Scroll Top

Άλλαι Τέχναι

Τα παιχνίδια της μοίρας του Alphonse Mucha

feature_img__ta-paixnidia-tis-moiras-tou-alphonse-mucha
Ζωγράφιζε προτού ακόμα στηριχτεί στα πόδια του. Ή τουλάχιστον αυτό λέει ο μύθος. Απορρίφθηκε από τη Σχολή Καλών Τεχνών της Πράγας. Ντροπιάστηκε φτιάχνοντας καρικατούρες σε αίθουσες δικαστηρίων. Άθελά του, έγινε η γενεσιουργός αιτία της Art Nouveau!

Κυρίες και κύριοι, σας παρουσιάζω τον Alphonse Mucha, έναν καλλιτέχνη που, χάριν στην περιπετειώδη ζωή του, η φήμη του απογειώθηκε αστραπιαία. Γεννημένος το 1860 στη Μοραβία της τότε Τσεχοσλοβακίας, ήταν το δεύτερο παιδί της οικογένειας του Ondrej Mucha, δικαστικού υπαλλήλου. Η μητέρα του ήταν αυτή που τον ενθάρρυνε να καλλιεργήσει την κλίση του στη ζωγραφική, κρεμώντας ένα μολύβι γύρω από το λαιμό του.

Παρά την, ομολογουμένως, υψηλή επιτηδειότητά του στη ζωγραφική, απέτυχε να εισαχθεί στην πολυπόθητη σχολή Καλών Τεχνών κι άρχισε να εργάζεται μαζί με τον πατέρα του στο δικαστήριο. Ο Mucha όμως, ήταν ένας άνθρωπος που έμελλε να αφιερώσει τη ζωή του στην τέχνη. Όταν λοιπόν του παρουσιάστηκε η ευκαιρία να εργαστεί ως μαθητευόμενος σε ένα θέατρο στη Βιέννη, στην κατασκευή των σκηνικών, δεν την προσπέρασε.

Εκεί έμεινε για έναν χρόνο, οπότε και το θέατρο κάηκε ολοσχερώς. Αποφάσισε πως δεν θα επέστρεφε στο πατρικό του κι άφησε να δει τι του επιφύλασσε η μοίρα. Πήρε το τραίνο για τη Μοραβία, σκεπτόμενος πως θα σταματούσε μόνο όταν και όπου του τελείωναν τα χρήματα. Αυτό αναπόφευκτα έγινε στο Mikulov, όπου κι εξασφάλισε τη διαμονή του σ’ ένα πρόχειρο κατάλυμα, ζωγραφίζοντας ως αντάλλαγμα μερικούς πίνακες για τον ιδιοκτήτη του.

Το ταλέντο του τράβηξε την προσοχή του κόμη Belasi, ο οποίος, αφού αρχικά του ανέθεσε μερικά πορτραίτα, αποφάσισε στη συνέχεια να του παράσχει οικονομική βοήθεια, ώστε να σπουδάσει για δύο χρόνια στο Μόναχο και να συνεχίσει έπειτα στο Παρίσι. Η ζωή του είχε μόλις αρχίσει να αλλάζει προς το καλύτερο και η τεχνική του να αποκτάει προσωπική υπόσταση.

Φευ, η οικονομική υποστήριξη του κόμη Belasi κάποια στιγμή διακόπηκε. Ο Alphonse Mucha τότε, άρχισε παράλληλα με τις σπουδές του, να εργάζεται ως εικονογράφος σε βιβλία και περιοδικά προκειμένου να αυτοσυντηρείται. Η φήμη του ως ένας από τους πιο αξιόλογους εικονογράφους άρχισε πλέον να εδραιώνεται. Το 1894, η αναγνώριση ήρθε με τον πιο απρόσμενο τρόπο. Η διεθνούς φήμης ηθοποιός Sarah Bernhardt χρειαζόταν άμεσα μια αφίσα για την παράστασή της “Gismonda”. 

Ήταν όμως μια μέρα μετά τα Χριστούγεννα και φυσικά όλοι οι εργαζόμενοι στα τυπογραφεία βρίσκονταν σε διακοπές. Ο Alphonse Mucha έτυχε να βρίσκεται στο τυπογραφείο εκείνη τη μέρα διορθώνοντας μακέτες, ως εξυπηρέτηση σε έναν φίλο του. Η αφίσα για την Sarah Bernhardt ήταν αυτή που εκτόξευσε την καριέρα του στον χώρο της εικονογράφησης. Όλοι πια μιλούσαν για το ιδιαίτερο στυλ του Alphonse Mucha.

