Η χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης, της Οτέσα Μόσφεγκ
«Η χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης» ή η τέχνη του να εξαφανίζεσαι.
Υπάρχουν άνθρωποι που όταν περνούν μια δύσκολη περίοδο αποφασίζουν να κάνουν γιόγκα, να ξεκινήσουν ψυχοθεραπεία, να κόψουν τη ζάχαρη ή να αρχίσουν να καταγράφουν τα συναισθήματά τους σε ημερολόγιο. Ταυτόχρονα, υπάρχουν βιβλία που μιλούν για την κατάθλιψη με τρόπο τρυφερό, καθησυχαστικό και θεραπευτικό. Και κάπου εδώ εμφανίζεται η Οτέσα Μόσφεγκ, η οποία κοιτάζει μια νεαρή, όμορφη, πλούσια και προνομιούχα γυναίκα που έχει χάσει κάθε διάθεση για ζωή και σκέφτεται: Κι αν απλώς κοιμόταν για έναν χρόνο;
Αυτό είναι, σε μια πρώτη και σχεδόν κωμικά απλουστευμένη ανάγνωση, το σχέδιο της πρωταγωνίστριας του «Η χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης». Βρισκόμαστε στη Νέα Υόρκη του 2000. Η ηρωίδα είναι νέα, όμορφη, μορφωμένη, οικονομικά εξασφαλισμένη και διαθέτει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που, σύμφωνα με την κοινή λογική, θα έπρεπε να της εξασφαλίζουν μια ευτυχισμένη ζωή. Κι όμως, θέλει να εξαφανιστεί. Όχι να αυτοκτονήσει. Όχι ακριβώς να θεραπευτεί. Να κοιμηθεί.
Με τη βοήθεια της χαοτικής (και αμφιβόλου επαγγελματικής επάρκειας) δόκτορος Τατλ, η πρωταγωνίστρια συγκεντρώνει ένα εντυπωσιακό κοκτέιλ φαρμάκων και ξεκινά το προσωπικό της «πρόγραμμα ευεξίας». Η αυτοφροντίδα έχει περάσει σε ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο: αντί για διαλογισμό και πράσινα smoothies, έχουμε υπνωτικά, blackout και μια σχεδόν επαγγελματική προσπάθεια για αποσύνδεση.
Και κάπου σε αυτό το σημείο γίνεται εμφανής η μεγάλη ειρωνεία του μυθιστορήματος: Η «ξεκούραση» δεν είναι πράξη αυτοφροντίδας αλλά ακραίας αυτοκαταστροφής, αφού η ηρωίδα δεν προσπάθησε να φτιάξει τον εαυτό της· προσπαθεί μόνο να τον κάνει να σωπάσει.
Η ανώνυμη ηρωίδα της Μόσφεγκ είναι εγωκεντρική, κυνική, σκληρή, αδιάφορη και συχνά απωθητική, ποτέ όμως δεν προσπαθεί να δικαιολογήσει τον εαυτό της. Σπάνια οι λογοτεχνικές ηρωίδες είναι «δύσκολες» χωρίς κάποια εξήγηση: τραύμα, κακοποίηση, οικογενειακά προβλήματα, κοινωνική καταπίεση. Η Μόσφεγκ εδώ επιλέγει κάτι πιο «άβολο», συστήνοντάς μας μια γυναίκα που υποφέρει, χωρίς όμως να χρησιμοποιεί το τραύμα της ως άλλοθι. Ναι, οι γονείς της είναι νεκροί. Ναι, η σχέση της με τον πρώην σύντροφό της ήταν κενή και εξευτελιστική. Ναι, η δουλειά της στον κόσμο της τέχνης την απωθεί. Ωστόσο, δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να βασίσει την απόφασή της για αποσύνδεση σε όλα αυτά.
Δεν είναι στις προτεραιότητές της να ζητήσει βοήθεια, αλλά να τραβήξει τις κουρτίνες και να κλείσει τα παντζούρια: άλλωστε, δεν εμπιστεύεται ποτέ στη δόκτορα Τατλ την αλήθεια για τον εαυτό της, την οποία χρησιμοποιεί απλά ως εργαλείο συνταγογράφησης.
