Scroll Top

Βιβλιοθήκη

Περί οράσεως και χρωμάτων. Πραγματεία 1816, του Arthur Schopenhauer

feature_img__peri-oraseos-kai-xromaton-pragmateia-1816-tou-arthur-schopenhauer
Με δυο λόγια, το «Περί οράσεως και χρωμάτων» του Arthur Schopenhauer [1788-1860] είναι μια επιστημονικών και φιλοσοφικών αξιώσεων μονογραφία γραμμένη απ’ τον αγαπημένο «χολερικό» φιλόσοφο των σαρκαστικών αφορισμών και των διεισδυτικών αποφθεγμάτων, η οποία μαρτυρεί τη συστηματική συγκρότηση της σκέψης και το εύρος των ενδιαφερόντων του.

Οι εκδόσεις Ροές παρουσιάζουν την τελευταία προσθήκη στη σειρά «Φιλοσοφική βιβλιοθήκη», της οποίας η συμβολή στα ελληνικά γράμματα είναι ήδη δύσκολο να υποτιμηθεί, περιλαμβάνοντας κυρίως έργα και μελέτες γερμανόφωνων (Kant, Fichte, Schelling, Hegel, Dilthey, Scheler, Husserl, Heidegger), αλλά όχι μόνο (Bergson) φιλοσόφων, τα οποία κατά κανόνα δεν είναι ιδιαίτερα γνωστά στο ευρύ κοινό. Εν προκειμένω, η έκδοση που παρουσιάζεται αφορά ένα ακόμη σχετικά άγνωστο κείμενο γερμανικής φιλοσοφίας, το οποίο έχει μάλιστα χαρακτήρα επιστημονικής μονογραφίας, γεγονός που ενδεχομένως θα ηχήσει παράξενα στ’ αυτιά του ανυποψίαστου αναγνώστη (τουλάχιστον του ανυποψίαστου σχετικά με την ιδιαίτερη, εκτεταμένη και συχνά με συστηματικές αξιώσεις συντελεσθείσα συνύφανση μεταξύ επιστημονικών πραγματειών, φυσιοδιφικών ενασχολήσεων και θεωρησιακής φιλοσοφίας στην Πρωσία των τελών του 18ου και των πρώτων δεκαετιών του 19ου αιώνα). Η περί χρωματολογίας μελέτη του Schopenhauer είχε γνωρίσει την πρώτη της έκδοση το 1816, για ν’ ακολουθήσει η δεύτερη εμπλουτισμένη του 1854, κινούμενη στην ερευνητική παράδοση που είχε αναπτύξει ο Goethe [1749-1832], στην οποία επιθυμεί να παράσχει στέρεα θεωρητική θεμελίωση. Όπως θα δούμε, αυτό σημαίνει ότι αντιτίθεται στη νευτώνεια εξήγηση της εμφάνισης των χρωμάτων διά της ανάλυσης του φωτός. Το κείμενο συνοδεύεται από κατατοπιστική εισαγωγή (η οποία συνυπογράφεται απ’ τον επιμελητή της έκδοσης και διευθυντή της σειράς, Δημήτρη Υφαντή), διευκρινιστικά σχόλια κι εκτενές επίμετρο του μεταφραστή, Παύλου Κλιματσάκη, γνωστού ήδη στο αναγνωστικό κοινό από τις μεταφράσεις του και το εισαγωγικό του πόνημα για τον γερμανικό ιδεαλισμό, ενώ, προς περαιτέρω διευκόλυνση του αναγνώστη, παρατίθενται στο τέλος γλωσσάρι, βιβλιογραφία και πίνακες.

