Τούτη η ταινία του Tony Gatlif δεν ήταν η καλύτερη που είδαμε στο περασμένο φεστιβάλ των Καννών. Με διαφορά, όμως, αποτέλεσε την πλέον αγαπημένη μας! Εκεί, προβλήθηκε στο επίσημο πρόγραμμα, ως μοναδική νέα ταινία του προγράμματος “Cinéma de la plage”. Ουσιαστικά, είναι ένα πρόγραμμα που δομείται από ταινίες οι οποίες προβάλλονται στην παραλία των Καννών, κάτι σαν θερινός κινηματογράφος με δωρεάν είσοδο. Και επιλέχτηκε τούτη η ταινία για προφανείς λόγους. Μπόλικη μουσική, χορός, ευθυμία παντού.
Ταινιοθήκη
Εργασίες, σκαλωσιές, εργοτάξια, τρυπάνια, σωλήνες, κλάγγες μετάλλων, σκόνη και ιδρώτας, σε μια πολύβοη συνοικία, στη Βηρυττό του Λιβάνου. Μια υδρορροή, που έχει τοποθετηθεί παράτυπα, και στάζει νερά. Ένας φανατικός Χριστιανός, αρχιμηχανικός ενός συνεργείου αυτοκινήτου, ορκισμένος ακόλουθος του ντόπιου Χριστιανικού Κόμματος. Ένας Παλαιστίνιος πρόσφυγας, επικεφαλής των πολεοδομικών έργων μιας κατασκευάστριας εταιρίας, που έχει βρει καταφύγιο, όπως πάμπολλοι ξεριζωμένοι συμπατριώτες του, στον Λίβανο. Μια επίμονη διαφωνία, μια φιλονικία φαινομενικά υπερβολική και τραβηγμένη από τα μαλλιά. Κι ενώ η όλη αντιπαράθεση μοιάζει, σε πρώτο επίπεδο, να έχει ξεπηδήσει από αυτό το -πάντα φορτισμένο- τίποτα της καθημερινότητας, σχεδόν αμέσως κυοφορείται η υπόνοια πως αυτό που βλέπουμε είναι μονάχα η αφορμή και όχι η αιτία.
Πού θα κατοικούσε, τι θα επαγγελλόταν, πώς θα έμοιαζε ο Καρλ Μαρξ αν ζούσε στο σήμερα; Θα τον έλεγαν Μαρσέλ στο μικρό, θα ήταν ένας πρώην συγγραφές και νυν λούστρος, αυτοεξόριστος στο δεύτερο μεγαλύτερο λιμάνι της Γαλλίας, τη Χάβρη, απαντά ο Aki Kaurismäki. Πάνω απ’ όλα, όπως άλλωστε όλοι οι «καουρισμακικοί» ήρωες θα ήταν μποέμ, δυσβάσταχτα και απολαυστικά μποέμ, πιο μποέμ απ’ όσο μπορούμε να φανταστούμε και να αντέξουμε. Ο αδιόρθωτος Φινλανδός φτιάχνει μία ακόμη σωρεία μικρών θαυμάτων πατώντας στα πιο ταπεινά υλικά. Και αρθρώνει μία κινηματογραφική γλώσσα ικανή να αλλάξει κάθε κόσμο, οπότε (γιατί όχι;) και τον δικό μας.
“Any moment now, a last kick And the dark river will fold it away”. Αυτή είναι η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί η Clio Barnard μετά το ντοκιμαντέρ “Arbor” (2010) και την ταινία μυθοπλασίας «Ο εγωιστής γίγαντας» (The Selfish Giant, 2013). Το σενάριο της ταινίας το υπογράφει η ίδια η Barnard, η οποία αναφέρει ως πηγή έμπνευσής της το βιβλίο της Rose Tremain “Trespass”. Ο δε τίτλος της ταινίας προέρχεται από το φημισμένο ποίημα του Ted Hughes “Dark River”.
Αυτή είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί το ιταλικό δίδυμο των Grassadoria και Piazza, μετά το “Salvo” (2013), ενώ αμφότερες οι ταινίες έκαναν την παγκόσμια πρεμιέρα τους στις Κάννες, στο τμήμα «Εβδομάδα της Κριτικής». Μετά τις Κάννες, το “Sicilian Ghost Story” έλαβε μέρος σε πολλά κινηματογραφικά φεστιβάλ ανά τον κόσμο. Πήρε μέρος και στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ «Νύχτες Πρεμιέρας» στην Αθήνα, όπου και τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερου σεναρίου.
