Έχουν περάσει 41 ολόκληρα χρόνια από τη στιγμή που το “Suspiria” του Dario Argento άφησε μια για πάντα το στίγμα του στις ταινίες τρόμου, αποτελώντας την κορωνίδα του κινηματογραφικού είδους του giallo, και παράλληλα έναν από τους κορυφαίους εκπροσώπους του. Εκ των πραγμάτων, ο Luca Guandanino, αποφασίζοντας να γράψει και να σκηνοθετήσει το remake μιας τόσο εμβληματικής ταινίας, γνώριζε τους κινδύνους και τις δυσκολίες που ελλοχεύουν, όταν καλείσαι να αναμετρηθείς με ένα έργο τέχνης με χιλιάδες φανατικούς πιστούς. Ίσως για αυτό η προσέγγισή του είναι τελείως διαφορετική από αυτήν τουπρωτότυπου, από κάθε άποψη,αφού το “Suspiria” του Guandanino, δεν αποτελεί ακριβώς remake. O Guandanino αποδομεί την πρωτότυπη ιστορία με μια σχεδόν Ντερινταϊκή μεθοδικότητα, της προσθέτει βάθος, πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης, την εμπλουτίζει, την κάνει ολότελα δική του.
Ταινιοθήκη
Έργο ζωής (δέκα ολόκληρα χρόνια το πάλευε, απορρίπτοντας οτιδήποτε άλλο στο ενδιάμεσο προκειμένου να δουλέψει σε αυτό απερίσπαστος) για τον Rupert Everett το αποσπασματικό biopic που επικεντρώνεται στα τελευταία χρόνια (χρόνια οδύνης και πικρής μοναξιάς) της ζωής του Όσκαρ Ουάιλντ, όταν βρισκόταν εξοστρακισμένος στη Γαλλία, κατορθώνοντας στο μεσοδιάστημα για λίγο να ξανασμίξει στη Νάπολη με τον νεαρό εραστή του, λόρδο Άλφρεντ «Μπόσι» Ντάγκλας.
Αυτή είναι η όγδοη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί ο γεννημένος σε ένα προάστιο του Τορίνο, στην Ιταλία, αλλά μεγαλωμένος στην Φρανκφούρτη, Lars Kraume. Το κινηματογραφικό του ντεμπούτο ήταν η ταινία "Viktor Vogel – Commercial Man", το 2001. Η πρώτη του ταινία που πήρε διανομή για την Ελλάδα ήταν η 6η μεγάλου μήκους της καριέρας του, με τίτλο «Υπόθεση Φριτς Μπάουερ» (Der Staat gegen Fritz Bauer), η οποία αν και έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο φεστιβάλ του Λοκάρνο, τον Αύγουστο του 2015, προβλήθηκε στη χώρα μας τον Ιανουάριο του 2017. Μάλιστα, δύο από τους πρωταγωνιστές εκείνης της ταινίας, οι Burghart Klaussner και Ronald Zehrfeld, έχουν βασικό ρόλο και στη νέα του ταινία.
Ο Βρετανός Steve McQueen, στην τέταρτη ταινία του, επιλέγει να διαφοροποιηθεί αισθητά από την ώς τώρα πορεία του. Πρωτίστως, διότι δεν επικεντρώνεται σε κάποιο υπαρξιακό angst που λαμβάνει τη μορφή συμβολικού και πολυεπίπεδου αγώνα. Στο "Hunger" συναντούμε την απόλυτη κατεδάφιση του ατόμου προς ανάδειξη ενός ανένδοτου συλλογικού αγώνα. To σώμα εκμηδενίζεται, εξαϋλώνεται, είναι συγκοινωνούν δοχείο με την ψυχή, που αντισταθμίζει τη σαρκική εξασθένηση. Στο "Shame", η απόλυτη εξατομίκευση έχει μετατραπεί από ελευθερία σε φυλακή, σε ένα κοινωνικό ιστό διαλυμένο ψυχικά, από μέσα πεθαμένο όπως λέει και το άσμα. Το σώμα γίνεται και πάλιφτης του πνεύματος, αλλά με αντίστροφη φορά. Από όπλο στη διάθεση των υψηλών ιδανικών, μετατρέπεται σε κυματοθραύστης απέναντι στη στοιχειωδέστερη μορφή τους.
Η Λέτα είναι μία ανύπαντρη μητέρα ενός βρέφους δίχως σταθερή δουλειά. Προκειμένου να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της ίδιας και του παιδιού της και χωρίς να διαθέτει καν στέγη, αναλαμβάνει τη φροντίδα μιας γηραιάς και βαριά άρρωστης κυρίας που δε μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί. Η ζωή όμως συνεχίζει να φέρνει όλο και περισσότερες δυσκολίες στον ούτως ή άλλως δύσβατο δρόμο της και έτσι η άτυχη γυναίκα βλέπει την τύχη της να εξαρτάται σε αποκλειστικό βαθμό από την επιβίωση της κατάκοιτης γυναίκας, καθώς είναι αδύνατο να εξασφαλίσει τα μέσα του βιοπορισμού της από άλλη πηγή.