Το κυρίως μέρος της μελέτης αρχίζει με μια φιλοσοφικά μεστή παραλλαγή της καντιανής γνωσιοθεωρίας, απ’ την αναδιατύπωση της οποίας δε θα μπορούσε ν’ απουσιάζει η (δια)νοητική εποπτεία: η διάνοια (Verstand) μορφοποιεί διά των κατηγοριών –εκ των οποίων ο Schopenhauer δέχεται μόνον την αιτιότητα- και των αμιγών μορφών της εποπτείας τις εντυπώσεις που της παρέχει η κατ’ αίσθησιν αντίληψη. Η διάνοια είναι «τυφλή» και μπορεί να υποπέσει σε ψευδαισθήσεις φαινομενικά έγκυρων αναπαραστάσεων. Ο Λόγος (Vernunft) πάλι είναι η δύναμη εκείνη του πνεύματος που ασχολείται με τις αφηρημένες έννοιες, με τις οποίες εργάζεται προκειμένου να εκφέρει κρίσεις. Η διάνοια μπορεί να διολισθήσει στη φαινομενικότητα, η οποία αντιπαρατίθεται στην πραγματικότητα· ενώ ο Λόγος είναι έκθετος στο σφάλμα, το οποίο αντιδιαστέλλεται προς την αλήθεια. Η αφηρημένη γνώση του Λόγου ωστόσο δεν εξαλείφει τη φαινομενική εντύπωση που σχηματίζει η διάνοια· η γνώση ότι, υπό ορισμένες συνθήκες, η Σελήνη δε βρίσκεται τόσο κοντά, όσο φαίνεται να είναι, δε «διορθώνει» πάραυτα την εποπτεία που έχουμε μιας Σελήνης «μεγαλύτερης» από το σύνηθες κι ευρισκόμενης εγγύτερα στη Γη. 

Η διάνοια διαφοροποιεί τα ζώα απ’ τα φυτά, ενώ ο Λόγος τους ανθρώπους απ’ τα υπόλοιπα ζώα. Στο ανόργανο σώμα, δεσπόζει η μηχανική και χημική αιτιότητα, η οποία προξενεί αποτέλεσμα μετρήσιμο και ίσο με την αιτία του. Στο φυτό, έχουμε το ερέθισμα, το οποίο προξενεί αντεπίδραση μη μετρήσιμη και άνιση σε σχέση με το ίδιο. Έπειτα, στο ζώο, αναδύεται το κίνητρο, το οποίο αποτελεί προϊόν γνώσης, ήτοι εποπτείας ενός αντικειμένου, παρέχοντας ούτως βαθμούς ελευθερίας στα περιθώρια δράσης του φορέα του. Τέλος, με τον άνθρωπο εμφανίζεται η δυνατότητα της σκοποθεσίας, όπου διά του Λόγου καθίσταται δυνατή η εκφορά κρίσεων, οι οποίες είναι σε θέση να καθοδηγήσουν τη δραστηριότητα των υποκειμένων. Κατά μήκος δηλαδή της αλληλουχίας των διαφόρων οντολογικών επιπέδων παρατηρείται μια διεύρυνση των δυνατοτήτων απόκρισης στους πολυειδείς αιτιακούς καθορισμούς του περιβάλλοντος, ωσάν οι απαντώσες στη φύση χωροχρονικές κρυσταλλώσεις κι ατομικεύσεις να ενσάρκωναν τις σπασμωδικές, μα επίμονες απόπειρες μιας τυφλής βούλησης (τέτοιο είναι πράγματι το πλαίσιο της κοσμοεικόνας του Schopenhauer, ωστόσο η παρουσιαζόμενη μελέτη στέκεται εν πολλοίς ως αυτοτελές έργο, πέρα απ’ τα μεταφυσικά της συμφραζόμενα). 

