Scroll Top

Art Outside the Core

Καταστάσεις Υψηλού Κινδύνου. Μέρος Β: Πώς ζει το άλλο μισό

feature_img__katastaseis-ipsilou-kindinou-meros-b-pos-zei-to-allo-miso
…στέλνω μια ηλεκτρονική κάρτα με μπαλόνια και μια φωτογραφία τούρτας με το όνομα του Η. επάνω. Εκείνος βέβαια νόμιζε ότι την έκανα εγώ στο photoshop αλλά του είπα την αλήθεια σε μια κρίση ειλικρίνειας (καλά, το είπα γιατί είμαι πιο περήφανος για τις ερευνητικές μου ικανότητες που απέδωσαν την εν λόγω τούρτα). Την επομένη, την ημέρα των γενεθλίων του, ο Η. με προσκάλεσε σε… υψηλό δείπνο!

Ο πύργος, επιβλητικός, δεσπόζει με όλη την απογοητευτική και προ πολλού ληγμένη αισιοδοξία του 1960 πάνω από το σταθμό της Tottenham Court Road, στην καρδιά του Λονδίνου: Center Point.

20.15. Φοράω γιλέκο, γραβάτα, και άλλα εορταστικά που αρμόζουν σε εστιατόρια στην κορυφή πύργων. Ανεβαίνω τα σκαλοπάτια και φτάνω στον προθάλαμο. Ένας νεαρός και μια κοπέλα μπροστά σε έναν υπολογιστή και σε δεκαπέντε τηλέφωνα με υποδέχονται με τον βασιλικότερο του βασιλέως στόμφο όσων εργάζονται σε μέγαρα. Τους δηλώνω ότι ο σκοπός της επισκέψεώς μου είναι το εστιατόριο της κορυφής. Ναι έχουμε κάνει κράτηση. Δίνω το μεγαλούτσικο ονοματεπώνυμο του Δρος Η. Μια μπάρα ανοίγει τελετουργικά και η νεαρά σηκώνεται από τη θέση της για να μου καλέσει το ασανσέρ που θα ανεβεί 32 ορόφους. Σίγουρα πράματα. Θα την εμπιστευτώ. Αν μείνω να κοιτάω τη γραβάτα μου στον καθρέφτη ανάμεσα στον 28ο και τον 29ο όροφο, θα τη μηνύσω. Για κάποιο περίεργο λόγο όταν είμαι ντυμένος έτσι αισθάνομαι έτοιμος να τους στείλω όλους να μιλήσουν με το δικηγόρο μου. (Δεν έχω, ούτε και μπορώ να πληρώσω κανέναν, αλλά το ξέρει ο «εχθρός»; Δεν το ξέρει!.) Σα μια γνωστή μου που όταν την επισκεπτόταν ο σπιτονοικοκύρης της στο Παρίσι, φορούσε ταγιέρ, για εκφοβισμό. Κι εγώ όταν έχω θυμώσει με κάποιο επίσημο φορέα ή με το μεσιτικό γραφείο που διαχειρίζεται το σπίτι μου υπογράφω ως Δρ. (άλλη χρήση του τίτλου δεν έχω βρει ακόμη. Κι αυτή, τώρα που το σκέφτομαι δεν είναι και πολύ επιτυχής…).

Φτάνω στο περίφημο εστιατόριο, οι πύλες του οποίου φυλάσσονται από ένα ζευγάρι, ντυμένο επισήμως, σε βαθμό που δεν καταλαβαίνω αν εργάζονται ή απλώς περιμένουν το τραπέζι τους. Με οδηγούν στην γκαρνταρόμπα, όπου ευειδής ανατολικοευρωπαία (γκζανθιά) μου παίρνει το παλτό. Ο μαιτρ με οδηγεί στο τραπέζι. Βλέπω από μακριά ήδη καθισμένο τον Η. που φοράει κι αυτός γραβάτα. Μάλιστα. Αυτό είναι συνάντηση κορυφής, όχι γενέθλιο. Ούτε μπαλόνια, ούτε τούρτες, ούτε τραγουδάκια που σιχαίνομαι. Ο μαιτρ με αφήνει στο τραπέζι με διάφορους τεμενάδες κι αφού τον ευχαριστήσω με όλη την ευγένεια που επιβάλει το πρωτόκολλον, αντί να καθίσω, σπεύδω να ασπαστώ τον Η. Αυτός περιμένει όρθιος. (Τι ακριβώς;). Κάθομαι επιτέλους και παραγγέλνουμε και για μένα το κοκτέιλ που πίνει ο Η.

Γελάμε με την παρόρμησή μου να αρχίσω τα μάτσα μούτσα στον εορτάζοντα, που κάπως έρχεται σε αντίθεση με την εικόνα δύο γραβατωμένων κυρίων που θα μπορούσαν να συναντιούνται για δουλειές. Όμως, ευτυχώς, καθόλου δεν είμαστε εδώ για δουλειές. Η επισημότητα της ενδυμασίας αρμόζει βέβαια στον χώρο και στην περίσταση, αλλά για μένα είναι μια μικρή απότιση τιμής προς ένα αγαπημένο φίλο που με κάλεσε να γιορτάσω μαζί του την ημέρα των γενεθλίων του. Εκείνη τη συγκινητική στιγμή και πριν έλθει το κοκτέιλ, γύρισα προς τα αριστερά και αντίκρισα για πρώτη φορά τη θέα. Το σαγόνι μου έπεσε.

