Scroll Top

Άλλαι Τέχναι

Marcel Duchamp: O προφήτης του Μεταμοντέρνου

feature_img__marcel-duchamp-o-profitis-tou-metamonternou
Ό,τι και να ειπωθεί για τον Marcel Duchamp είναι λίγο, καθώς πρόκειται για έναν καλλιτέχνη με πρωτοποριακό έργο που καθόρισε όχι μόνο τη μοντέρνα προπολεμική περίοδο αλλά και τη μεταμοντέρνα σύγχρονη τέχνη. Οι περισσότεροι είναι εξοικειωμένοι με τα “readymades” του, έργα που βασίζονταν σε απλά καθημερινά αντικείμενα και εκτίθονταν στο πλαίσιο της ντανταϊστικής δράσης του. Εκτός από αυτά, όμως, υπάρχει ακόμη μία τεράστια δουλειά που εκτείνεται σε πολλούς τομείς της τέχνης και προσφέρει στον θεατή πληθώρα ερεθισμάτων, κυρίως εγκεφαλικών.

Ο Marcel Duchamp γεννήθηκε στις 28 Ιουλίου 1887, σε μία οικογένεια με 7 παιδιά, εκ των οποίων αυτός και 3 αδέρφια του (Jacques Villon, Raymond Duchamp – Villon, Suzanne Duchamp – Crotti) έγιναν επιτυχημένοι ζωγράφοι. Πρόκειται για εξέλιξη διόλου τυχαία, αφού οι γονείς ενθάρρυναν τα παιδιά τους να ασχοληθούν με δημιουργικές δραστηριότητες όπως ζωγραφική, μουσική, λογοτεχνία και σκάκι.

Ο Marcel Duchamp με τους αδερφούς του Jacques Villon και Raymond Duchamp

Έτσι, ο νεαρός Marcel θα ακολουθήσει τον δρόμο της ζωγραφικής, με μέντορά του τον μεγαλύτερο αδερφό του Jacques Villon. Παρότι η ζωγραφική του κινείται αρχικά στα χνάρια του μετά-ιμπρεσιονισμού, ο οποίος στα τέλη του 19ου αιώνα κυριαρχούσε στην Ευρώπη, σύντομα η τέχνη του αλλάζει ριζικά. Παρά την εναντίωσή του στον κυβισμό, τον οποίο θεωρούσε υπερβολικά σοβαροφανή, δημιουργεί έργα που περιέχουν κυβιστικά στοιχεία σε συνδυασμό με στοιχεία του «γειτονικού» φουτουρισμού. Το πιο γνωστό έργο αυτής της περιόδου και από τα πιο σημαντικά της μοντέρνας τέχνης είναι το “Nude Descending a Staircase No. 2”, έργο που τράβηξε τα βλέμματα στο έργο του νεαρού Duchamp. 

Με το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου το 1914, ο Duchamp φεύγει στη Νέα Υόρκη, όπου θα μεταφέρει τις εικαστικές του δραστηριότητες, ξεκινώντας έναν νέο κύκλο δημιουργίας πιο κοντά στη λογική του Νταντά. Ήταν το αποτέλεσμα της εμμονής του για τη δημιουργία τέχνης που απευθύνεται στον νου του θεατή και όχι στην όραση∙ μια εμμονή που τον οδηγεί στην απόρριψη σχεδόν του συνόλου της σύγχρονης εικαστικής παραγωγής ως «τέχνης του αμφιβληστροειδούς». Τότε είναι που δημιουργεί τα readymades, εντάσσοντας καθημερινά αντικείμενα στο πλαίσιο εκθέσεων, με σκοπό να αποδομήσει την έννοια του έργου τέχνης. 

“Fountain”, 1917, Πορσελάνινο ουρητήριο

Ο Marcel Duchamp θα συνεχίσει να ζωγραφίζει για λίγα χρόνια ακόμη, περίπου μέχρι το 1920, αν και με τους δικούς του, αρκετά χαλαρούς, ρυθμούς. Ο ίδιος παραδεχόταν ότι ήταν σχετικά τεμπέλης και προτιμούσε να περνάει τον χρόνο του παίζοντας σκάκι, καπνίζοντας και συζητώντας με φίλους, δουλεύοντας μόνο όταν και για όσο ήθελε. Σύντομα, λοιπόν, θα παρατήσει τα εικαστικά και θα αφοσιωθεί στο σκάκι, τόσο αγωνιστικά –με σχετική επιτυχία– όσο και ως συγγραφέας/αναλυτής. Είναι αξιοσημείωτο ότι θεωρούσε το σκάκι ανώτερο των εικαστικών τεχνών, καθώς δεν είχε το αρνητικό (για τον ίδιο) στοιχείο της εμπορευματοποίησης και ήταν άρα πιο αγνό.