Η γενική θέση της μελέτης κινείται λοιπόν εντός της υπερβατολογικής οπτικής που ανέδειξε ο Kant, στο πλαίσιο της οποίας τα χρώματα θεωρείται ότι υπάρχουν μόνον εντός και διά της φυσιολογικής σκευής του γιγνώσκοντος υποκειμένου. Το φαινόμενο των χρωμάτων ταξινομείται σε τρεις κατηγορίες: α) τα φυσιολογικά, τα οποία εμφανίζονται στον αμφιβληστροειδή (αυτά ενδιαφέρουν κυρίως τον Schopenhauer) και είναι στιγμιαία. β) τα φυσικά, τα οποία προκύπτουν από τη διάθλαση του φωτός σε διαφανή ή ημιδιαφανή μέσα και διαρκούν λίγο (σε τούτα είναι που είχε στρέψει το ενδιαφέρον του ο Goethe). Τέλος, γ) τα χημικά, τα οποία δίνουν την εντύπωση ότι υπάρχουν εμμενώς στα φαινόμενα της αντίληψής μας, όντας οιονεί μόνιμα. Τα τελευταία σχετίζονται με τον τρόπο απορρόφησης του φωτός και μετατροπής του σε θερμότητα από την ιδιαίτερη σύσταση κάθε πράγματος. Η δε μεταβολή τους συνδέεται με μια μεταβολή της θερμικής κατάστασης των σωμάτων που παρατηρούμε (ο Goethe αντίστοιχα τα συνέδεε ασαφώς με χημικές διαδικασίες επαρκούς ή μη οξείδωσης). 

Θυμίζουμε ότι, σύμφωνα με τη μελέτη της οπτικής απ’ τον Isaac Newton [1642-1727], η διά του πρίσματος ανάλυση του φωτός αποκαλύπτει ότι αυτό συντίθεται από επτά διαφορετικά χρώματα, τα οποία είναι πλήρως ολοκληρωμένα. Κατά τον Schopenhauer, το μοναδικό σημείο, στο οποίο ο Νεύτων έχει δίκιο σε σχέση με τον Goethe, είναι ο ισχυρισμός του ότι μπορεί να παραχθεί το λευκό χρώμα από σύνθεση άλλων χρωμάτων. Ο Schopenhauer ενστερνίζεται τις έννοιες και την προβληματοθεσία του Goethe, αποδίδοντας την παρατηρούμενη μέχρι τις μέρες του πρωτοκαθεδρία της νευτώνειας θεωρίας στον διανοητικό συρμό, τα ad hoc τεχνάσματα των υπερασπιστών της και τη στενομυαλιά των περισσότερων φυσικών, οι οποίοι δεν είναι σε θέση να δουν πέρα απ’ το ποσοτικοποιήσιμο. Σε λίγα επιμέρους σημεία, φιλοδοξεί να προεκτείνει την ανάλυση του επιστημονικού του μέντορα, να την αρτιώσει και να τη διανθίσει με τις χρήζουσες βελτιώσεις και τροποποιήσεις. Μάλλον αναμενόμενα, ο Goethe, αν και διέκρινε την οξυδέρκεια του νεαρού θαυμαστή του και κολακεύτηκε απ’ τη συγγραφή μιας μελέτης εντασσόμενης στη γενική κατεύθυνση που είχε υποδείξει ο ίδιος, δεν ενθουσιάστηκε απ’ τις όποιες κριτικές αναφορές στα δικά του λάθη και παραλείψεις, και έσπευσε να τις αποδώσει, μαζί με τις συναφείς επισημάνσεις και τους υπερτονισμούς από μέρους του Schopenhauer της πρωτοτυπίας των δικών του επεξεργασιών, στην πρώιμη και βιαστική τάση χειραφέτησης απ’ τις επιδράσεις των προγενέστερων μορφών αυθεντίας, την οποία συχνά επιδεικνύουν οι φιλόδοξοι νέοι. 

