Βιβλιοθήκη

Πρόσωπα σε απόγνωση, της Paula Fox

cover-prosopa-se-apognosi-tis-paula-fox

Θα αρκούσε και μόνο να διαβάσει κανείς τα σχόλια των δύο πολύ σημαντικών εκπροσώπων της νεότερης αμερικανικής λογοτεχνίας με τα οποία καταλήγει η μικρή σύνοψη στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, για να υποψιαστεί πως πρόκειται για ένα σπουδαίο μυθιστόρημα πριν ακόμα ξεκινήσει την ανάγνωσή του: «‘Ένα επιβλητικό ορόσημο του μεταπολεμικού ρεαλισμού», γράφει για το έργο ο David Foster Walllace, ενώ υπερθεματίζοντας ο γνωστός και πολυμεταφρασμένος στα ελληνικά Jonathan Franzen το θεωρεί «ανώτερο από οποιοδήποτε μυθιστόρημα των συγχρόνων της Paula Fox». Ο δεύτερος είχε γράψει ένα εγκωμιαστικό κείμενο στο Harpers το οποίο προστέθηκε σαν εισαγωγή στην αμερικανική επανέκδοση του μυθιστορήματος της P. Fox το 1999 –το βιβλίο είχε τυπωθεί για πρώτη φορά το 1970 στην Αμερική. Σ’ αυτό το κείμενο ο Franzen εξηγεί πως το Πρόσωπα σε απόγνωση θα «πρέπει να διαβαστεί στο πλαίσιο μιας σκηνής σύγχρονης τέχνης που στόχος της είναι η καταστροφή κάθε τάξης και νοήματος».

Η δράση τοποθετείται στο τέλος της δεκαετίας του 60 και περιγράφει ένα Σαββατοκύριακο απ’ τη ζωή ενός ζευγαριού Αμερικανών αστών. Πρόκειται για ένα θρίλερ, τόσο με την έννοια του αόρατου τρόμου και της σκοτεινής, συμβολικής απειλής που υποβόσκει σ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας, όσο και με τη μορφή της υπαρξιακής αγωνίας η οποία ξεκινάει  με μια ουδέτερη περιγραφή της σκηνής του ζευγαριού που κάθεται στο τραπέζι  για το γεύμα και κλιμακώνεται σ’ όλη τη διάρκεια αυτού του διήμερου μέχρι το τελικό ξέσπασμα. Ο τίτλος προέρχεται από μια φράση του H.D.Thoreau, του Αμερικανού δοκιμιογράφου, ποιητή και φιλόσοφου, (γνωστού και για την «Πολιτική Ανυπακοή» του), σχετικά με το ότι οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν μέσα σε μια σιωπηλή απόγνωση: «Πεισματάρηδες, κουτοί και μίζερα σκλαβωμένοι από την ενδοσκόπηση, ενώ τα θεμέλια των προνομίων τους ανατινάζονται αποκάτω τους». Η Sophie και ο Otto Bentwood είναι προνομιούχοι, ένα ζευγάρι μορφωμένων μεγαλοαστών, μια περιστασιακή μεταφράστρια κι ένας μεγαλοδικηγόρος, οι οποίοι ζουν στο Brooklyn όπου τη συγκεκριμένη εποχή «ο πολιτισμός της ηγέτιδας πόλης του Ελεύθερου Κόσμου μοιάζει να καταρρέει». Η δυσφορία της ύπαρξης, σαν εκείνο το μπωντλερικό spleen (ή σαν τη  «Ναυτία» του Sartre) –και δεν είναι τυχαία η παράθεση κάποιων στίχων από τα «Άνθη του Κακού»– αναδύεται σταδιακά και κλιμακώνεται ώσπου γίνεται αφόρητη, οδυνηρή, τα αδιέξοδα πυκνώνουν και το προστατευμένο περιβάλλον που περικλείει μέσα του τους δυο πρωταγωνιστές, το γάμο τους, τις ζωές τους, τις σχέσεις τους, τα πάντα, κλονίζεται ανεπανόρθωτα.

Σ’ αυτό το πυκνό και πολυσήμαντο μυθιστόρημα η Paula Fox δεν δίνει εύκολες λύσεις ούτε προσφέρει απαντήσεις αλλά επιμένει σε ερωτήματα δυσάρεστα, που όσο προχωράει η αφήγηση ανοίγουν σαν πληγές εν δυνάμει θανάσιμες που μολύνονται, πυορροούν, ματώνουν και θα συνεχίσουν να επιδεινώνονται και να σαπίζουν όσο δεν βρίσκει κανείς το θάρρος να τις αντιμετωπίσει. Ο Franzen φτάνει στο σημείο να παρομοιάσει τον χαρακτήρα της Sophie με τον Hamlet, την ανασφαλή Sophie που δέχεται κι αυτή ένα ανησυχητικό και διφορούμενο μήνυμα και τυραννιέται απ’ την προσπάθεια ερμηνείας του, ώσπου τελικά  αποδέχεται ανήμπορη τη μοίρα της. Στη δική της περίπτωση δεν εμφανίζεται κάποιο φάντασμα, όλα ξεκινούν από το δάγκωμα μιας γάτας την οποία η πρωταγωνίστρια έχει απλώς την πρόθεση να ταΐσει, όμως οι καλές προθέσεις δεν είναι ξόρκια που αποτρέπουν τις συμφορές. Αυτό το αναπάντεχο όσο και τρομακτικό περιστατικό βρίσκεται στο επίκεντρο ενός στροβίλου που μέσα σε λίγες ώρες θα καταπιεί τα πάντα μέσα και γύρω απ’ τη ζωή των Bentwood.

