Σε μια ακόμη προσπάθεια να σπάσει τη χολιγουντιανή κατάρα που θέλει όσες ταινίες βασίζονται σε video games να κινούνται ποιοτικά ανάμεσα στο μέτριο και στο ανεκδιήγητα κακό, η MGM ποντάρει στην εκμοντερνισμένη εκδοχή μιας εκ των δημοφιλέστερων πρωταγωνιστριών της βιομηχανίας του gaming.
Άλλαι Τέχναι
“The Death of Stalin” λοιπόν. Τίτλος περιεκτικός, σαφής και ξεκάθαρος που επιχειρεί εκ προοιμίου να θέσει τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων και να μας βουτήξει χωρίς περιστροφές στην ουσία του θέματος. Γνωρίζετε ήδη πως γράφτηκαν και ακούστηκαν πολλά τις τελευταίες μέρες γύρω από τη συγκεκριμένη ταινία του συμπαθούς Σκωτσέζου Armando Iannucci κι ως εκ τούτου ήθελα οπωσδήποτε να τη δω και να σχηματίσω γνώμη. Μια ταινία για την οποία αξίζει να γνωρίζουμε πως είχε ως αφορμή το ομότιτλο graphic novel του Γάλλου Fabien Nury που κυκλοφόρησε πρόσφατα και στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Οξύ σε εικονογράφηση του Thierry Robin και μετάφραση της Κατερίνας Φράγκου.
Είναι η Agnès Varda μια μεγάλη κυρία του κινηματογράφου; Παρά την αξιοζήλευτη σταδιοδρομία της που μετρά έξι δεκαετίες, ο τίτλος αυτός μοιάζει να μην της ταιριάζει. Και αυτό διότι κρύβει μέσα του μια αποστασιοποίηση, ένα δέος -με την ετυμολογική έννοια. Το σινεμά της σπουδαίας Γαλλίδας δημιουργού είναι τόσο ζεστό και ανθρώπινο που απαγορεύει οποιαδήποτε απονομή χαρακτηρισμών που μαρτυρούν έναν παγωμένο σεβασμό. Τρανή απόδειξη των παραπάνω αποτελεί η τελευταία ταινία της και ιδίως η σχέση που αναπτύσσει με τον συσκηνοθέτη της JR.
Ο Ισραηλινός Samuel Maoz, οκτώ χρόνια μετά τον Χρυσό Λέοντα για το “Lebanon”, επιστρέφει στο Φεστιβάλ Βενετίας, αποχωρώντας αυτή τη φορά με το αργυρό λιονταράκι. Με το “Foxtrot” να μοιάζει με τον χορό που του έχει δανείσει το όνομα. Διότι επιστρέφει στο σημείο εκκίνησης, χωρίς καλά καλά να αντιληφθεί πώς βρέθηκε εκεί. Διότι κρύβει μέσα του μια απέραντη μελαγχολία, ένα πνιχτό γέλιο που ανά πάσα στιγμή μπορεί να καταλήξει σε λυγμό.
Η σχέση του Υπαρξισμού και των Εικαστικών Τεχνών, όπως φάνηκε από τις σύμπνοιες του 19ου αιώνα, είναι έντονη και οργανική, προσφέροντας πολλά παραδείγματα. Πρόκειται για μία σχέση που έγινε πιο ισχυρή με την πάροδο του 20ού αιώνα και την εδραίωση του Μοντέρνου και του Μεταμοντέρνου κινήματος στην τέχνη, και σε ορισμένες περιπτώσεις, οι καλλιτέχνες άντλησαν απευθείας τη θεματολογία τους από αυτό το θεματικό πλαίσιο. Ιδιαίτερα από την εποχή του Μεσοπολέμου ως τη δεκαετία του ‘70, όταν ο Υπαρξισμός ήταν στο απόγειο της δημοφιλίας του, οι εικαστικές τέχνες αποτέλεσαν ένα ιδιαίτερα γόνιμο πεδίο οπτικοποίησης αυτών των ιδεών.
Τέλη του 2013. Ο Paolo Sorrentino, δίχως ποτέ να προειδοποιήσει επαρκώς τον κινηματογραφικό κόσμο, μοιράζεται μαζί του την «Τέλεια Ομορφιά». Κοινό και κριτικοί στέκουν εμβρόντητοι και οι απολύτως δικαιολογημένοι διθύραμβοι δεν μπορούν ούτε στο ελάχιστο να χωρέσουν το μέγεθος του θαύματος που επέτυχε ο Ιταλός. Ο Sorrentino είχε καταφέρει το ακατόρθωτο∙ να αναβιώσει μια κινηματογραφική φιλοσοφία, να επικοινωνήσει ευθέως με τον Φελίνι και να περπατήσει δίπλα του στις λεωφόρους της παρακμάζουσας Αιώνιας Πόλης. Για να απαλλαγεί από τα φαντάσματα του ίδιου του μεγαλείου του, απαιτούνταν πολύ μεγάλο καλλιτεχνικό βάθος, που με την εν λόγω ταινία του δείχνει ότι το διαθέτει.
Κάτω από χρυσές δέσμες φωτός, ανάμεσα από λεπτές μπλε γραμμές που δεν διαθλώνται, περιτριγυρισμένη από επαναλαμβανόμενα ηχητικά μοτίβα, μπροστά σε θάλασσα, πίσω από στατικές εικόνες τηλεόρασης, πίσω από τηλεφωνικές γραμμές, μέσα από το ιριδίζον φως οπαλίου, πίσω από φακούς, μέσα από οθόνες. Από όποιο πρίσμα και αν σε κοίταξα, το σύμπαν μέσα σου δεν σταμάτησε να ξεχύνεται, να περικλείει τα πάντα σε μια αίθουσα μικρή, και να στέκεται απέναντι μου.
Το –σόλο- σκηνοθετικό ντεμπούτο της Greta Gerwig, μπορεί να μην κέρδισε κάποιο από τα πέντε Όσκαρ για τα οποία είχε προταθεί, αλλά έχει κερδίσει επάξια μια θέση ανάμεσα στις καλύτερες ταινίες της χρονιάς, τις καλύτερες ανεξάρτητες ταινίες των τελευταίων ετών αλλά και μια θέση στην καρδιά μας. Αφού μοιάζει με την κορύφωση της δημιουργικής ωρίμανσης της Gerwig, σε ένα φιλμ εξίσου αστείο και συγκινητικό, αλλά κυρίως απόλυτα αυθεντικό.
Το βραχυκύκλωμα της δημιουργικότητας και το παράδειγμα της Melissa McCracken.
Ξημέρωσε η μέρα και το βράδυ της φύσηξε έτσι που ανάγκασε τα άστρα να ψελλίσουν «ω γλυκύ μου έαρ».

