Άλκη Ζέη – Μάτια σαν γαλάζια θάλασσα, της Μαρίζας Ντεκάστρο
Παλιά μοβ ομπρέλα : Σημείωμα για το βιβλίο της Μαρίζας Ντεκάστρο «Άλκη Ζέη, Μάτια σαν γαλάζια θάλασσα» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Έρχεται κάποια φορά που κάθε διάθεση αναβολής ή αποφυγής πάει περίπατο. Και πρέπει κανείς να γυρέψει έναν τρόπο για να βάλει σε μια τάξη όλα εκείνα τα βιβλία, τα αναμνηστικά και τα αντικείμενα ενός γλυκού παρελθόντος. Θα πρέπει να οπλιστεί με θάρρος και να κάνει ότι μπορεί για να βάλει τότε σε μια άκρια, την πολλή και βαθιά συγκίνηση. Επειδή ανάμεσα στα πράγματα που γερνάνε – όλα γερνάνε, ξέρετε, ακόμη και τα βιβλία ή οι αναμνήσεις – είναι πολύ πιθανό κάποιος να βρει τον παλιό του εαυτό. Και τότε θα δει Θεέ μου πόσο πολύ αλλάζουν οι άνθρωποι, πόσο πολύ ξεχνάνε και αλλάζουν.
Η στιγμή ήρθε και για την Άλκη. Αυτό είναι το όνομά της. Και δεν είναι πια καθόλου παιδί, όπως τότε που κάθε Κυριακή τακτοποιούσε όλο εκείνο το ετερόκλητο σύμπαν από λογής αναμνηστικά και μικροαντικείμενα. Ένα σταχτοδοχείο από το Μιλάνο, έναν μικροσκοπικό κορμό δέντρου με σημειωμένη στην από κάτω πλευρά μια ημερομηνία. Τι να σημαίνει άραγε, τι να γίνηκε εκείνη τη μέρα; Δεν θυμάται, μα όσο αγγίζει εκείνο το κομμάτι από ακατέργαστο ξύλο, κάτι σαλεύει εντός της, κύματα οι μνήμες αναδεύονται όπως όταν τα βάζει με τους ανθρώπους τόσο αναίτια η μαγευτική κατά τα άλλα και γαληνεμένη θάλασσα. Δεν θυμάται, όχι, όλα θυμίζουν λουλούδια βαλμένα μες στη ζάχαρη. Λουλούδια που αντέχουν μα είναι πια νεκρά και αν δεν ήταν η ζάχαρη θα ‘χαν από καιρό παραδοθεί στο δικό τους ατέλειωτο φθινόπωρο. Διότι δεν ξέρω αν σας το’ πα μα στις βιβλιοθήκες οι εποχές δεν λείπουν. Και έτσι σε κάποιο ράφι μπορεί να ρίζωσε ένα φθινόπωρο και τώρα πια τίποτε δεν αλλάζει τη φοβερή εκείνη μελαγχολία των βιβλίων. Μα η άνοιξη θα’ ρθεί, ίσως αργήσει μα πίσω από τα βιβλία, μες στους πόρους του ξύλου κάποτε θα φανεί.
Η Άλκη πήρε να βγάζει από τα ράφια τα βιβλία και τα άλλα τα πράγματα, όλα εκλάμψεις μιας ζωής που κλείστηκε εδώ μέσα, χρόνια τώρα, μετά το θάνατο του αγαπημένου της παππού. Πάει καιρός που την ενημερώσανε για το τέλος του και χρειάστηκαν μήνες ολόκληροι προτού πατήσει το πόδι της στο μικρό διαμερισματάκι της Κυψέλης που βλέπει αντίκρυ το σχολείο με τα παιδιάστικα τα όνειρα και με τις φωνές ίδιες με πουλιών προτού χαθούν και αυτές μες στην δίνη της ενηλικίωσης.
Και τότε, ανάμεσα στα άλλα τα πράγματα τον βρήκε, να ποζάρει χαρούμενος στο εξώφυλλο μιας παλιάς έκδοσης. «Άλκη Ζέη, Ο Θείος Πλάτων» διαβάζει με έναν πάνινο γαϊδαράκο στο εξώφυλλο. Σκέφτηκε σε τι παράδοξα σημεία μπορεί να βρει κανείς τον εαυτό του. Και μαζί μια ατόφια συγκίνηση , έναν κόσμο μαγικό και μαγεμένο που δίχως να βλέπει το φως του ήλιου κρατήθηκε μακριά από κάθε πραγματικότητα.
