Scroll Top

Άλλαι Τέχναι

Duane Michals: Είμαστε αυτό που νιώθουμε και όχι αυτό που βλέπουμε

feature_img__duane-michals-eimaste-auto-pou-niothoume-kai-oxi-auto-pou-blepoume
«Το καλύτερο κομμάτι του εαυτού μας δεν είναι τί βλέπουμε, αλλά τί νιώθουμε. Είμαστε ό,τι νιώθουμε. Δεν είμαστε ό,τι βλέπουμε. Δεν είμαστε τα μάτια μας, αλλά το μυαλό μας. Οι άνθρωποι πιστεύουνε τα μάτια τους και είναι τελείως λάθος. Γι’ αυτό θεωρώ τις περισσότερες φωτογραφίες βαρετές – αβλαβείς, γοητευτικές, άλλος ένας καταρράκτης, άλλο ένα ηλιοβασίλεμα. Απλά βαρετό. Αλλά όλο το φάσμα της εμπειρίας – ο πόνος, η μοναξιά – πώς φωτογραφίζεις την ακόλαστη επιθυμία; Πώς φωτογραφίζεις τέτοιες καταστάσεις; Αυτά που είσαι, όχι αυτά που βλέπεις».

Μία από τις πιο σπάνιες και αυθεντικές υπάρξεις στον κόσμο της φωτογραφίας γεννήθηκε πριν από περίπου ογδόντα χρόνια στο McKeesport της Pennsylvania. Το όνομα αυτού Duane Michals. Προερχόμενος από οικογένεια εργατικής τάξης, έζησε τα πρώτα χρόνια της οικονομικής κρίσης της Αμερικής, μιας εποχής στεγνής οικονομικά αλλά πλούσιας υπαρξιακά.

Το 1956 ξεκίνησε να σπουδάζει Graphic Design στη Νέα Υόρκη (όπου ζει μέχρι και σήμερα), αλλά τα παράτησε για να ασχοληθεί με τη φωτογραφία. Αφορμή στάθηκε ένα ταξίδι του στην τότε Σοβιετική Ένωση, όπου φωτογράφιζε πορτρέτα αγνώστων ανθρώπων, χρησιμοποιώντας μια δανεική φωτογραφική μηχανή. Κάπως έτσι συνέχισε το έργο του, μιας και τον Michals, σε αντίθεση με την πλειοψηφία των φωτογράφων, δεν τον ενδιαφέρει το μέσο, ποτέ δεν τον ενδιέφερε.

Εργάστηκε σαν freelance photographer για γνωστά περιοδικά, όπως το “Mademoiselle”, “Vogue”, “Esquire” και “Life” και ασχολήθηκε με τη φωτογραφία μόδας και τα πορτρέτα. Πάντα θεωρούσε τη φωτογραφία πορτρέτου πρόκληση, μιας και σχετίζεται άμεσα με την ανθρώπινη φύση και εμφάνιση.

Δεν υπήρξε fun του studio αλλά του άρεσε το φυσικό φως και περιβάλλον, κάτι που ήταν αντίθετο με τη μέθοδο που ακολουθούσαν οι φωτογράφοι της εποχής του, όπως ο Avedon και ο Penn. Τις περισσότερες φορές το σκηνικό των εικόνων του υπήρξε το πραγματικό σπίτι των πρωταγωνιστών του. Το περιβάλλον των κάδρων του είναι πάντα minimal και ποτέ δεν σκοπεύει να σου τραβήξει το μάτι ή να σου κεντρίσει την προσοχή.

Έδρασε τη δεκαετία των ‘50s, τότε, που αν ήσουν φωτογράφος, οι επιταγές προστάζανε να ασπαστείς τον Ansel Adams, τον Henri Cartier-Bresson ή τον Robert Frank. Επειδή όμως δεν τον ενδιέφερε η αποδοχή και η αναγνώρισή του από το κοινό, ο Michals αποφάσισε να μη μιμηθεί κανέναν αλλά να χαράξει τη δική του καλλιτεχνική πορεία και συνάμα να σηματοδοτήσει την έναρξη μίας νέας εποχής στον χώρο της φωτογραφίας.

