Scroll Top

In a Cinemanner of Speaking

Ingmar Bergman: Σχεδόν μία δεκαετία

feature_img__ingmar-bergman-sxedon-mia-dekaetia
Δευτέρα, 30 Ιουλίου του 2007. Η ώρα είναι περίπου 05.00 και ο ήλιος ανατέλλει πάνω από το νησί Fårö. Απόψε, οι σκληροί βαλτικοί άνεμοι παίρνουν μαζί τους έναν από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της έβδομης τέχνης. Ο Ingmar Bergman πεθαίνει στα 89 του χρόνια στον ύπνο του και ο καλλιτεχνικός κόσμος θρηνεί ανά την υφήλιο για μία χαμένη ιδιοφυΐα.

Είναι πολύ λυπηρό, αλλά ήταν γέρος άνθρωπος, επομένως ήμασταν προετοιμασμένοι για τον θάνατό του. Τον ήξερα καλά και θα μου λείψει πάρα πολύ.

Η πρώτη αναφορά στο έργο του Ingmar Bergman γίνεται το 1943, στις 19 Σεπτεμβρίου, στην εφημερίδα Göteborgs-Tidningen σε άρθρο με τίτλο «25άρης σκηνοθέτης γίνεται γνωστός στη Στοκχόλμη», που αναφερόταν στην ενασχόλησή του με το φοιτητικό θέατρο. Έπειτα από το σημείο αυτό, η ζωή και το έργο του είναι πάρα πολύ δύσκολο να διαχωριστούν, μοιάζουν άρρηκτα συνδεδεμένα. Ως σκηνοθέτης φημιζόταν για την προσήλωσή του σε ζητήματα σεξουαλικής φύσης καθώς και για τα εκρηκτικά του ψυχολογικά προβλήματα. Ο ίδιος δήλωνε εμμονικός με τη φαντασία: όποτε η πραγματικότητα δεν του αρκούσε, ξέφευγε από αυτήν σε έναν δικό του φανταστικό κόσμο. Σύμφωνα, πάλι, με δικές του δηλώσεις, ήταν ένας αυστηρός και σχεδόν σκληρός σκηνοθέτης με τους ηθοποιούς του. Παρ' όλα αυτά η ομάδα των ηθοποιών που τον πλαισίωνε του έμεινε πιστή κατά το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του.

Συμφωνήσαμε κάποτε, πως μετά τον θάνατό μας, ο πρώτος που θα φύγει θα στοιχειώσει τον άλλον.

Σχεδόν με κάθε τρόπο, ο Bergman πληρούσε την εικόνα της απομονωμένης ιδιοφυΐας.

Γεννημένος το 1918, στις 14 Ιουλίου στην Ουψάλα, ήταν ο γιος ενός Λουθηρανού κληρικού (που αργότερα έγινε εφημέριος για τον βασιλιά της Σουηδίας) και μίας νοσοκόμας. Ο πατέρας του συχνά τον ράβδιζε και τον κλείδωνε σε σκοτεινές ντουλάπες για ώρες. Ο ίδιος, ένα παιδί ασθενικό και αδύναμο, βρήκε διέξοδο στη φαντασία του και απέκτησε μία βαθιά αγάπη για τους κόσμους που δημιουργούσε μόνος του. Ξεκίνησε να κάνει μικρές παραστάσεις με τα δύο του αδέρφια και μυήθηκε στον κινηματογράφο μέσα από τη φιλία του με τον μηχανικό προβολής του τοπικού σινεμά. Ήταν, όπως το περιγράφει και ο ίδιος, «μία μάχη ζωής και θανάτου, είτε οι γονείς έσπαζαν, είτε το παιδί» μία μάχη που φαίνεται να την κέρδισε ο ίδιος, καθώς έμαθε να ξορκίζει την τραυματική παιδική του ηλικία μέσα από κινηματογραφικά και θεατρικά αριστουργήματα που πάντοτε εξερευνούσαν τη σεξουαλική καταπίεση, τη μοναξιά, το νόημα της ζωής και την ύπαρξη του Θεού.