Πήρε το βιβλίο στα δυο της χέρια. Το κράτησε για λίγα λεπτά, ακολουθώντας τη ράχη του. Αργά, με τ’ ακροδάχτυλά της, έψαξε να ‘βρει εκείνο το μυστήριο που έξω από τη σκόνη του καιρού, προσέδιδε σε εκείνο το βιβλίο μια κάποια ζωντάνια. Κάθισε στην πολυθρόνα του παππού, εκείνη με τον πράσινο ταφτά. Δεν άναψε τα φώτα, της αρκούσε η λάμπα του δρόμου που έλουζε εκείνη τη γωνιά του χολ. Συλλογίστηκε πως τις καλύτερες ιστορίες της ζωής της δεν τις αφηγήθηκε κανείς Θεός, μονάχα μια ψυχή που συμμερίστηκε τον κόσμο. Είχε διαβάσει αυτήν τη φράση σε κάποιο σημείωμα για τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι και σήμερα μπορούσε να την εξηγήσει δίχως καμιά πια, αμφιβολία.
Κοίταξε άλλη μια φορά τη βιβλιοθήκη. Διέκρινε δυο κατάμαυρα μάτια να την κοιτάζουν, ίδια με κουμπιά, σαν αυτά τα μεγάλα που βάζουν οι άνθρωποι στα παλτά τους. Και ας μην τους προφυλάσσει τίποτε από την παγωνιά της μοναξιάς τους, επιλέγουν αυτά τα κουμπιά. Σηκώθηκε από τη θέση της, είχε μαζί τον «Θείο Πλάτωνα». Διστακτικά πλησίασε το ράφι και τότε διέκρινε τον πάνινο γαϊδαράκο που είχαν σκαρώσει μαζί με τον παππού. Ώστε δικά του ήταν τα πελώρια εκείνα μάτια. Τον κράτησε στην αγκαλιά της και επέστρεψε στην πολυθρόνα. Και έτσι όπως αποκοιμήθηκε άκουσε μέσα της ολοφάνερη, ξεκάθαρη, σαν φωνή παιδιού, τη φωνή του πάνινου κούκλου, φτιαγμένου με ότι ρετάλι είχε σωθεί από το ραφτάδικο στην απέναντι γωνιά. Έμοιαζε αστείος ο γαϊδαράκος μα την ίδια στιγμή γεννούσε εντός της μια τέτοια νοσταλγία που ‘ταν αδύνατο να τιθασεύσει.
Έι, Άλκη! Εσύ είσαι; Βρε πού χάθηκες τόσα χρόνια; Είπα πως με ξέχασες. Στην αρχή λυπήθηκα πολύ μα έπειτα κατάλαβα πως έτσι είναι οι άνθρωποι. Δεν είναι καθόλου πάνινοι και έχουν την τάση να συνεχίζουν τη ζωή τους. Και να ξεχνούν. Μα ο κύριος Προυστ, εδώ δίπλα, που “αναζητούσε τον χαμένο χρόνο” μου είπε πως κάποτε όλα επιστρέφουν. Οι φίλοι, οι ιστορίες, τα γέλια, όσα χάσαμε μας τα φέρνει πίσω το κύμα, κάτι σαν δώρα τόσο μα τόσο απρόσμενα. Τον ρώτησα αν ισχύει το ίδιο και για τον θείο Πλάτωνα. Μου είπε πως έτσι συμβαίνει πάντα και είναι αναπόδραστη η λήθη για τους ανθρώπους. Ότι πασχίζουν να σώσουν το κάνουν, λέει με τα βιβλία και με τις φωτογραφίες.
