυκλοφόρησε το μακρινό 1940, αλλά αυτό δεν πρέπει διόλου να σας φοβίσει, αφού καταφέρνει να παραμένει διαχρονικά επίκαιρη και ευχάριστη.
Αυτά τα Χριστούγεννα αναμένεται να είναι κάθε άλλο παρά χαρούμενα για την οικογένεια του Μαξ, που μαζεύεται κάτω από την ίδια στέγη περισσότερο από υποχρέωση, παρά από ειλικρινή θέληση. Όταν ο Μαξ αγανακτήσει από τους συνεχόμενους καβγάδες των γονιών και των θείων του, και από το bullying που δέχεται από τα ξαδέρφια του, θα ευχηθεί, μέσα σε ένα ξέσπασμα θυμού, να ήταν όλοι τους νεκροί. Δυστυχώς, η ευχή του αυτή ενδέχεται να βγει αληθινή τη μέρα των Χριστουγέννων, αφού κάτι πολύ πιο σκοτεινό και τρομακτικό από τον Άγιο Βασίλη θα κατέβει από την καμινάδα…
Η βίαιη διατάραξη μιας ήσυχης ονειρεμένης πόλης, ο προσωπικός Γολγοθάς δύο εγκληματιών και οι κωμικές του προεκτάσεις, συνθέτουν τον ιστό του, υποψήφιου για Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Σεναρίου, φιλμ του Martin McDonagh.
Η πιο good feeling χριστουγεννιάτικη ταινία που μπορείς να δεις.
Βραβεύτηκε με το Όσκαρ Καλύτερου Ντοκιμαντέρ για το 2015 και προκάλεσε διεθνή σάλο με την κυκλοφορία του. Το ''Citizenfour'' καταγράφει το ιστορικό της υπόθεσης Snowden και εκφράζει ένα δριμύ κατηγορώ απέναντι στις αντισυνταγματικές παρακολουθήσεις Αμερικανών πολιτών από την κυβέρνησή τους.