Οι δαίμονες είναι αμέτρητοι, έρχονται τις πιο ακατάλληλες ώρες και δημιουργούν πανικό και τρόμο, έμαθα όμως πως να επιβάλλομαι στις σκοτεινές δυνάμεις τους και να τις επιστρατεύω στο άρμα μου, τότε μπορούν και δουλεύουν προς όφελος μου.

Το οικογενειακό του υπόβαθρο καθόρισε την ανάπτυξη των μετέπειτα ιδεών και ηθικών αξιών του. Ακόμη κι όταν το περιβάλλον των χαρακτήρων του δεν ήταν αυστηρά θρησκευτικό, αυτοί πάντοτε επιδίδονταν στην αναζήτηση ηθικών αρχών και την ουσία του καλού και του κακού. 

Μεγαλώνοντας, ο Bergman φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης, όπου σπούδασε Τέχνη, Ιστορία και Λογοτεχνία. Για πρώτη φορά ήρθε σε επαφή με το πάθος του για το θέατρο και ξεκίνησε να γράφει και να σκηνοθετεί φοιτητικές παραστάσεις. Το 1944, αναλαμβάνει την πρώτη του δουλειά ως σκηνοθέτης στο δημοτικό θέατρο του Helsingborg. Εκεί γνωρίζει τον Carl Anders Dymling, επικεφαλής, τότε, των κινηματογραφικών παραγωγών Svensk Filmindustri, ο οποίος του αναθέτει το πρώτο του κινηματογραφικό σενάριο για την ταινία “Hets” (“Torment” – 1944). Έναν χρόνο αργότερα του δίνεται η ευκαιρία να γράψει και να σκηνοθετήσει την πρώτη του ταινία “Kris” (“Crisis” – 1945) και κάπου εδώ, η καριέρα του ξεκινάει επίσημα.

Το 1946, ο Bergman εγκαταλείπει τη θέση του στο δημοτικό θέατρο του Helsingborg με την παραγωγή «Ρέκβιεμ, μία αποχαιρετιστήρια συνέντευξη» (με τον εαυτό του). Ήταν η πρώτη φορά που χρησιμοποιούσε τον συγκεκριμένο μηχανισμό αφήγησης στον οποίο θα επέστρεφε πολλές φορές ανά τα έτη. Αποκορύφωμα αυτού, υπήρξε ένα ιδιαίτερο συγγραφικό του έργο, το “Ingmar's Self Portrait” (1957), το οποίο ολοκληρώνεται με την προειδοποίηση πως «κανείς δεν πρέπει ποτέ να ασχολείται με την αυτοπεριγραφή του καθότι δεν είναι σωστό να ψεύδεται». Για ακόμη μία φορά, η αναζήτηση του σωστού και του λάθους ήταν εμφανής, καθώς και η τάση του να «τέμνει» τον εαυτό του σε πολλά κομμάτια, τάσεις που το πιθανότερο ανάγονται στην παιδική του ηλικία και τις προσπάθειες απόδρασης στο φαντασιακό. Παρ' όλα αυτά, του χάρισαν τα απαραίτητα εργαλεία μηχανισμών που θα χρησιμοποιήσει ξανά σε ταινίες του, όπως στο “Cries and Whispers”, το “Fanny and Alexander” ή το “Persona”, όπου περισσότεροι από ένας χαρακτήρες αποτελούν ξεχωριστές αποδώσεις του ίδιου εγώ.