Το Λονδίνο, από ύψος 117 μέτρων, απλωμένο, ολοφώτιστο, ανοίκειο. Μια άλλη πόλη, χωρίς θορύβους, χωρίς οσμές, χωρίς αλλόφρονα πλήθη να μυρμηγκιάζουν την Οxford Street σε αναζήτηση εκπτώσεων. Με εμφανή τα ορόσημά της κτήρια και μνημεία στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, ένα κουτί με λαμπερούς θησαυρούς, ανοιχτό και απύθμενο, το Λονδίνο από ψηλά, ένα βράδυ του Φλεβάρη του σωτηρίου έτους 2013.

Ο πύργος αυτός, που κάποτε υπήρξε το ψηλότερο κτήριο της πόλης, χτίστηκε όπως όλοι οι πύργοι σε μια κρίση μεγαλομανίας και αστικής αισιοδοξίας, σε εποχή παχέων αγελάδων και ανάπτυξης. Κι εμείς, καθισμένοι στο γωνιακό τραπέζι του 32ου ορόφου του, ζούμε το ακριβώς αντίθετο, στα χρόνια που κάποιος λαός κινηματογραφήθηκε να κυνηγάει μια ζωντανή αγελάδα για να την φάει, σε καιρούς τριπλής ύφεσης.

Σε υπογράμμιση της ωριμότητάς μας πίνουμε Bellini (ca. 1934), το οποίο προφέρουμε με παχύτατα λάμδα και νυ, όπως ενδείκνυται, και ουχί όπως οι βλαχοαμερικάνες πρωτευουσιάνες στο Sex and the City που το έκαναν ξανά επίκαιρο στις αρχές της νέας χιλιετίας. Όταν έρθει ο λογαριασμός και δει ο Η. πόσο τιμάται στις κορυφές πύργων ο αφρώδης οίνος με νιανιά ροδάκινου, θα παραφερθούμε λεκτικώς τόσο για τον Cipriani που το εφήυρε και το Harris Bar στην Βενετία όπου το σέρβιρε, όσο και για τη μύτη της Σάρας Τζέσσικας που το μυρίστηκε, και για τη βλακεία μας να πιούμε από τέσσερα ο καθένας.

Μετά το πλήρως ικανοποιητικό δείπνο με τα τρία πιάτα, ανεβήκαμε στον επάνω όροφο που ονομάζεται viewing gallery, τους στενούς διαδρόμους του οποίου γυρίζαμε έκθαμβοι από τη θέα, σπάζοντας τα νεύρα ερωτοτροπούντων ζευγαριών σε δερμάτινες πολυθρόνες, (περάσαμε από μπροστά τους 7 φορές). Στο τέλος, βαρεθήκαμε να σπρώχνουμε ο ένας τον άλλο πάνω στο τζάμι για να δούμε ποιός θα πάθει ίλιγγο πρώτος (Νίκησε ο Η.) και πήραμε το ασανσέρ για να προσγειωθούμε στη μίζερη πραγματικότητα του ισογείου.

Καθώς κατεβαίναμε, αργά, με την αυτάρεσκη ικανοποίηση άρτι ξεπεσμένων ευγενών που ζουν με τις αναμνήσεις τους, σκεφτόμουν πως υπάρχουν άνθρωποι που ζουν έτσι κάθε μέρα. Που ζουν σε ψηλά διαμερίσματα σε κορυφές πύργων, μετακινούνται με το αυτοκίνητό τους παντού, δεν μπαίνουν ποτέ στον υπόγειο, ούτε στα λεωφορεία, και θεωρούν ξεπεσμό να πάρουν ακόμη και ταξί. Βλέπουν τον κόσμο από τόσο ψηλά που όλα φαίνονται καλύτερα από ό,τι είναι. Αυτοί δεν είναι άλλοι από εκείνους που ευθύνονται για την τριπλή ύφεση του πάμπλουτου Λονδίνου, τα μνημόνια της Ελληνικής ταπείνωσης, την αγελάδα της Αργεντινής (θεός σχωρέστη), τις αυτοκτονίες όσων έχουν φιλότιμο, και την διατήρηση στην εξουσία εκείνων που δεν έχουν. Αυτοί, που πίνουν τα Bellini τους, χωρίς παχειά λάμδα και νυ, αλλά με παχείς λογαριασμούς στις τράπεζες, απολαμβάνοντας την ασφαλή θέα, που τους παρέχει ο πλούτος, και που πιθανόν αγνοούν ότι τα Bellini ονομάστηκαν έτσι από τη ρόμπα ενός Αγίου με ροζ-ροδακινί χρώμα που ζωγράφισε ο Jacopo Bellini το 1430 να κρατάει μια εκκλησία με ψηλό πύργο. Όπως αγνοούν όταν ξοδεύουν τα κλοπιμαία τους στην κορυφή του Center Point, στην καρδιά του Λονδίνου, ότι ο πύργος αυτός χτίστηκε πάνω σε χώρο δημόσιων εκτελέσεων. Θα το θυμηθούν σύντομα.
...καιρός του φονεύειν, καιρός του θεραπεύειν...

Εις επίρρωσιν των ανωτέρω σκέψεων, αντί να γυρίσουμε στα σπίτια μας με το τραίνο εκείνο το βράδυ των υλικών απολαύσεων, αφού κοιταχτήκαμε συνωμοτικά, σταματήσαμε ένα μαύρο ταξί.Η χυδαιότητα της πραγματικότητας ήταν πολύ οδυνηρή κατά την προσγείωση από τον 32ο όροφο… από μια άλλη πόλη, πάνω από την πόλη. Από εκεί που ζει το άλλο μισό.

1
Μοιράσου το