Η Άλκη είχε κιόλας ανοίξει το βιβλίο. Ο πάνινος γαϊδαράκος ήρθε και στάθηκε δίπλα της. Και έτσι μαζί, όπως τότε, βρήκαν από την αρχή τις ιστορίες της ζωής τους. «Άλκη Ζέη, Μάτια σαν γαλάζια θάλασσα», έγραψε ο τίτλος. Ο πάνινος κούκλος συγκινήθηκε, το φως του δρόμου για λίγο χάθηκε, ένα τρέμουλο σαν να το ‘παιρνε ο άνεμος πίσω από τα κλειστά παντζούρια. Μα τώρα δεν χρειαζόταν κανενός είδους φωτισμό. Της αρκούσε η ιστορία της Άλκης, τα βιβλία της, οι στιγμές της ζωής της, ο τρόπος που έκανε τη ζωή της προσφορά και την ξενιτιά της μια αληθινή ζωή. Τασκένδη, Παρίσι, Μόσχα, Αθήνα, όλα μπερδεμένα, τόποι εξορίας και έρωτα αληθινού που σημάδεψαν την βιογραφία της. Διάβαζε όσα είχε κρυμμένα εκείνη η έκδοση του Μεταιχμίου, καμωμένη για έφηβους και για παιδιά που δεν μεγάλωσαν ποτέ. Η Άλκη Ζέη – από εκείνη το ‘χε πάρει το όνομά της – ποζάρει στις ασπρόμαυρες λήψεις που συνθέτουν το υπέροχο αυτό λεύκωμα. Όλα τα υπόλοιπα, την ιστορία της, αποδελτιωμένη μα δίχως να χάνει τίποτε από το μύθο, τα αναλάμβανε η Μαρίζα Ντεκάστρο. Βιβλία γνώσεων, μεταφράσεις, ιστορίες για νέους και την ίδια στιγμή κριτικές για το παιδικό βιβλίο που δεν έπαψε μήτε μια στιγμή να κρατάει όρθια την αθωότητα. Όλα ετούτα τα μεγάλα υπερασπίζεται η γυναίκα που χαμογελά στη φωτογραφία του βιογραφικού της γαλάζιας έκδοσης του Μεταιχμίου.
Να, εδώ η Άλκη μαθήτρια. Και εδώ, οι πάνινες κούκλες της φτιαγμένες με μια απίστευτη ποσότητα κόλας. Όλες τους έπαιξαν έναν ρόλο, μικρό ή μεγάλο στις “Κλαψωδίες”, την πρώτη επαφή της Άλκης Ζέη με τη γραφή, ήδη από την ηλικία του δημοτικού. Και εδώ πάλι, τόσο νέα στην Τασκένδη, με τον Γιώργο Σεβαστίκογλου και αργότερα στο Παρίσι με τα δυο της παιδιά. Και έπειτα ξανά στις προθήκες των βιβλιοπωλείων μιας Ελλάδας στη δίνη της μεταπολίτευσης. Και τι δεν έζησε η Άλκη, εξορίες, χούντες, τον τρομερό εμφύλιο του ‘44 που λέρωσε με ντροπή όλα τα κατοπινά χρόνια. Και έπειτα μεγαλύτερη, χαρούμενη επειδή λέει είχε βρει τον τρόπο να μιλήσει στα παιδιά για αυτόν τον παράξενο κόσμο. Και όλα ντυμένα με ένα γαλάζιο χρώμα, σαν τάχα η Στρατηγούλα Γιαννικοπούλου να ‘φτιαξε από την αρχή ολόκληρη τη ζωή της Άλκης, γραμμένη με “Μολύβι Φάμπερ”. Κοίταξε πώς παίρνει ο άνεμος τα μαλλιά της σε κάποια λήψη. Και εδώ δες τι φως που ‘χουν τα μάτια της, και τα φρύδια της, φτερά πουλιού αλαργινού. Η ζωή της Άλκης που ‘χε στο ένα της μάτι το όνειρο και το άλλο τη ζωή, ίδια με το καπλάνι της που ‘χε δυο παράταιρες χάντρες βαθιά μες στο βλέμμα. Και εδώ “Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου” που θα κρατάει για πάντα, δίχως ποτέ του να τελειώσει. Ξέρεις, η Άλκη δεν αντίκριζε μονάχα τα μαραμένα αστέρια της νεοελληνικής μας εποποιίας, μήτε που έβρισκε άδειο τον κόσμο. Και τον χρόνο δεν τον λογάριαζε σαν απουσία. Οι ιστορίες της είναι σπουδαίες επειδή μπορούν να ζήσουν σε κάθε παρόν, επειδή μπορούν να ανθίσουν μες στην παιδική ψυχή, εκεί που μεγαλώνει ο έρωτας τ’ ανθρώπου με τον κόσμο, παρά τις ασχήμιες και τις αντιξοότητες. Να, ετούτο μας δίδαξε η Άλκη, που τον άφησε λέει να περάσει μες στα μάτια της για να ξυπνήσει την άλλη, την τέταρτη διάσταση που ομορφαίνει δίχως καμιά απολύτως προειδοποίηση τον καιρό.