Στη θεωρία του Goethe, κάθε χρώμα αποτελεί έκφραση μιας ισορροπίας ή δοσολογίας μεταξύ του φωτός και του σκότους. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι ιδιαίτερα σημαντική και για τη συγκρότηση της θεωρίας του Schopenhauer η αντίληψη περί της πολικότητας των δυνάμεων, σύμφωνα με την οποία τα χρωματικά φαινόμενα μπορούν να εξεταστούν όπως εκείνα του μαγνητισμού και του ηλεκτρισμού, αφού η δυαδικότητα φωτός και σκότους και η σύστοιχή της λευκού και μέλανος χρώματος εξηγούν την παραγωγή απειράριθμων χρωματικών διαβαθμίσεων. Κάθε χρώμα εμφανίζεται ούτως από μιαν ορισμένη ενεργοποίηση του αμφιβληστροειδούς («μεριστότητα της ενέργειάς του»), η οποία έχει ως προϊόν πάντοτε μια σύνθεση (κι ένα σκιώδες κατάλοιπο). Για τον Schopenhauer, υπάρχουν άπειρες χρωματικές διαβαθμίσεις, ωστόσο οι βάσεις τους μπορούν δίχως αυθαιρεσία να συνοψιστούν από τρία ζεύγη συμπληρωματικών χρωμάτων, όπως φαίνεται από την κατά το ποιόν μεριστότητα της ενέργειας του αμφιβληστροειδούς, την οποία εκφράζουν (σε σχέση με τον απλά κατά το ποσόν -δηλαδή κατ’ έκταση και κατ’ ένταση- μερισμό της). Τούτα έχουν ως εξής: 

Λευκό: 1 ↔ Μαύρο: 0.
Κίτρινο: ¾ ↔ Βιολετί: ¼.
Πορτοκαλί: ⅔ ↔ Μπλε: ⅓.
Κόκκινο: ½ ↔ Πράσινο: ½. 

Αυστηρά μιλώντας, το λευκό και το μαύρο δεν αποτελούν χρώματα, παρά μάλλον τα όρια του χρωματικού φάσματος. Τα σημαντικά στοιχεία από τούτη την ανάλυση αφορούν το ότι: α) υπάρχουν άπειρες διαβαθμίσεις, β) εντούτοις δεσπόζουν έξι αμιγή χρώματα, γ) τα οποία εκφράζουν ποσοτικές σχέσεις (αναλογίες) απλές, ήτοι εκφράσιμες σε ακεραίους και πρώτους αριθμούς, δ) προξενώντας πάντοτε το συμπλήρωμά τους, το οποίο μένει ούτως ειπείν ανενεργό στο φόντο. ε) Διά των ζευγών αυτών, έστω κι ενός μόνο εξ αυτών, δύναται να παραχθούν τα υπόλοιπα, ενώ στ) καθίσταται σαφές πως είναι a priori, όπως φαίνεται μεταξύ άλλων απ’ το ότι απαντούν σ’ όλους τους λαούς, εν αντιθέσει προς τις κάθε είδους διαβαθμίσεις και προσμείξεις τους, οι οποίες απαντούν ενδεχομενικά στη φύση ή την εμπειρία λόγω αστάθμητων παραγόντων.