Σε μια ακόμη προσπάθεια να σπάσει τη χολιγουντιανή κατάρα που θέλει όσες ταινίες βασίζονται σε video games να κινούνται ποιοτικά ανάμεσα στο μέτριο και στο ανεκδιήγητα κακό, η MGM ποντάρει στην εκμοντερνισμένη εκδοχή μιας εκ των δημοφιλέστερων πρωταγωνιστριών της βιομηχανίας του gaming.
“The Death of Stalin” λοιπόν. Τίτλος περιεκτικός, σαφής και ξεκάθαρος που επιχειρεί εκ προοιμίου να θέσει τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων και να μας βουτήξει χωρίς περιστροφές στην ουσία του θέματος. Γνωρίζετε ήδη πως γράφτηκαν και ακούστηκαν πολλά τις τελευταίες μέρες γύρω από τη συγκεκριμένη ταινία του συμπαθούς Σκωτσέζου Armando Iannucci κι ως εκ τούτου ήθελα οπωσδήποτε να τη δω και να σχηματίσω γνώμη. Μια ταινία για την οποία αξίζει να γνωρίζουμε πως είχε ως αφορμή το ομότιτλο graphic novel του Γάλλου Fabien Nury που κυκλοφόρησε πρόσφατα και στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Οξύ σε εικονογράφηση του Thierry Robin και μετάφραση της Κατερίνας Φράγκου.
Είναι η Agnès Varda μια μεγάλη κυρία του κινηματογράφου; Παρά την αξιοζήλευτη σταδιοδρομία της που μετρά έξι δεκαετίες, ο τίτλος αυτός μοιάζει να μην της ταιριάζει. Και αυτό διότι κρύβει μέσα του μια αποστασιοποίηση, ένα δέος -με την ετυμολογική έννοια. Το σινεμά της σπουδαίας Γαλλίδας δημιουργού είναι τόσο ζεστό και ανθρώπινο που απαγορεύει οποιαδήποτε απονομή χαρακτηρισμών που μαρτυρούν έναν παγωμένο σεβασμό. Τρανή απόδειξη των παραπάνω αποτελεί η τελευταία ταινία της και ιδίως η σχέση που αναπτύσσει με τον συσκηνοθέτη της JR.
Ο Ισραηλινός Samuel Maoz, οκτώ χρόνια μετά τον Χρυσό Λέοντα για το “Lebanon”, επιστρέφει στο Φεστιβάλ Βενετίας, αποχωρώντας αυτή τη φορά με το αργυρό λιονταράκι. Με το “Foxtrot” να μοιάζει με τον χορό που του έχει δανείσει το όνομα. Διότι επιστρέφει στο σημείο εκκίνησης, χωρίς καλά καλά να αντιληφθεί πώς βρέθηκε εκεί. Διότι κρύβει μέσα του μια απέραντη μελαγχολία, ένα πνιχτό γέλιο που ανά πάσα στιγμή μπορεί να καταλήξει σε λυγμό.
Τέλη του 2013. Ο Paolo Sorrentino, δίχως ποτέ να προειδοποιήσει επαρκώς τον κινηματογραφικό κόσμο, μοιράζεται μαζί του την «Τέλεια Ομορφιά». Κοινό και κριτικοί στέκουν εμβρόντητοι και οι απολύτως δικαιολογημένοι διθύραμβοι δεν μπορούν ούτε στο ελάχιστο να χωρέσουν το μέγεθος του θαύματος που επέτυχε ο Ιταλός. Ο Sorrentino είχε καταφέρει το ακατόρθωτο∙ να αναβιώσει μια κινηματογραφική φιλοσοφία, να επικοινωνήσει ευθέως με τον Φελίνι και να περπατήσει δίπλα του στις λεωφόρους της παρακμάζουσας Αιώνιας Πόλης. Για να απαλλαγεί από τα φαντάσματα του ίδιου του μεγαλείου του, απαιτούνταν πολύ μεγάλο καλλιτεχνικό βάθος, που με την εν λόγω ταινία του δείχνει ότι το διαθέτει.

