Αναδύθηκε στους σουρρεαλιστικούς κύκλους της μεσοπολεμικής Ευρώπης, αφήνοντας ως παρακαταθήκη τους αξιομνημόνευτους ονειρικούς πίνακές της. Η ζωή της σημαδεύτηκε από δραματικά γεγονότα, που στιγμάτισαν την ψυχοσύνθεσή της κι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο ύφος των έργων της.
Άλλαι Τέχναι
Αν κάνει κάποιος μια αναδρομή στη στήλη “Keep My Opinion To Yourself”, θα βρει πολύ ρετρό. Από τη μια μεριά είναι λογικό, καθώς οι ιστορίες είναι όμορφες και η μουσική καταπληκτική. Είμαι μεγάλος υποστηρικτής της θεωρίας ότι είναι απαραίτητο να γνωρίζεις το παρελθόν ώστε να μπορείς να προχωρήσεις στο μέλλον, ταυτόχρονα όμως ξέρω ότι οι περισσότεροι που την ενστερνίζονται είναι προσκολλημένοι στα παλιά και δεν βλέπουν πέρα από τη μύτη τους. Σήμερα κοιτάμε πέρα από αυτήν και δίνουμε τη σημασία που πρέπει σε ένα crown jewel του σημερινου rock ‘n’ roll.
Η Γαλλίδα γλύπτρια Camille Claudel [Καμίγ (και σίγουρα όχι Καμίλ) Κλοντέλ] (1864-1943) υπήρξε για περισσότερο από μία δεκαετία μοντέλο, μαθήτρια, μούσα και ερωμένη του περίφημου γλύπτη Ωγκύστ Ροντέν. Με το πέρας της θυελλώδους σχέσης τους, η Claudel αυτονομήθηκε καλλιτεχνικά και ξεκίνησε να εκθέτει τα δικά της έργα στα τέλη του 18ου αιώνα ως και τις αρχές του 19ου. Εκείνη τη χρονική περίοδο, εμφάνισε τα πρώτα δείγματα ψυχολογικών διαταραχών και απομόνωσης, τα οποία εντάθηκαν τα προσεχή χρόνια. Το 1913, λίγο μετά τον θάνατο του πατέρα της και κατόπιν προτροπής του ποιητή αδερφού της, Paul Claudel, εισάγεται σε ψυχιατρική κλινική. Η Camille Claudel έμελλε να περάσει τα τελευταία 30 χρόνια της ζωής της μεταξύ ασύλων και κλινικών, καθώς όλες οι απελπισμένες εκκλήσεις για βοήθεια που απηύθυνε προς την οικογένειά της, έπεσαν στο κενό.
Στις 18 Ιουνίου 1971, η εφημερίδα Washington Post ξεκίνησε να δημοσιεύει μία σειρά άρθρων, τα οποία είχαν ως βάση τη μελέτη του αμερικανικού Υπουργείου Άμυνας, που έχει μείνει γνωστή με το όνομα “Pentagon Papers”. Τα Pentagon Papers αποτελούσαν μία διεξοδικότατη καταγραφή της αμερικανικής πολιτικής και στρατιωτικής εμπλοκής στο Βιετνάμ, την περίοδο 1945-1967, και περιείχαν ποικίλες αποκαλύψεις που δεν είχαν ποτέ δει το φως της δημοσιότητας, όπως αθέμιτες ενέργειες κλιμάκωσης της έντασης και κινήσεις προπαγάνδας από πλευράς της αμερικανικής ηγεσίας.
Είναι από αυτές τις περιπτώσεις, που ενώ ο καλλιτέχνης ακολουθεί μια αξιόλογη solo καριέρα, η «προηγούμενη» μουσική ζωή του τον ακολουθεί και θα τον ακολουθεί για πάντα. Φερ’ ειπείν καλός, χρυσός και τεράστιος ο Axl Rose αλλά, κακά τα ψέμματα, όλοι θα τον θυμούνται για τις μέρες των Guns ’n’ Roses (όχι ό,τι έκανε και τίποτα της προκοπής χωρίς αυτούς).