Ενώ όλοι πίστευαν ότι ο Duchamp είχε παρατήσει οριστικά τα εικαστικά, με εξαίρεση την περιστασιακή συνεργασία του σε project και την αρθογραφία/επιμέλεια περιοδικών, ο γηραιός πλέον καλλιτέχνης δούλευε από το 1946 σε απόλυτη μυστικότητα το τελευταίο του έργο, το “Étant Donnés”. Ολοκλήρωσε το έργο το 1966, δουλεύοντάς το αργά με την πάροδο του χρόνου και με απώτερο σκοπό να εκτεθεί στο Μουσείο Τέχνης της Φιλαδέλφεια μετά τον θάνατό του, όπως και έγινε. 

Ο Duchamp παίζει σκάκι με την (γυμνή) Eve Babitz

Το 1969, ένα χρόνο μετά τον θάνατό του, αποκαλύφθηκε –προς μεγάλη έκπληξη του καλλιτεχνικού κόσμου– ότι ο Duchamp δεν είχε εγκαταλείψει ποτέ την τέχνη, παρουσιάζοντας μάλιστα ένα έργο μεγαλόπνοο και ιδιαίτερο. Ήταν διαφορετικό από οτιδήποτε είχε παρουσιάσει στη διάρκεια της καριέρας του∙ ένα έργο με τρομερή πυκνότητα τόσο εννοιολογικά όσο και τεχνικά, για τη δημιουργία του οποίου είχε χρησιμοποιήσει δεκάδες τεχνικές. 

Πρόκειται για μια πολυδιάστατη εικαστική εμπειρία. Το πρώτο που αντικρίζει ο θεατής είναι μία παλιά ξύλινη πόρτα με τούβλινο περίγυρο. Σταδιακά, ανακαλύπτει ότι η πόρτα έχει δύο μικρές οπές, μία πρόκληση για εξερεύνηση, ένα σχόλιο για την έμφυτη περιέργεια του ανθρώπου που τον ωθεί να κοιτάξει με συγκρατημένη ενοχή και απόλαυση. Όταν κοιτάς μέσα στην τρύπα, αυτό που αποκαλύπτεται είναι πραγματικά αναπάντεχο. Μία περίπλοκη σύνθεση: ένα γυμνό μανεκέν, ξαπλωμένο σε ένα κρεβάτι από φύλλα και κλαδάκια, κρατάει μία λάμπα υγραερίου. Το φόντο είναι ένα τοπίο από ρετουσαρισμένες φωτογραφίες και ζωγραφική, ένα δάσος γαλήνιο και παγωμένο στον χρόνο που πλαισιώνει την απρόσωπη γυμνή μορφή. Το μόνο στοιχείο που σπάει την ακινησία είναι ένας μικρός καταρράκτης στο βάθος του φόντου, όπου φαίνεται να κυλάει νερό, μία οφθαλμαπάτη που δημιουργείται από κρυφή πηγή φωτισμού. Ο θεατής λοιπόν καλείται να εισέλθει σε έναν κόσμο ως ηδονοβλεψίας∙ ένας εισβολέας που, αντί να κάνει το θύμα του να νιώθει άβολα, νιώθει ο ίδιος άσχημα, και οι ρόλοι αντιστρέφονται.

“Étant Donnés”, 1946 – 1966, 242.6 × 177.8 × 124.5 εκ.

Με το τελευταίο του έργο, ο Duchamp αποδεικνύει γιατί θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εικαστικούς του 20ού αιώνα, με έργο το οποίο πάντοτε ξαφνιάζει κοινό και καλλιτέχνες δημιουργούς. Παρά τη μικρή παραγωγή του, η επίδρασή του μπορεί να συγκριθεί μόνο με εκείνη του Cézanne και του Caravaggio∙ και οι τρεις δημιούργησαν αριστουργήματα, που άλλαξαν τη ροή της σύγχρονης τέχνης. 

Μέχρι και το τέλος της ζωής του, ανατρεπτικός και δημιουργικός
1
Μοιράσου το