Το πολυαναμενόμενο κι εκρηκτικό "Girl" του μόλις 26χρονου Lukas Dhont, είναι η κινηματογραφική έκπληξη των ημερών. Κι όχι τόσο για τον ίδιο τον πυρήνα του, το επίκαιρο θέμα δηλαδή που επιχειρεί να θίξει (κάπως επιτηδευμένα κι αφύσικα), μα κυρίως για τα παλιρροιακά κύματα σχολιασμών κι απόψεων που ξεσήκωσε με τις πρώτες προβολές του. Ο Φλαμανδός δημιουργός πέρα απ’ το ότι κατάφερε με το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, ένα αμιγές ψυχογραφικό δράμα, να κερδίσει τις εντυπώσεις στο φετινό φεστιβάλ των Καννών, κατάφερε και κάτι πολύ σημαντικότερο για το καλό σινεμά. Να κερδίσει τη συγκίνηση και τα συναισθήματα των θεατών, κι αυτό έχει την υπέρτατη αξία!
Ο Marcelo Martinessi επιλέγει, στο ντεμπούτο του, να αφηγηθεί μια ιστορία που δεν θα ειπωθεί συχνά, αλλά ούτε και εύκολα. Κέντρο βάρους της ταινίας στέκεται ο γυναικείος ψυχισμός, καθώς και η ταξική πραγματικότητα της παραγουανής κοινωνίας.
Βρετανία, αρχές του δεκάτου ενάτου αιώνα. Η 16χρονη Μέρι Γουόλστονκραφτ Γκούντγουιν, κόρη του εκδότη Γούιλιαμ Γκούντγουιν, αποβάλλεται από το σπίτι της και διατάσσεται να ενταχθεί σε ένα αυστηρό σχολείο θηλέων. Το ατίθασο πνεύμα της ενοχλεί την –μονόπατα αντιπαθέστατη στο φιλμ- μητριά της, η οποία πείθει τον καθόλα προοδευτικό –θεωρητικό της αναρχίας- πατέρα της Μέρι ότι αυτή είναι η μόνη οδός για να επιστρέψει το κορίτσι στο δρόμος της τάξεως. Στην πορεία όμως η νεαρά γνωρίζει τον γοητευτικό πλούσιο ποιητή Πέρσι Σέλεϊ και μεταξύ τους αναπτύσσεται ένα ρομάντζο που δοκιμάζει τα όρια της εποχής. Θεωρητικά τουλάχιστον, γιατί η δύναμη του μεταξύ τους έρωτα λάμπει δια της απουσίας της στο φιλμ της 44χρονης Haifaa al-Mansour.
Ο Νιουτ Σκαμάντερ και η παρέα του, μετά τις νεοϋορκέζικες περιπέτειες του πρώτου μέρους που γνώρισαν απρόσμενα καλή κινηματογραφική μεταχείριση, μεταφέρεται στην Ευρώπη και συγκεκριμένα στο Παρίσι. Στόχος τους αυτή τη φορά να εντοπίσουν τον πανίσχυρο μάγο Γκέλερτ Γκρίντελβαλντ, ο οποίος έχει αποδράσει από την αμερικανική φυλακή, και να ανατρέψουν τα νοσηρά σχέδιά του. Καθοδηγητής και εμπνευστής του αγώνα του ο λατρεμένος του κινηματογραφικού και αναγνωστικού κοινού Άλμπους Ντάμπλντορ.
Ίσως λιγάκι γλυκερό, ίσως υπέρ του δέοντος ιμπρεσσιονιστικό ή μπορεί και να ‘ναι όντως κάπως άβολα αισθαντικό στην επιφάνεια του. Όμως στον πυρήνα του, στην πιο αληθινή του ουσία, το φιλμ που συνέθεσε ο Αμερικανός Jeremiah Zagar βασιζόμενος στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Justin Torres είναι ένα λαμπρό έργο τέχνης· ένα πραγματικό αριστούργημα. Το “We the Animals” έκανε την πρεμιέρα του στα πλαίσια του Διεθνούς Διαγωνιστικού Τμήματος του 59ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου και χάρισε μια απαράμιλλη κινηματογραφική εμπειρία σ’ όσους είχαν το προνόμιο να παρευρεθούν στην ιστορική αίθουσα του Ολύμπιον για την προβολή.