Τα χρόνια μετά το δημοτικό θέατρο, ο Bergman ασχολείται με ταινίες που βασίζονται στους προβληματισμούς του. Το 1948, έχει την ευκαιρία να σκηνοθετήσει για πρώτη φορά μία ταινία με σενάριο αποκλειστικά δικό του, το “Fängelse” (“Prison” -1949 ). Η ταινία πραγματεύεται την ιστορία ενός νεαρού σκηνοθέτη που θέλει να γυρίσει μία ταινία με θέμα το πώς ο Διάβολος κυριεύει τον κόσμο μας. Το ζήτημα του διαβόλου που καραδοκεί διαρκώς και επισκιάζει το καλό στη διαρκή τους μάχη, είναι ένα θέμα που επανέρχεται συχνά στο έργο του Bergman. 

Το 1952, ο Bergman διορίζεται σκηνοθέτης στο δημοτικό θέατρο του Malmo όπου και παραμένει μέχρι το 1959. Από το 1963 εώς το 1966 διορίζεται επικεφαλής του Royal Dramatic Theatre in Stockholm. Μέσω της δουλειάς του στο θέατρο, συγκεντρώνει έναν πιστό θίασο από ηθοποιούς που περιλαμβάνει τους Harriet Andersson, Bibi Andersson, Ingrid Thulin, Max Von Sydow, Gunnar Bjornstrand και Gunnel Lindblom με τους οποίους συνεργάζεται αδιάκοπα καθόλη τη μετέπειτα καριέρα του. Τα επόμενα χρόνια, ο Bergman αποκτάει διεθνή αναγνώριση με την κυκλοφορία των αριστουργηματικών του “Det sjunde inseglet”/«Η έβδομη σφραγίδα» (1957) και “Smultronstället”/«Άγριες Φράουλες» (1957). Για πρώτη φορά ένας δημιουργός του κινηματογράφου απέκτησε τον σεβασμό και τη φήμη που παλαιότερα αξίωναν μόνο καλλιτέχνες των παραδοσιακών μέσων, ένα ανεκτίμητο κατόρθωμα που άνοιξε καινούργιους δρόμους για όλους τους απανταχού κινηματογραφιστές.

Εν τω μεταξύ, ο μεγαλειώδης σκηνοθέτης κερδίζει το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας για το “Through a Glass Darkly” που είναι μέρος μίας τριλογίας που θεωρείται από πολλούς ως το μέγιστο αριστούργημά του, και πραγματεύεται τη λεπτή γραμμή ανάμεσα σε παράνοια και λογική, σε ανθρώπινη επαφή και απόλυτη απομόνωση. Λίγο αργότερα, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1960, εγκαθίσταται στο νησί του Fårö, όπου νοσηλεύεται για μία μόλυνση στο αυτί και στο νοσοκομείο η Bibi Anderson του γνωρίζει μία νεαρή ηθοποιό, την Liv Ullmann. Στη διάρκεια της ανάρρωσής του, ο δημιουργός γράφει για τις δύο ηθοποιούς το ανεπανάληπτο αριστούργημά του, “Persona” (που έχει μείνει χαραγμένο μέσα μου για πάντα). Πρόκειται για την πρώτη του ταινία με πολιτικό υπόβαθρο, η οποία τον οδηγεί σε δύο ακόμα ιστορίες μοναχικότητας, τα “Hour Of The Wolf” και “Shame”, όλα τους γυρισμένα στο Fårö.

Στις ερχόμενες δεκαετίες, ο Bergman συνεχίζει να σκηνοθετεί για το θέατρο, ειδικότερα για το Royal Dramatic Theatre in Stockholm. Το 1977, του απονέμεται το Μεγάλο Χρυσό Μετάλλιο της Σουηδικής Ακαδημίας Γραμμάτων, ενώ το επόμενο κιόλας έτος το Σουηδικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου δημιουργεί ένα βραβείο προς τιμήν του, που φέρει το όνομά του. Μετά το “Fanny and Alexander” ανακοινώνει ότι δεν θα ξανασχοληθεί με τον κινηματογράφο και αφιερώνεται αποκλειστικά στη θεατρική σκηνοθεσία. 

