Άρθρα :: Keep My Opinion To Yourself articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

Concrete And Gold, των Foo Fighters

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Concrete And Gold, των Foo Fighters)

Είναι το παγκόσμιο rock ‘n’ roll γεγονός των ημερών. Οι Foo Fighters κυκλοφορούν το ένατο studio album τους και η είδηση έχει κατακλύσει τα media του χώρου. Μετά τους τελευταίους μήνες αναμονής και τα πρόσφατα teaser videos, έφτασε η ώρα του “Concrete And Gold” και όλος ο κόσμος πήρε επιτέλους αυτό που περίμενε. Ή μήπως δεν είναι ακριβώς έτσι;

Πριν 3 χρόνια που παρακολουθούσαμε τη σειρά “Sonic Highways”, είχαμε μόλις αρχίσει να συνειδητοποιούμε τον εκτεταμένα περίπλοκο κόσμο των Foo Fighters και ομολογουμένως μας είχε εντυπωσιάσει το μεράκι και η φροντίδα πίσω από όλο αυτό. Από τότε και μετά, το buzz γύρω από τις δραστηριότητες του συγκροτήματος είναι κατά πολύ μεγαλύτερο και αυτό κλιμακώνεται αυτές τις μέρες, δίνοντας την εντύπωση ότι μόλις ήρθε στα χέρια μας ο σπουδαιότερος δίσκος όλων των εποχών. Πριν ασχοληθούμε με τη μουσική, να αναφερθούμε στον ελέφαντα στο δωμάτιο; 

Υπάρχει πολύς κόσμος που εν όψει της κυκλοφορίας του “Concrete And Gold” διαβάζει πράγματα για τον «άνετο συνδυασμό Led Zeppelin/Beatles/Motorhead» σε κριτικές και δαγκώνεται, που ακόμα και σε μετριοπαθή reviews βλέπει φράσεις όπως “Beatles vs Slayer” και νιώθει ότι κάτι δεν πάει καλά, όταν «του λένε» ότι αν αντιπαθεί τον ηγέτη του σχήματος χρήζει ψυχανάλυσης και γενικά νιώθει περικυκλωμένος από μια μεσσιανική υποδοχή ενός album που κακά τα ψέματα, δε συνάδει με την καθεαυτή ποιότητά του. 

Προσωπικά μιλώντας, συμπαθώ τους Foo Fighters. Το markerting/promotion πλάνο τους είναι αξιοζήλευτο, έχουν πάντα το coolest attitude, τις εντυπωσιακότερες διασυνδέσεις (ποιος άλλος μπορεί να έχει σαν guest στο δίσκο του τον Paul McCartney και τον Justin Timberlake;) και οι τηλεοπτικές συναυλίες στο Ηρώδειο, τα παγκόσμια ντοκιμαντέρ, οι πολυπληθείς συναυλίες, οι φιλοξενίες στο εξώφυλλο του Rolling Stone και στη ραδιοφωνικη εκπομπή του Lars Ulrich όπως και όλα τα ενδιάμεσα, δίνουν την αίσθηση ότι είναι το σημαντικότερο rock σχήμα στον πλανήτη σήμερα. Κερασάκι σε αυτήν την τούρτα είναι το εντελώς ακομπλεξάριστο και άνετο στυλ τους, χωρίς ελιτίστικα σταριλίκια και απόμακρες συμπεριφορές, λες και είναι το φυσιολογικότερο πράγμα του κόσμου, διαποτισμένο με την πεμπτουσία του αμερικανικού ονείρου ότι «ο καθένας μπορεί να καταφέρει τα πάντα». 

Δε θα σταθώ στο αν είναι ρεαλιστικό κάτι τέτοιο επειδή ειλικρινά εύχομαι να είναι. Αυτό που έχει σημασία, όμως, και είναι το στοιχείο εξαιτίας του οποίου δεν μου γίνεται το πολυπόθητο «κλικ» για τους Foo Fighters είναι η ανισορροπία περιτυλίγματος και προϊόντος. Όλα όσα διαδραματίζονται γύρω από τις κυκλοφορίες των albums τους, είναι πάντα καλύτερα από τη μουσική τους καθεαυτή. 

Όλοι οι δίσκοι που έχουν κυκλοφορήσει, είναι αξιοπρεπείς, καλοπαιγμένοι και αντικατοπτρίζουν στο 100% τις δυνατότητές τους. Είναι αυτό που σε άλλη περίπτωση θα χαρακτηρίζαμε «τίμιο συγκρότημα». Το “Concrete And Gold” δεν ξεφεύγει από τον γενικό κανόνα και παρουσιάζει μια ποικιλία αμερικανικού hard rock, με επαγγελματισμό και συνέπεια. Ταυτόχρονα, είμαι βέβαιος πως σε 20 χρονια από σήμερα δε θα παρουσιάζεται στις λίστες με τα σημαντικότερα albums του αιώνα. Κάτι που φυσικά δεν είναι μεμπτό. Απλά αν στηριχτείς στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα αυτών των ημερών είναι πιθανό να πιστέψεις ότι θα χρησιμοποιούμε το “Dark Side Of The Moon” σαν σουβέρ από ‘δω και εξής, ότι δεν το χρειαζόμαστε πια, υπάρχει το “Concrete And Gold”. 

Οι Foo Fighters αξιοποίησαν τον μηχανισμό γύρω τους, τις επαφές τους, τη φήμη τους, την οικονομική τους επιφάνεια και τη στρατιά των οπαδών που εντυπωσιάστηκαν από όλα αυτά, ώστε να υποστηρίξουν την πρόσφατη κυκλοφορία τους και τα πήγαν περίφημα σε αυτό τον τομέα. Δυστυχώς, όμως, όταν ο ηγέτης τους γράφει τη μουσική και οι υπόλοιποι την εκτελούν, είναι απλά έξι τύποι σε ένα studio.

εικόνα αρθρογράφου (Γιάννης Καψάσκης)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Γιάννης Καψάσκης

Ο Γιάννης Καψάσκης είναι ένας τύπος που ψάχνει συνεχώς να βρει το δρόμο του.Το ότι είναι ο μοναδικός Αθηναίος που έχει μετακομίσει μόνιμα 3 φορές στη Θεσσαλονίκη, εκτός από σχετικό ρεκόρ, αποτελεί και ακλόνητη απόδειξη ότι δεν τον έχει βρει ακόμα. Η μεγαλύτερη απογοήτευσή του από τη ζωή είναι όταν έμαθε με το δυσκολο τρόπο ότι το coming of age δε συνάδει με τη βελτίωση του ανθρώπου και ως εκτούτου, το παλεύει καθημερινά. Σύμμαχος; Οι νότες, τα grooves, το ασήκωτο distortion, η οικογενειακή του καμπίνα αποσυμπίεσης και τα πληκτρολόγια. Εύχεται η μέρα να είχε τουλάχιστον 45 ώρες και επίσης μοιράζεται τις σκέψεις του στο mudtimes.gr και στο προσωπικό του online spa που έχει μεταμφιεστεί σε blog, το G.R.A.F.I.A.S.

Artcore magazine's footer