Ξύπνησε το άλλο πρωί. Είχε πιαστεί στην πολυθρόνα του παππού. Δεν ήταν πια μικρό παιδί και το σώμα της παραπονιόταν με κάθε αφορμή. Παραμέρισε τις κουρτίνες, κοίταξε κάτω στο δρόμο. Είδε τα παιδιά που παίζανε, δίχως μέριμνα για το παρόν, δίχως αγωνία για το μέλλον, παιδιά από μια άλλη χώρα. Και τότε, γύρεψε μες στα ράφια όλα τα βιβλία της Άλκης. Και με όλο αυτόν τον θησαυρό μες στα δυο της χέρια – ο πάνινος γαϊδαράκος βρισκόταν κιόλας μες στην τσέπη του παλτού της – κατηφόρισε στη γειτονιά. Σε λίγο μοίραζε τα βιβλία της Άλκης, που ‘σαν όμορφα πολύ επειδή είχαν απάνω τους μια αίσθηση φθοράς, ένα τσακισμένο εξώφυλλο, μια τσακισμένη ράχη, σαν βετεράνοι της φαντασίας. Και δίχως άλλη πρόθεση, χάρισε εκείνα τα βιβλία στα παιδιά. Και είδε το μικρότερο να φοράει το χαμόγελο του Αντίνοου καθώς αφηνόταν μες στην ιστορία.
Δεν τ’αφήσανε τα βιβλία από τα χέρια τους εκείνα τα παιδιά. Και η Άλκη από το μπαλκονάκι του διαμερίσματος στην Κυψέλη που αλλάζει και όμως ίδια μένει, γεμάτη από τις βιογραφίες των ανθρώπων που έτσι πυκνά μπλέξανε τις ζωές τους για να μην τους ξεχωρίζουμε, όλο κοιτάζει με «Μάτια γαλάζια σαν θάλασσα», ήσυχη, σίγουρη πια πως τώρα τα παιδιά γνωρίζουν καλά τι σόι πράγμα είναι εκείνο το καπλάνι, με τα παράταιρα μάτια. Όσο για τον πάνινο γαϊδαράκο βρήκε μια δεύτερη ζωή στα χέρια ενός παιδιού. Τον λέγανε Πέτρο και ήταν πια σίγουρη η Άλκη – όχι η μεγάλη συγγραφέας μα η συνονόματή της – πως είχαν κιόλας κερδίσει οι δυο φίλοι, μια ευκαιρία ακόμη. Έβρισκε τη δεσποτεία της φαντασίας επικίνδυνη πολύ, μα όχι για τα παιδιά που ‘χαν ακόμη λίγη ελπίδα για τούτο τον κόσμο. Πως μπορεί με μια ιστορία μεγάλη και ωραία, τα πράγματα λέει να γλιτώνουν από την κακομοιριά και την προστυχιά, παραχωρώντας την πρώτη θέση στο μέτρο τ’ ανθρώπινο, που για αυτό εδώ το κείμενο, δεν είναι άλλο απ’ ανθρωπιά.
Τώρα που έρχονται γιορτές και τα παιδιά γυρεύουν κάτι για να αγαπήσουν, ας τους χαρίσουμε όπως έκανε η Άλκη, ένα βιβλίο. Να δουν τι κόσμοι υπάρχουν απείραχτοι ακόμη από τις βόμβες και το αίμα, κόσμοι δικοί τους που θα τα συντροφεύουν όταν πια θα καίει μονάχα το φως του δρόμου και όλα θα αδειάζουν από το νόημα του χρόνου, κερδίζοντας σε ομορφιά. Όπως οι ιστορίες της Άλκης Ζέη. Σε αυτήν αφιερώνεται η υπέροχη έκδοση του Μεταιχμίου, διά γραφίδος Μαρίζα Ντεκάστρο. Και για όσους το μπορούν, ας φτιάξουν έναν πάνινο γαϊδαράκο που θα τον λένε Πλάτωνα. Θα δείτε πόσο σπουδαίος θα αποδειχτεί όταν πια τα χρόνια θα μας έχουν προσπεράσει και θα ‘χουμε γίνει εμείς οι ίδιοι, τ’ ακίνδυνο καπλάνι της δικής μας βιτρίνας.

Άλκη Ζέη - Μάτια σαν γαλάζια θάλασσα, της Μαρίζας Ντεκάστρο
Εκδόσεις Μεταίχμιο
σελ. 121