Η Fuzz Club Records, ως γνωστόν, είναι από τα καλύτερα και πιο δραστήρια labels στον τομέα της neo-psych/post-punk/neo-kraut μουσικής σκηνής της Ευρώπης, ενώ ήδη έχει απλώσει τα «πλοκάμια» της και εκτός αυτής (Μεξικό, Παραγουάη). Εδώ, μας προσφέρει τον 8ο κατά σειρά δίσκο των Underground Youth, του σχήματος που δημιούργησαν το 2008 οι Craig και Olya Dyer με καταγωγή τη γενέτειρα της post-punk, το βιομηχανικό Manchester και νυν έδρα το Βερολίνο (δύο πόλεις που αναμφίβολα συμβάλλουν στη διαμόρφωση του μουσικού ύφους οποιασδήποτε μπάντας).
Το καλοκαίρι του 1962, ο Φινλανδός Πρωταθλητής Ευρώπης, ο ερασιτέχνης πυγμάχος, Όλλι Μάκι, είναι έτοιμος να αγωνιστεί για τον τίτλο του Πρωταθλητή Κόσμου στην κατηγορία φτερού απέναντι στον έχοντα τον τίτλο Αμερικάνο Πρωταθλητή, Ντάεβι Μουρ. Ο δρόμος από την επαρχία της Φινλανδίας μέχρι την καρδιά του Ελσίνκι, μοιάζει να είναι στρωμένος για την επιτυχία. Το μόνο που χρειάζεται ο Όλλι Μάκι είναι να χάσει βάρος και να συγκεντρωθεί στην προπόνηση, υπό την επίβλεψη του πρώην πρωταθλητή πυγμαχίας Έλις Άσκ. Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα… Ο Όλλι έχει ερωτευτεί τη Ράιγια!
Πόλη και μουσική, μουσική και πόλη..Δύο έννοιες αλληλένδετες που συμπληρώνουν και εκφράζουν η μία την άλλη. Η πόλη ως σκηνικό αλλά και η πόλη ως πρωταγωνιστής. 12 μουσικά βίντεο, 12 διαφορετικές ιστορίες αστικής περιπλάνησης, μέσα από τα οποία προβάλλεται το αστικό τοπίο με όλα τα συστατικά που το απαρτίζουν. Από νυχτερινές αναζητήσεις σε μια πόλη που κοιμάται και τα σαγηνευτικά στενάκια της Μέσης Ανατολής μέχρι την εξύμνιση αρχιτεκτονικών δειγμάτων περασμένων εποχών, η μουσική πάντα αντλεί έμπνευση αλλά και εμπνέει τους ρυθμούς μας εντός της πόλης.
Ήταν αναμενόμενο. Το υποψιαζόμασταν. Πλέον, το γνωρίζουμε. Ο πιο αξιολάτρευτος και διασκεδαστικός αντί-ήρωας του σύμπαντος της Marvel, μετά την αδιανόητη επιτυχία της πρώτης ταινίας (που διέθετε, μάλιστα, και ένα μετριοπαθές μπάτζετ σε σύγκριση με τις αντίστοιχες του είδους), ήταν βέβαιο πως θα αποκτούσε και σίκουελ. Το “Deadpool” μπορεί, λοιπόν, να έμεινε στα σκαριά για περίπου 10 χρόνια, μέχρι να βρει τον δρόμο προς τις σκοτεινές αίθουσες την περσινή χρονιά, το “Deadpool 2”, όμως, θα είναι πολύ σύντομα κοντά μας.
To 1975, o Akira Kurosawa γυρίζει την πρώτη μη-ιαπωνική ταινία του, το σοβιετικό-ιαπωνικής παραγωγής “Dersu Uzala”, το οποίο, ένα χρόνο αργότερα, τιμήθηκε με Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Αμέσως μετά, ρίχνεται με τα μούτρα στη συγγραφή ενός σεναρίου, το οποίο ολοκληρώνει μεν αρκετά χρόνια αργότερα, αλλά παραπέμπει στις καλένδες τη μετατροπή του σε ταινία. Στα μέσα της δεκαετίας του ᾽90, ο Kurosawa αποφασίζει να μεταφέρει στην οθόνη το εν λόγω σενάριο, αλλά η μοίρα έχει διαφορετικά σχέδια. Το 1995, μετά από ένα σφοδρό χτύπημα στη σπονδυλική στήλη, ο Kurosawa καθηλώνεται σε αναπηρικό καροτσάκι και τρία χρόνια αργότερα, στις 6 Σεπτεμβρίου 1998, ένας από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες στην ιστορία του σινεμά αφήνει την τελευταία του πνοή, έχοντας υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο.