Υπήρξε πρωτοπόρος στον τομέα του, μιας και ήταν ο πρώτος φωτογράφος που σκηνοθέτησε εικόνες, δούλεψε με αλληλουχίες, έβαλε τον εαυτό του να ποζάρει, έκανε double και multiple exposures και το έργο του συνήθως συνοδευότανε από τη ζωγραφική του αλλά και τα χειρόγραφα κείμενά του. Όλα αυτά ήταν τα στοιχεία εκείνα που τον διαφοροποιήσανε από τους υπόλοιπους καλλιτέχνες και την γενικότερη τάση που επικρατούσε τότε στη φωτογραφία.

Αυτό που τον ενδιέφερε πάντα, ήταν η ζωή μετά τον θάνατο και η άποψή του για τη ζωή είναι μάλλον εκκεντρική, αφού τη χαρακτηρίζει ως μία προετοιμασία για τον θάνατο. Αυτό που τον ανησυχεί είναι η φύση της ύπαρξης και σύμφωνα με τον ίδιο, για να εξετάσει κανείς τη φύση της ζωής, δεν μπορεί παρά να εξετάσει και τη φύση του θανάτου. Θεωρεί ότι αυτά τα δύο αποτελούν ένα «yin yang», αναπόσπαστο και αδιαίρετο.

Βρίσκει τον θάνατο συναρπαστικό και αυτό γιατί «τον περισσότερο χρόνο τον σπαταλάμε στο να μην υπάρχουμε παρά στο να υπάρχουμε, μιας και τα τελευταία τρία τρισεκατομμύρια χρόνια ζωής στον πλανήτη, περνάμε 80 χρόνια ύπαρξης ή αλλιώς ένα nanosecond της αναπνοής, το οποίο αποτελεί τη συνείδησή μας, και το περνάμε χωρίς να το εξετάζουμε».

Σύμφωνα με τον Michals, «οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι καν ζωντανοί, είναι στον αυτόματο πιλότο, χωρίς καμία συνείδηση της ύπαρξής τους. Το ίδιο ισχύει και με τους φωτογράφους. Κοιτάνε αλλά δεν προσέχουν, και αυτό που βλέπουν είναι αυτό που τους έχουν πει να δουν. Βλέπουν μόνο με κλισέ. Ζούμε τη ζωή μας με κλισέ. Ζούμε second-hand ζωές. Είναι σαν να διαβάζεις εκατό ιστορίες αγάπης, και μετά να ερωτεύεσαι. Οι φωτογράφοι είναι καλλιτέχνες που διαβάζουν ιστορίες αγάπης, κοιτώντας πάντα τα συναισθήματα και τα πάθη των άλλων, χωρίς να ξέρουν τα δικά τους αληθινά πάθη, κάτι που είναι πιο δύσκολο να κάνεις». 

Εκτός από τον θάνατο εξέτασε το γένος και την σεξουαλικότητα του ανθρώπου. Αν και δεν είχε αναμειχτεί με τα κοινωνικά δικαιώματα των gay, η φωτογραφία του έχει υπερθεματίσει πολλά gay θέματα. Οι κλίσεις του και οι αναζητήσεις του μεταφέρονται και στα φιλμ του, μιας και στις εικόνες του αποτυπώνονται μικρές ιστορίες που αποπνέουν μυστηριακές καταστάσεις.