Αυτή η ακραία παθητικότητα δηλώνει την παραίτησή της από τα εγκόσμια, αλλά αποτελεί και μια αλλόκοτη μορφή επανάστασης: αρνείται να παίξει τους ρόλους που της προσφέρει η ζωή της (εργαζόμενη, σύντροφος, φίλη, κοινωνικό ον). Σε έναν κόσμο που απαιτεί από όλους μας να λειτουργούν αδιάκοπα, η απάντησή της είναι να μη λειτουργήσει καθόλου. Δεν ζητά να αγαπηθεί, δεν ζητά να σωθεί, δεν είναι μια δεσποσύνη σε κίνδυνο. Είναι μια γυναίκα η οποία έχει κουραστεί από τα πάντα: ακόμα και από την ιδέα ότι πρέπει να σωθεί.
Αναμφίβολα, ένα από τα πιο σημαντικά σημεία του βιβλίου είναι η τοξική σχέση της πρωταγωνίστριας με τη φίλη της, Ρίβα. Από την αρχή του μυθιστορήματος είναι εμφανές ότι η ηρωίδα δεν αντέχει τη Ρίβα: τη θεωρεί ανασφαλή, υπερβολική και απελπισμένη για κοινωνική αποδοχή. Κι όμως, δεν μπορεί ποτέ να την απομακρύνει πραγματικά. Η Ρίβα είναι το είδος ανθρώπου που μισεί περισσότερο, την περιφρονεί αδιάκοπα, αλλά είναι η μόνη που εξακολουθεί πεισματικά να είναι μέρος της ζωής της.
Η φιλία μεταξύ των δύο γυναικών αποτελεί ένα πολύ ενδιαφέρον σημείο, καθώς δεν είναι μια τυπική σχέση αγάπης-μίσους ή αντιζηλίας. Η Ρίβα δεν είναι τέλεια: έχει τις δικές της ανασφάλειες και αυτοκαταστροφικές τάσεις και προσπαθεί να χωρέσει σε μια εικόνα απόλυτης επιτυχίας και θηλυκότητας. Από αυτήν ακριβώς την εικόνα προσπαθεί να αποσυρθεί τελείως η κεντρική ηρωίδα. Κατά κάποιον τρόπο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι δύο γυναίκες είναι δύο εκ διαμέτρου αντίθετες απαντήσεις στο ίδιο ακριβώς πρόβλημα. Η μία σκέφτεται «θα προσπαθήσω να γίνω αρκετά καλή ώστε να με αγαπήσουν», ενώ η άλλη σκέφτεται «δεν με νοιάζει αν με αγαπήσουν». Και, όπως είναι φυσικό, καμία από τις δύο δεν είναι εντελώς αληθινή, ούτε βέβαια και ευτυχισμένη. Η ζήλια, ο θυμός, η εξάρτηση και η τρυφερότητα συνυπάρχουν σε ένα υπερ-τοξικό κοκτέιλ: δεν υπάρχει συναισθηματική ωριμότητα από καμία πλευρά, ούτε διαρκής αλληλοϋποστήριξη. Υπάρχουν απλά δύο γυναίκες που πληγώνουν η אחת την άλλη, όμως πάντα επιστρέφουν.
Παράλληλα, η δόκτωρ Τατλ είναι ένας από τους πιο παράλογους χαρακτήρες του βιβλίου και ταυτόχρονα ένας από τους πιο σημαντικούς. Είναι η ψυχίατρος που θα έπρεπε να αναγνωρίσει ότι η ασθενής της βρίσκεται σε σοβαρό κίνδυνο — και αντ’ αυτού συμμετέχει πρόθυμα στο πείραμα. Η Μόσφεγκ τη χρησιμοποιεί όχι μόνο για να σατιρίσει την ανεπάρκεια στον τομέα της ψυχικής υγείας, αλλά και για να στηλιτεύσει την ευρύτερη εμμονή της σημερινής κοινωνίας με το «να γίνεις η καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου». Η ηρωίδα θέλει να γίνει μια καινούργια εκδοχή του εαυτού της, και η Τατλ της προσφέρει τα εργαλεία για να το κάνει — χωρίς να αναρωτηθεί πραγματικά τι συμβαίνει από κάτω.