Κάθε λέξη είναι προσεκτικά επιλεγμένη, έχει δικό της χρώμα, ποιότητα και ουσία και μ’ αυτές τις λέξεις η P. Fox πλέκει έναν πυκνοδεμένο λόγο, πλούσιο σε εικόνες και νοήματα, μεταφορές και συμβολισμούς, υφαίνοντας πόντο πόντο την ιστορία της, μοχθώντας ακόμα και για την παραμικρή λεπτομέρεια.  Δεν είναι τυχαία ούτε ακόμα και τα ονόματα που επιλέγει, καθένα από αυτά έχει τη σημασία του, διηγείται από μόνο του μια ιστορία. Το ξύλο μπορεί να λυγίσει μέχρις ενός σημείου, ύστερα σπάει (Bentwood) και δεν είναι βέβαιο το πότε θα γίνει αυτό αλλά είναι μια κατάληξη αναπόδραστη.

Όμως οι σκέψεις, τα λόγια, οι γραπτές λέξεις, έχουν σημασία μόνο σ’ έναν κόσμο όπου κυριαρχεί η τάξη. Όταν χαθεί αυτή η τάξη όλα τα νοήματα καταρρέουν. Μα αν ο πολιτισμός με όλα τα μυστήρια και τα παράδοξά του είναι εξίσου δολοφονικός όσο και η αναρχία στην οποία αντιτίθεται, τότε ποιος ο λόγος της δημιουργίας και της διατήρησης της τάξης; «Γιατί να μην είναι κανείς λυσσασμένος; Γιατί να βασανιζόμαστε με βιβλία;» Ποια είναι η αποτελεσματικότητα των λέξεων όταν εξυπηρετούν μόνο αυτό που μπορεί να ειπωθεί κι όχι αυτό που αληθινά εννοεί κανείς; «Η αλήθεια για τους ανθρώπους δεν είχε μεγάλη σχέση με όσα έλεγαν για τον εαυτό τους ή με όσα έλεγαν οι άλλοι γι’ αυτούς». Οι άνθρωποι είναι σαν τις ελαττωματικές γραφομηχανές που γράφουν άλλα αντί άλλων, ένας αναρχικός καλλιτέχνης μάλιστα βρίσκει ενδιαφέρουσα την ιδέα και τροποποιεί μαζικά τις γραφομηχανές αναδεικνύοντας την ασυναρτησία σε τέχνη. Το μυθιστόρημα της Fox είναι τόσο γεμάτο από τέτοιους εκπληκτικούς συμβολισμούς που δεν αρκεί μια ανάγνωση για να γίνουν όλοι αντιληπτοί.

Η μεταπολεμική Αμερική ψάχνει απεγνωσμένα να βρει τον εαυτό της. «Δεν ξέρω πώς να ζήσω! (…) Δεν υπάρχει κανένα μέρος για τον τρόπο που νιώθω(…)» Τα λόγια του Otto εκπέμπουν την ίδια απελπισία με τις κραυγές ανίας και οργής που βρίσκονται γραμμένες στους τοίχους των εργοστασίων ανάμεσα σε βρισιές και αφίσες πολιτικών υποψηφίων για την προεδρία, εκεί στις υποβαθμισμένες γειτονιές του Queens τις οποίες το ζευγάρι διασχίζει με το αυτοκίνητο. Εκεί όπου

Υπήρχε κι ένας μεγάλος ισπανικός καθεδρικός ναός ρυθμού μπαρόκ, που την είσοδό του έκλεινε μια σιδερένια πόρτα. Ορθωνόταν κατεμεσής εκείνης της σερνάμενης, πυορροούσας αστικής σήψης σαν κάτι που ξεχώριζε, παγωμένο και υπέροχο, μισοπεθαμένο από την ίδια του την έπαρση.

Μια παράλογη ανακούφιση κυριεύει τη Sophie καθώς συνειδητοποιεί ότι «αν πράγματι κόλλησε λύσσα τότε έχει εξισωθεί μ’ αυτό που υπάρχει έξω, γιατί αυτό θα έδινε ένα νόημα στις ήσυχες, άδειες μέρες και θα εξηγούσε τους οιωνούς που φώτιζαν τα σκοτάδια της ύπαρξής της». Οποιοδήποτε νόημα είναι προτιμότερο από την απουσία κάθε νοήματος, οποιαδήποτε εξέγερση είναι προτιμότερη από τη βουβή υποταγή στην απόγνωση. Όταν καταρρέουν όλες οι βεβαιότητες χρειάζεται κάποιας μορφής επανανοηματοδότηση, κανείς δεν μπορεί να πατήσει πάνω στο χάος. Στο τέλος η Sophie  και ο Otto δε θέλουν πια ούτε να ακούν ούτε να μιλούν. Τα λόγια γίνονται ένας ακατάληπτος ήχος σαν παράσιτα που ακούγονται μέσα απ’ το πεσμένο ακουστικό, οι  λέξεις καταλήγουν σε μια στρογγυλή μαύρη τρύπα, μια βίαιη κηλίδα που κυλάει αθόρυβα προς το πάτωμα σε μαύρες γραμμές, όταν τελικά το μελανοδοχείο εκτοξεύεται στον τοίχο, σπάζοντας κι αυτό σαν την γυάλινη φούσκα μέσα στην οποία ζούσε ως τώρα το ζευγάρι.

Το «Πρόσωπα σε Απόγνωση» –που εκδίδεται για πρώτη φορά στα ελληνικά σε μετάφραση της Ρένας Χατχούτ– είναι ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα για πολλαπλές, κυριολεκτικά και μεταφορικά, αναγνώσεις.

Πρόσωπα σε απόγνωση, της Paula Fox

Μετάφραση: Ρένα Χατχούτ
Εκδόσεις Gutenberg
σελ. 244

11
Μοιράσου το