Άλλαι Τέχναι

Richard Jewell, του Clint Eastwood

feature_img__richard-jewell-tou-clint-eastwood
Οι μεγάλοι καλλιτέχνες και τα έργα τους αξίζουν πάντα το πλεονέκτημα της αμφιβολίας. Ένα αξιολογικό ελαφρυντικό αν προτιμάτε, ή μια δεύτερη ευκαιρία. Πολλώ μάλλον όταν στεκόμαστε απέναντι σ’ έναν κινηματογραφικό ογκόλιθο του διαμετρήματος και της ποιοτικής συνέπειας του Clint Eastwood. Αυτού του σκληροτράχηλου Αμερικανού θρύλου που συνεχίζει άοκνα στα 90 παρά κάτι του να κινηματογραφεί και να συνθέτει καλλιτεχνικά αραβουργήματα, προικισμένα με μια στόφα συλλογικής εικονολατρίας και τα φόντα να εκτοξεύσουν τα Box Office στον αέρα. Όμως το τελευταίο φιλμ του αγέραστου κολοσσού πάσχει βαθιά και σοβαρά τόσο στο ύφος όσο και στη θεματική του, ταλαντευόμενο εν τέλει κάπου μεταξύ της μετριότητας και της κοινοτοπίας.

Το “Richard Jewell”, μια ταινία δραματικής υφής με πομπώδεις τόνους δικαστικής περιπέτειας, διεξέρχεται την αληθινή ιστορία ενός μαλθακού μα πεισματάρη και φιλόδοξου φύλακα security, o οποίος έσωσε δεκάδες ανθρώπινες ζωές όταν ανακάλυψε τον εκρηκτικό μηχανισμό που είχε τοποθετηθεί σε πάρκο των Ολυμπιακών Αγώνων της Atlantaτο 1996, βοηθώντας έτσι στην έγκαιρη απομάκρυνση του κοινού πριν από την έκρηξη. Η ηρωική αυτή πράξη όμως, που θα μπορούσε να δαφνοστεφανώσει τον Richard για την αυταπάρνηση και την ανιδιοτέλεια που επέδειξε, γίνεται το εφαλτήριο των μαρτυρίων του, καθώς ο πολυδαίδαλος και παντοδύναμος γραφειοκρατικός μηχανισμός των ΗΠΑ βρίσκει στο πρόσωπο του «καλοκάγαθου μεροκαματιάρη» το ιδανικό εξιλαστήριο θύμα για να επιρρίψει τις ευθύνες.

Κι αυτήν ακριβώς τη γραμμική συσχέτιση των γεγονότων, ο Clint Eastwood θα τη μετατρέψει (με μια απολύτως επιφανειακή προσέγγιση) σε μια διάπυρη αντιθεσμική διαμαρτυρία. Έναν λίβελο εναντίον της καθεστηκυίας τάξης των μέσων ενημέρωσης και των αρχών, που μοιάζει περισσότερο με ρεπουμπλικανική διακήρυξη επικαιρικών αφορμών. Ένα συντηρητικό εγκώμιο δηλαδή που έχει θέση μόνο στην εποχή του ημιπαράφρονα Donald Trump και των νεοδεξιών στρεβλώσεων. Δεν έχει τίποτα να προσφέρει στο θεατή του αύριο, πέρα από μια φτηνή και κενόδοξη εντυπωσιοθηρία. Και μπορεί ο Clint Eastwood να μην έκρυψε ποτέ τις πολιτικές του προτιμήσεις, αλλά τώρα είναι προφανέστατο πως το σύνολο του φιλμ υποτάσσεται σε ιδεολογικές αγκυλώσεις. Απηχεί κάτι παραπάνω από μια απλή κοσμοθεώρηση. 

Οι αποσυνάγωγοι ήρωες, χτυπημένοι από τα ραπίσματα ενός ανάλγητου μηχανισμού-λεβιάθαν και μπλεγμένοι σ’ έναν πυκνό, καφκικό λαβύρινθο, με μόνο τους μέσο μια απαρέγκλιτη αίσθηση καθήκοντος και μια ανώτερη ηθική προσταγή, είναι ένα θεματικό μοτίβο των τελευταίων ετών του Clint που έχει αρχίσει να κουράζει. Κι αν λειτούργησε αμυδρά στο “Sully” και πολύ λιγότερο στο “The 15:17 to Paris”, τώρα γίνεται η αχίλλειος πτέρνα για να καταρρεύσει ολόκληρη η ταινία. Ακόμα κι αν συνυπολογίσουμε τις αρτιότατες ερμηνείες των Paul Walter Hauser και Sam Rockwell στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, δεν φαίνεται το αποτέλεσμα να αλλάζει. Παραμένει μια προσπάθεια που βυθίζεται στη μετριότητα. Καρκινοβατεί διαρκώς στα παρωχημένα κατηγορήματα της ορθοφροσύνης και της ευθυκρισίας, αναλώνεται σε δακρύβρεχτα και σπαραξικάρδια ξεσπάσματα μήπως και συγκινήσει κι εν τέλει ξεφουσκώνει ως το πιο μετέωρο έργο των τελευταίων ετών του Clint Eastwood. Μια ταινία που δύσκολα την απολαμβάνει κανείς ακέραια. Εκτός βέβαια κι αν προβληθεί 3 η ώρα μεσημέρι Σαββάτου σε τοπικό τηλεοπτικό σταθμό. Όμως ο Clint θα παραμείνει πάντα ο Clint. Ένας τεράστιος κινηματογραφικός κολοσσός!

Richard Jewell, του Clint Eastwood
Μεταφρασμένος τίτλος: Η Μπαλάντα του Ρίτσαρντ Τζούελ
Είδος: Περιπέτεια, Δράμα
Διάρκεια: 131’

1
Μοιράσου το