Η «Χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης» είναι ένα βιβλίο-σταθμός για τη (διάσημη πλέον) “weird girl literature”: λογοτεχνία, δηλαδή, που επικεντρώνεται σε γυναικείους χαρακτήρες παράξενους, εμμονικούς, αυτοκαταστροφικούς, οργισμένους και βαθιά αποξενωμένους. Όλα αυτά χαρακτηρίζουν και την ηρωίδα της Μόσφεγκ, με μια σημαντική διαφοροποίηση: εδώ, η «παραξενιά» δεν εκδηλώνεται μέσω μιας εξωστρεφούς εκκεντρικότητας· αντιθέτως, η κεντρική ηρωίδα του βιβλίου θέλει να γίνει πρακτικά αόρατη. Η “weird girl literature” δεν χρειάζεται πάντοτε να επαναστατεί ηχηρά: μπορεί απλώς να κλειδαμπαρωθεί στο διαμέρισμά της, να καταπιεί ένα χάπι (ή και περισσότερα) και να σταματήσει να απαντάει στο τηλέφωνο.
Τελικά, το βασικό ερώτημα του βιβλίου δεν είναι το εάν η ηρωίδα θα καταφέρει να φέρει εις πέρας το σχέδιό της, αλλά το εάν μπορούμε ποτέ πραγματικά να ξεφύγουμε από τον ίδιο μας τον εαυτό. Η απομόνωση λειτουργεί σαν μια τεράστια άρνηση: αν δεν είμαι ξύπνια, δεν χρειάζεται να αντιμετωплю τίποτα από όλα αυτά. Έτσι, ο ύπνος αποκτά εντελώς άλλη διάσταση: είναι μια φαντασίωση μηδενισμού, μια «ξεκούραση» που δεν υπόσχεται αναζωογόνηση αλλά αναστολή της ίδιας της ύπαρξης.
Η ιστορία της Μόσφεγκ οδηγείται σε απότομο και κοφτό τέλος, του οποίου η ειρωνεία είναι προφανής: ενώ η ηρωίδα προσπαθεί για έναν χρόνο να αποσυρθεί από έναν κόσμο που θεωρεί κενό και ανυπόφορο, ο κόσμος συνεχίζει να υπάρχει — και ξαφνικά γίνεται πολύ πιο τρομακτικός από όσο μπορούσε να φανταστεί. Το σκοπίμως ψυχρό και περίεργο τέλος δεν προσφέρει τη συναισθηματική κάθαρση την οποία μπορεί να περιμέναμε και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο λειτουργεί τόσο καλά.
Το μεγαλύτερο επίτευγμα του βιβλίου είναι ότι καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα κωμικό, τραγικό, απωθητικό και θλιβερό. Τα καμώματα της ηρωίδας μπορεί να φαντάζουν ώρες-ώρες γελοία, αλλά όσο προχωράει η ιστορία, το γέλιο αρχίζει και αποκτά μια παράξενη επίγευση. Η Μόσφεγκ δεν μας ζητά να συμπαθήσουμε την ηρωίδα, αλλά να την παρατηρήσουμε. Και μέσα από αυτή να παρατηρήσουμε μια κοινωνία που μετράει την επιτυχία σε projects και έχει ανάγει την αυτοβελτίωση σε ψυχαναγκαστική υποχρέωση.
Η πρωταγωνίστρια δεν θέλει να εξαφανιστεί πραγματικά. Θέλει να σταματήσει, έστω για λίγο, η απαίτηση να υπάρχει με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Η Μόσφεγκ παίρνει την επιθυμία αυτή και την ωθεί στα άκρα: το αποτέλεσμα είναι μηδενιστικό, περίεργο και σκοτεινά κωμικό και δικαίως έχει βρεθεί στο επίκεντρο της “weird girl lit”. Μόνο που εδώ το παράξενο κορίτσι δεν θέλει να βγει στους δρόμους να βροντοφωνάξει για τις αδικίες της ζωής, δεν θέλει να γίνει viral, δεν θέλει εκδίκηση. Θέλει να κοιμηθεί.

Η χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης, της Οτέσα Μόσφεγκ
Μετάφραση: Βάσια Τζανακάρη
Εκδόσεις Ψυχογιός
σελ. 304