Η τεχνική Mucha, η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε Art Nouveau, εισήγαγε, όπως εξάλλου σημαίνει και η παραπάνω ορολογία, μια νέα επαναστατική μορφή τέχνης. Η αφίσα ήταν μακρόστενη, αρμονικά διακοσμημένη με λουλούδια και περίτεχνα μοτίβα, η γυναικεία φιγούρα είχε σχεδόν φυσικές διαστάσεις, τα χρώματα που χρησιμοποιήθηκαν ήταν παστέλ, ενώ στο κεφάλι ένα φωτοστέφανο προσέδιδε στο σύνολο τη νηφαλιότητα και τη γαλήνη που έλειπαν από τις, μέχρι τότε, φανταχτερές αφίσες της εποχής. Η επιτυχία της ξεπέρασε κάθε προσδοκία, σε σημείο μάλιστα, που οι συλλέκτες, στην καλύτερη περίπτωση, δωροδοκούσαν τους αφισοκολλητές για να αποκτήσουν ένα αντίτυπο. Γιατί, όπως φαντάζεστε, υπήρξαν και πολλοί που τις αποκαθήλωναν με έναν σουγιά, αργά μέσα στο σκοτάδι της νύχτας.

Ήταν η Belle Époque και οι διαφημιστικές πινακίδες ήταν οι υπαίθριες γκαλερί του Παρισιού. Η καλλιτεχνική ποιότητα των αφισών, είτε επρόκειτο για το θέατρο είτε για τη διαφήμιση καταναλωτικών αγαθών, είχε ήδη ανέβει επίπεδο. Με την πρωτοποριακή αφίσα για την Sarah Bernhardt, ο πήχης έφτασε ακόμα ψηλότερα. Ο Alphonse Mucha έγραψε αργότερα πως «η συγκεκριμένη αφίσα έδωσε στο κοινό μια ανάσα φρέσκου αέρα που αναζητούσε εδώ και καιρό».

Ακολούθησε καταιγισμός από αναθέσεις για εικονογραφήσεις. Στη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού το 1900, o Mucha ανέλαβε τον σχεδιασμό του περιπτέρου της Βοσνίας Ερζεγοβίνης. Για την προετοιμασία αυτού του έργου ταξίδεψε για 18 μήνες στα Βαλκάνια, προκειμένου να τα γνωρίσει ιδίοις όμμασι και να γεμίσει το μπλοκάκι του με σκίτσα από ό,τι θεωρούσε πως αντιπροσώπευε τις βαλκανικές χώρες.

Επρόκειτο για ένα ταξίδι-ορόσημο, στη διάρκεια του οποίου συνέλαβε την ιδέα για το έργο που θα γινόταν η εμμονή του για το υπόλοιπο της ζωής του. Η Σλαβική Εποποιία θα ήταν ένα μνημειώδες έργο-ύμνος στους αγώνες και τις επιτυχίες των Σλάβων. Πρόκειται για 20 πίνακες, μερικοί από τους οποίους έχουν διαστάσεις 6×8 μέτρα κι απεικονίζουν περί τα 1000 χρόνια της ιστορίας των Σλάβων. Οι πίνακες δημιουργήθηκαν στο διάστημα μεταξύ του 1912 και 1926.

Το 1928, ο Alphonse Mucha τους δώρισε στην πόλη της Πράγας, με τον όρο να δημιουργηθεί ένας χώρος άξιος για τη μόνιμη φιλοξενία τους, χωρίς όμως να έχει προσδιοριστεί συγκεκριμένη χρονολογία ως διορία κατασκευής του χώρου. Από το 1929 ως και το 1933, οι καμβάδες περιόδευαν μεταξύ Πράγας, Μπρνο και Πλτζεν, κι έκτοτε φυλάχθηκαν τυλιγμένοι σε ρολά σε αποθήκες. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου τους έκρυψαν για ευνόητους λόγους και παρέμειναν στην αφάνεια μέχρι και το 1962. Έπειτα από πολλές προσπάθειες της οικογένειας του Alphonse Mucha, αλλά και των κατοίκων της πόλης Moravsky Krumlov, που είναι πολύ κοντά στον τόπο γέννησής του, η Σλαβική Εποποιία στεγάστηκε στο κάστρο του Moravsky Krumlov. Το 2012 απέκτησαν επιτέλους μόνιμη στέγη στην Εθνική Πινακοθήκη Veletržní Palace της Πράγας.

Content Sources

  • http://www.muchafoundation.org/
1
Μοιράσου το