Οι ταινίες του Bergman χαρακτηρίζονταν πάντοτε από πανέμορφες φωτογραφικές συνθέσεις, δυναμική χρήση του φωτισμού, και ένα ανεπανάληπτα προσωπικό στυλ που προέκυπτε από μία φανατική προσοχή στην κάθε λεπτομέρεια. Ο ίδιος άλλωστε είχε πει πως «το να σκηνοθετεί κανείς μία ταινία είναι σαν να ελέγχει ένα ολόκληρο σύμπαν». Το δικό του έργο ήταν που μύησε τους περισσότερους θεατές στην ιδέα του απόλυτου δημιουργού ταινιών, αυτού που γράφει και σκηνοθετεί, ενώ διαχειρίζεται τη δημιουργική διαδικασία με παραδοσιακά καλλιτεχνικούς όρους. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του σκηνοθέτησε περισσότερες από 50 κινηματογραφικές ταινίες και πάνω από 150 θεατρικές παραστάσεις. 

Ηταν ένας λεπτός και ατημέλητος άνδρας που προσέλκυε και έδειχνε να κατανοεί το αντίθετο φύλο. Όταν κάποτε ερωτήθηκε για τον τρόπο απεικόνισης των γυναικών στις ταινίες του, απάντησε «πως απλά φανταζόταν πως θα συμπεριφερόταν μία γυναίκα, και δεν προσπαθούσε ποτέ να τις ερμηνεύσει». 

Οι ταινίες του υπήρξαν πάντα ενδοσκοπικές και ο ίδιος ήταν ένας άνθρωπος με τάσεις απομόνωσης. Όμως, καθώς τα χρόνια προχωρούσαν, αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο στο ενδιαφέρον του και την αναπαράσταση ανθρωπίνων καταστάσεων και τον οδήγησε στη δημιουργία όλο και πιο απέριττων σεναρίων, απογυμνωμένων από όλα όσα εμποδίζουν τη σχέση ειλικρίνειας ανάμεσα σε δημιουργό και θεατή. Συνέχισε να εξερευνά το ζήτημα της απόλυτης αδυναμίας για ανθρώπινη επικοινωνία, και άρα για καθορισμό της ατομικής προσωπικότητας και προσέγγιση του Θεού. Έτσι, αναδείχθηκε στην εμβληματικότερη φυσιογνωμία του σουηδικού σινεμά αλλά και του παγκόσμιου κινηματογραφικού στερεώματος, επηρεάζοντας με το απαράμιλλα προσωπικό του στυλ ολόκληρες γενιές δημιουργών που ακολούθησαν.

Ο Woody Allen, έχει πει: 

Πάνω απ’ όλα βρίσκεται ο Ingmar Bergman, που είναι μάλλον ο καλύτερος καλλιτέχνης του κινηματογράφου, τα πάντα συμπεριλαμβανομένων, από την ανακάλυψη της κινούμενης εικόνας.

Είναι εύκολο να δει κανείς σήμερα μία ταινία του Ingmar Bergman; Δεν θα το έλεγα. Δεν είναι εύπεπτος δημιουργός, οι ταινίες του είναι από εκείνα τα έργα που άλλοτε θα προκαλέσουν έξαψη και διέγερση και άλλοτε ψυχοφθορά. Πρόκειται, όχι τόσο για διασκέδαση, άλλα για πραγματική τέρψη, για αποτίμηση της αφοσίωσης ενός δημιουργού στην τέχνη, γεγονός που δεν είναι πάντοτε μία εύκολη υπόθεση. Όμως σήμερα, 98 χρόνια μετά την γέννησή του, η τέχνη του Bergman, οι αναφορές του στην αδυναμία ανθρώπινης επικοινωνίας, στα ζοφερά μονοπάτια της απομόνωσης και η συγκλονιστική του παρουσίαση της αναδίπλωσης του ασυνείδητου στην προσπάθεια του να ορίσει τον εαυτό του παραμένουν μοναδικά. Η παρακαταθήκη του απαράμιλλη και σήμερα, σημαντικότερη από ποτέ.

1
Μοιράσου το