Η ταινία “Εl Clan'' («Η Φαμίλια») ήταν η επίσημη πρόταση της Αργεντινής για τη συμμετοχή της στις υποψηφιότητες για το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, που αν και απορρίφθηκε, απέφερε, τελικά, στο σκηνοθέτη του έργου, Pablo Trapero, τον «Ασημένιο Λέοντα» στο φεστιβάλ της Βενετίας. Περιγράφει την αληθινή ιστορία μιας οικογένειας που διαλύθηκε από τη ματαιοδοξία και τον τυχοδιωκτισμό των μελών της.
Άλλαι Τέχναι
Μεγάλωσα στα 90s και όταν κυκλοφόρησε η πρώτη ταινία “Independence Day” ήμουν 7 χρονών. Αυτό σημαίνει, πρακτικά, πως μέχρι σήμερα την έχω δει σχεδόν δέκα φορές. Μία ταινία σταθμός για εκείνη την δεκαετία, προσδιόρισε στο μυαλό μου και άλλων θεατών που ήταν τότε παιδιά, το είδος του sci-fi και, ακόμη περισσότερο, τα επικά μεγέθη που μπορεί να αγγίξει μία αφήγηση με τη βοήθεια των οπτικών εφέ. Ξεπερνώντας την άκρατη αμερικανιά που έρεε άφθονη καθόλη τη διάρκεια του φιλμ, επρόκειτο για μία στιβαρή και εντυπωσιακή ταινία με καθηλωτική δράση, πρωτοποριακή τεχνοτροπία, διαλόγους που συγκινούσαν (ή προκαλούσαν απέχθεια) και με χαρακτήρες που εξελίσσονταν.
Πίσω από κάθε ντελιριακή κι ανεξέλεγκτη ιδιοφυΐα, (ίσως και να) κρύβεται ένα μετρημένο και συνετό μυαλό. Αυτή η παράφραση του γνωστού γνωμικού περί των σπουδαίων ανδρών θα μπορούσε να είναι το μότο του Genius, στο κινηματογραφικό ντεμπούτο του καταξιωμένου θεατρικού σκηνοθέτη Michael Grandage. Με πρώτη ύλη το βιβλίο Max Perkins: “Editor of Genius”, ο Michael Grandage θέτει στο επίκεντρο της ταινίας του έναν -εκ πεποιθήσεως και δια βίου- αφανή ήρωα.
23 ταινίες made of pure Britain
Με πέντε βραβεία Goya και τον καταπληκτικό Ricardo Darín στον πρωταγωνιστικό ρόλο, το “Truman” επαναφέρει στο προσκήνιο τον ισπανικό και λατινοαμερικανικό κινηματογράφο που δεν παύει να εκπλήσσει θετικά.
Ένα δυνατό budget κι ένα ακόμη δυνατότερο cast έχει αποδειχθεί πως δεν αποτελούν το μυστικό της επιτυχίας. Κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί, όμως, πως μπορούν να αποτελέσουν μία καλή βάση για να χτιστεί ένα στιβαρό εποικοδόμημα, παρόλο που αυτό δεν συνέβη στο “Now You See Me 2”.
Έφτασε το καλοκαίρι. Έφτασε η εποχή που όλο μας το «είναι» ντύνεται ανάλαφρα και κλειδώνει στο ντουλάπι αρκετές σκοτούρες και βάρη, μέχρι να έρθει πάλι το φθινόπωρο. Κάπως έτσι είναι τα πράγματα και με τις μουσικές προτιμήσεις. Ό,τι ακούς όλη την υπόλοιπη χρονιά το βάζεις στην άκρη για να παρασυρθείς από δίσκους που εκφράζουν την επιθυμία να αποδράσεις. Ανάμεσα σε μια πληθώρα δίσκων, υπάρχουν αυτοί που είναι καλοκαιρινοί (βλ. ABBA) και αυτοί που μπορείς εσύ να τους κάνεις καλοκαιρινούς (βλ. Radiohead). Καθένας επιλέγει ό,τι θέλει, αρκεί να το συνδυάσει με ένα παγωτό, ενώ θα είναι ξαπλωμένος σε μια αιώρα.
Μετά από δύο επιτυχημένα και αξιοσέβαστα στους κύκλους των κριτικών sci-fi διαμαντάκια ( “Moon”, “Last 8 minutes”) ο Duncan Jones, γιος του πρόσφατα αποθανόντος θρύλου David Bowie, αναλαμβάνει το άκρως απαιτητικό και ριψοκίνδυνο έργο να μεταφέρει στο celluloid ένα franchise με μια μεγάλη, εξαιρετικά περίπλοκη και φορτωμένη ιστορία δεκαετιών. Ένα project που πέρασε από σαράντα κύματα μέχρι να βρει σκηνοθέτη πρόθυμο να αναλάβει ένα τόσο δύσκολο έργο: να ικανοποιήσει εκατομμύρια φανατικών των τριών πρώτων παιχνιδιών της σειράς (Warcraft 1-3) και ακόμα περισσότερο του πιο επιτυχημένου (τώρα και πάντα, αν θέλετε την άποψη μου) MMORPG που γνώρισε ο μάταιος τούτος κόσμος.
Τους χωρίζει μια μεσοτοιχία, η οποία είναι τελικά αρκετή για να τους αλλάξει τη ζωή. Τη δύναμη της αληθινής επικοινωνίας πραγματεύεται η ευχάριστη κι ανάλαφρη ταινία (“Un peu, beaucoup, aveuglément!”/ «Έρωτας στα Τυφλά») του Clovis Cornillac.
Δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια μετά την τελευταία της σκηνοθετική απόπειρα («Τα χίλια εκτάρια», 1997), η Jocelyn Moorhouse επέστρεψε στη γενέτειρά της, Αυστραλία, έχοντας στο σεναριακό της πλευρό τον σύζυγό της P. J. Hogan. Αμφότεροι υπήρξαν, αν όχι επιφανείς, τουλάχιστον αξιοσημείωτοι συνεχιστές της κληρονομιάς του Αυστραλιανού Νέου Κύματος των δεκαετιών του ’70 και του ’80, στο οποίο κυριάρχησαν τα ονόματα των Peter Weir και George Miller.

