The Odyssey, του Christopher Nolan
Το ομηρικό έπος επανυφαίνεται μέσα από την ψυχογραφική ματιά του Christopher Nolan.
Ένας Οδυσσέας περισσότερο ανθρώπινος περιπλανάται σε έναν μύθο αποκομμένο από την οργή του Ποσειδώνα, η οποία δεν προβάλλεται ως πηγή της συμφοράς του. Ο νόστος μοιάζει να μην του στερείται τόσο από τους θεούς, όσο από την ίδια του την ψυχή. Ο Nolan δανείζει στον αιώνιο ήρωα την ίδια ηθική πυξίδα με την οποία επιφόρτισε και τον Oppenheimer του. Άξιζαν πραγματικά η ανθρωποθυσία, η καταρράκωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ο ευτελισμός της ζωής, η αποκοπή από το πνευματικό ύψος μπροστά στο θρίαμβο της προσωπικής νίκης; Το ερώτημα αυτό τον καταδυναστεύει ακόμη και όταν ξεχνάει — άραγε αρκεί ένας λωτός για να θολώσει τη μνήμη του; Επιτρέποντας τον φόνο της Τρωάδας ιέρειας που έφερε το πρόσωπο της Αθηνάς, σκότωσε παράλληλα τον θεό μέσα του, καταλύοντας συθέμελα τον πολιτισμό και το σύστημα αξιών που τόσο περήφανα πίστευε πως είχε κατακτήσει. Ο νόστος παρουσιάζεται σαν μια προσπάθεια να ελέγξει το μέλλον, την πορεία των πραγμάτων, να διασώσει ό,τι απέμεινε από το παρελθόν του, από αυτό που ήταν κάποτε, δηλαδή κατά βάση τον άνθρωπο.
Αξιοποιώντας κινηματογραφικά την αριστουργηματική τεχνική in medias res του Ομήρου, ο Nolan προβάλλει στρατηγικά εικόνες από το ένδοξο παρελθόν, από τις ζωές των Ελλήνων πριν την πολιορκία της Τροίας, κατά τη συσπείρωσή τους γύρω από τον κοινό σκοπό και μετά, από τη σιωπηρή καταδίκη των νικητών είτε στον Άδη είτε στην ψυχική ισοπέδωση για τους επιζώντες. Η προσέγγιση του οσκαρικού σκηνοθέτη αναφορικά με τους μύθους ήταν αξιόλογη, καθώς προσπάθησε να τους αποδώσει όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστικά. Ιδιαίτερα η μαγεία της Κίρκης, η οποία “έπλαθε” τους άνδρες του Οδυσσέα σε γουρούνια, ήταν σοκαριστική. Ο Nolan ανέδειξε οπτικά με αυτήν την άριστη αλληγορία την κτηνώδη φύση των ανδρών και την αγριότητα των στερήσεων των οποίων η Κίρκη επί χρόνια υπήρξε αποδέκτης, προσδίδοντας σε έναν από τους “κακούς” ανθρώπινη υπόσταση.
Το τραγούδι των σειρήνων δεν το ακούμε ποτέ. Ο σκηνοθέτης σκόπιμα αφήνει τη φαντασία των θεατών να καλπάσει και να αναζητήσει ο καθένας στο βάθος του υποσυνείδητού του το ηχόχρωμα των παθών και των ονείρων του. Θα μπορούσε να ηχεί ως μια αλήθεια, μια τρυφερή κουβέντα, η αποδοχή των οικείων, το κάλεσμά για επιστροφή ή η ιαχή της νίκης.
Παρά την επισκίαση της δουλειάς του από την επιλογή ενός προκλητικού, πολυσυλλεκτικού καστ, το οποίο απομάκρυνε το κοινό από τα νοήματα και τη γοητεία της ιστορίας, γίνεται αντιληπτή η προσπάθειά του να αποδώσει, σε αντίθεση με προηγούμενες παραγωγές, τις ανθρώπινες αξίες, τα ηθικά διλήμματα, την αλαζονεία και την εσωτερική πάλη των προσώπων, πυλώνες που διαχέονται στους στίχους του αρχαίου έπους. Ο Οδυσσέας ταλανίζεται από τις τύψεις του, οι οποίες αποτελούν την πηγή των δοκιμασιών του. Από την άλλη εκδηλώνεται μια διαφορετική πτυχή της Πηνελόπης, μιας γυναίκας που έχει αλλοιωθεί από την κούραση και την οργή, όχι μόνο λόγω της αναμονής του συζύγου, αλλά και λόγω του βάρους των ευθυνών της διακυβέρνησης, της προστασίας των ανθρώπων που αγαπά και της μάχης ενάντια στη διαρκή αμφισβήτηση που εισπράττει λόγω φύλου.
Η άφιξη του Οδυσσέα έρχεται σε κομβικό σημείο, όταν πλέον εξαντλούνται τα ψυχικά αποθέματα των ανθρώπων που άφησε πίσω, για να αποκατασταθεί η εξωτερική και προπάντων η εσωτερική τάξη που πυρετωδώς αποζητούσε. Η προσαρμογή του κειμένου από τον σκηνοθέτη εξυπηρέτησε την εξέλιξη της κινηματογραφικής προσέγγισης που επιδίωκε, διατηρώντας μερικώς την αίγλη του αρχαίου δημιουργήματος. Ορισμένες διαφοροποιήσεις ίσως να ήταν περιττές και παρορμητικές, αν μη τι άλλο επιτηδευμένες, στην περιττή προσπάθειά του να προσθέσει αέρα ανανέωσης και πιθανώς σύγχρονες πινελιές σε ένα κείμενο διαχρονικά εξαιρετικό. Ένα κείμενο ανέγγιχτο από τις εξελίξεις στον ανθρώπινο πολιτισμό, καθώς πραγματεύεται το ταξίδι του ανθρώπου, την ανακάλυψη του κόσμου, των άλλων και του εαυτού του, και την επιστροφή σε αυτό που έχει νόημα πραγματικά.