Ο Newton μόνον κατά συμβεβηκός υποστήριξε τη γενική αλήθεια, σύμφωνα με την οποία το λευκό μπορεί να παραχθεί από τη σύνθεση των υπόλοιπων χρωμάτων. Θεώρησε όμως ότι τούτα είναι αντικειμενικά, και μάλιστα τα περιόρισε στα εφτά κατ’ ακριβή αντιστοιχία προς τη μουσική κλίμακα, γεγονός που κατά τον Schopenhauer αποτελεί μια ακόμη ένδειξη του ψευδεπίγραφου επιστημονικού χαρακτήρα της επικρατούσας θεωρίας. Σύμφωνα με τη δική του θεωρία τώρα, το φαινόμενο των χρωμάτων απαιτεί την ενεργοποίηση και τον μερισμό της ενέργειας του αμφιβληστροειδούς, αποτελεί δηλαδή ένα είδος συμπαραγωγής στο οποίο καίριο ρόλο διαδραματίζει η υποκειμενική συνιστώσα του ειδέναι. Επιπλέον, τα χρώματα έχουν άπειρες διαβαθμίσεις, αλλά η παραγωγή του λευκού οφείλεται στην ταυτόχρονη δράση δύο διαφορετικών αιτίων που προξενούν στον αμφιβληστροειδή την εμφάνιση ενός ζεύγους συμπληρωματικών χρωμάτων. Ενώ όμως ο μέντοράς του απέδιδε τον ορθώς διαπιστωμένο σκιερό χαρακτήρα του χρώματος στην αντικειμενικώς υπάρχουσα πολικότητα φωτός και σκότους με τη διαμεσολάβηση κάποιου θολού μέσου, ο ίδιος σπεύδει να παραγάγει το φαινόμενο απ’ τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ του φωτός, ενός σκοτεινού και θολού (ή σχετικά αδιαφανούς) σώματος και του οφθαλμού, αποδίδοντάς του κυρίως –αν όχι αποκλειστικά- υποκειμενικό χαρακτήρα, μολονότι εδράζεται σε μιαν αντικειμενικώς υπάρχουσα αιτία. Ώστε ο Schopenhauer θεωρεί παράγωγο το πρωτογενές χρωματικό φαινόμενο [Urphänomen] του Goethe, συνδέοντάς το με την αντιστοιχία ανάμεσα στη διαβαθμισμένη τροποποιησιμότητα της πρόσπτωσης του φωτός σ’ ένα σώμα και στην ακόλουθη κι εξίσου διαβαθμισμένη τροποποιησιμότητα του μερισμού της ενέργειας του αμφιβληστροειδούς. Λαμβάνει χώρα δηλαδή μια διεργασία «μετάφρασης» της επίδρασης των αισθητηριακών δεδομένων, καθώς τούτα εγγράφονται στη δεκτικότητα του υποκειμένου και της αφήνουν το υλικό και πληροφοριακό τους αποτύπωμα, η οποία καταλήγει να εμπλουτίσει το είναι στο επίπεδο του φαίνεσθαι (ο Goethe πάντως δεν έκανε λόγο για ακτίνες ή δέσμες ακτινών φωτός, αλλά θεωρούσε ότι διά του φωτός μεταφέρεται στην ολότητά της μια εικόνα). Η πολικότητα μεταφέρεται τώρα εντός του οφθαλμού σύμφωνα με τις προδιαγραφές της κατά το ποιόν μεριστότητας της πλήρους ενέργειας του αμφιβληστροειδούς, ενώ εμπλέκει πάντοτε ένα απ’ τα προαναφερθέντα ζεύγη συμπληρωματικών χρωμάτων. Ούτε λοιπόν τα χρώματα απαντούν στη φύση ανεξάρτητα απ’ τον αντιληπτικό μηχανισμό και τη γνωσιακή σκευή του υποκειμένου, ούτε συνδέονται με τρόπο αυθαίρετο σε ζεύγη αντιθέτων. 

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα σημαντικό βιβλίο, και, αν εξαιρεθούν ορισμένα παροράματα και αβλεψίες, για μια προσεγμένη και καλαίσθητη έκδοση απ’ αυτές που μας έχει συνηθίσει η εν λόγω σειρά. Αποτελεί αναμφίβολα ευπρόσδεκτη συμβολή στα εν Ελλάδι φιλοσοφικά δρώμενα, η οποία αναμένεται να κεντρίσει το ενδιαφέρον των μελετητών του φιλοσόφου, όσων ενδιαφέρονται για την ιστορία και τη φιλοσοφία της επιστήμης και δη της φυσικής, για τον γερμανικό ιδεαλισμό και ρομαντισμό και τις απολήξεις τους απ’ τη σκοπιά της ιστορίας των ιδεών, αλλά και το εν γένει φιλομαθές κοινό, το οποίο θα ήταν πρόθυμο να εγκύψει από διανοητική περιέργεια στην ανάγνωση μιας συνεκτικά αρθρωμένης φιλοσοφικο-επιστημονικής απόπειρας παραγωγής, εξήγησης και διασάφησης της «χρωματικότητας» σ’ ολόκληρο το εύρος των φαινομενολογικών της διαστάσεων.

Περί οράσεως και χρωμάτων. Πραγματεία 1816, του Arthur Schopenhauer
Μετάφραση – σχόλια – επίμετρο: Παύλος Κλιματσάκης
Εισαγωγή: Παύλος Κλιματσάκης – Δημήτρης Υφαντής
Επιμέλεια: Δημήτρης Υφαντής
Σειρά: Φιλοσοφική βιβλιοθήκη
Εκδόσεις Ροές
σελ. 254

1
Μοιράσου το