«Το έργο του Michals παραδέχεται, ότι το να αποτυπώσεις την ψυχή είναι αδύνατο και ακατόρθωτο. Αλλά μέσα από τη χρήση των κειμένων ελπίζει και προσπαθεί να βοηθήσει τον θεατή να καταλάβει κάτι βαθύτερο από αυτό που η φωτογραφία απεικονίζει». Τα κείμενά του, δεν λειτουργούν ως επεξηγηματικοί υπότιτλοι αλλά προσδίδουν μια καινούργια διάσταση και δίνουν φωνή στις σκέψεις του. Ο τρόπος γραφής του σε οδηγεί στο να βιώσεις ένα μοναδικό συναίσθημα γιατί σου γεννάνε την αίσθηση της ύπαρξης του καλλιτέχνη εν ώρα δράσης. «Μια απόδειξη ότι υπήρξε εκεί».

Ανάμεσα στις επιρροές του (κυρίως από σουρεαλιστές καλλιτέχνες), έχει αναφέρει τους Balthus, William Blake, Lewis Carroll, Thomas Eakins, René Magritte και Walt Whitman. Αυτός με τη σειρά του έχει επηρεάσει φωτογράφους, όπως τους David Levinthal και Francesca Woodman.

Έχει εκδώσει μία σειρά βιβλίων όπως, “Sequences” (1970), “Homage to Cavafy: Ten Poems by Constantine Cavafy/Ten Photographs by Duane Michals” (1978) και “Eros & Thanatos” (1992). To 1983 ανέλαβε το εικαστικό κομμάτι του album των Police “Synchronicity” αλλά και του “Clouds Over Eden” του Richard Barone το 1993.

Έχει κάνει εκθέσεις στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, στο Odakyu Museum του Τόκιο, στο Μουσείο Φωτογραφίας της Θεσσαλονίκης κλπ. Για την ιδιαίτερη προσφορά του στον χώρο της φωτογραφίας έχει τιμηθεί με το CAPS Grant (1975), National Endowment for the Arts Fellowship (1976), the International Center of Photography Infinity Award for Art (1989), Honorary Fellowship of The Royal Photographic Society (1991), Gold medal for photography, National Arts Club (1994), Foto España International Award (2001) καθώς έχει τιμηθεί και με Honorary Doctorate of Fine Arts από το Montserrat College of Art, Beverly, Mass (2005).

Έχει περιγράψει τον εαυτό του ως αυτοδίδακτο φωτογράφο, γεγονός στο οποίο αναγάγει και την επιτυχία του. Όπως ο ίδιος δηλώνει, ήταν τυχερός που δεν έκανε μαθήματα μιας και δεν έμαθε ποτέ για κανόνες στην φωτογραφία. Και έτσι υπήρξε ελεύθερος. Γιατί για τον Michals, «ή σε καθορίζει το μέσο ή το επανακαθορίζεις εσύ σε σχέση με τις ανάγκες σου».

«Ο Duane Michals, με ρόλο outsider και πνεύμα επαναστάτη έχει παράγει έργο το οποίο θα έλεγε κανείς ότι έχει μια Alice-in-Wonderland quality, σφύζει από αθωότητα και γεννά μονοπάτια που σε οδηγούνε στην ανακάλυψη του κόσμου. Ενός κόσμου, όπου το ανθρώπινο στοιχείο κυριαρχεί, σε μία εποχή, όπου ο άνθρωπος έχει αρχίσει να γίνεται όλο και πιο απάνθρωπος.»

Content Sources

  • http://www.richeast.org/htwm/artists/jm/duane.html
  • http://www.biography.com/people/duane-michals-37944
  • http://www.josephbellows.com/artists/duane-michals/bio/
  • http://www.dcmooregallery.com/artists/duane-michals#3
  • http://bombsite.com/issues/20/articles/923
  • http://easyweb.easynet.co.uk/~karlpeter/zeugma/inters/michals.htm

Photo Sources

  • http://aphelis.net/human-condition-duane-michals-1969/
  • http://www.liveauctioneers.com/item/2509621
  • http://blogs.cornell.edu/art2601_nk246/2011/10/18/sources/
  • http://www.grandmastolemycloset.com/2013/05/visione-artistica-duane-michals.html
  • http://kos-windfall.livejournal.com/31518.html
1
Μοιράσου το