Άρθρα :: Auditorium articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

17.01
2017

The Doors: 50 Χρόνια Αποκάλυψης

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (The Doors: 50 Χρόνια Αποκάλυψης)

4 Ιανουαρίου 1967: η Elektra Records κυκλοφορεί το πρώτο άλμπουμ ενός δυναμικού συγκροτήματος που έχει κατακτήσει το κοινό που μαζεύεται με πάθος στο Whisky a Go Go του δυτικού Χόλυγουντ για να τους ακούσει. Το άλμπουμ τιτλοφορείται με το όνομα του συγκροτήματος: The Doors… και από εκείνη την αποκαλυπτική ημέρα η ιστορία της μουσικής εμπλουτίζεται αιώνια…!

Οι Doors σχηματίστηκαν δυο χρόνια νωρίτερα, όταν δυο γνωστοί από τη σχολή Θεάτρου του UCLA, οι Jim Morrison και Ray Manzarek αποφάσισαν να δοκιμάσουν μαζί την τύχη τους στη μουσική. Ο Manzarek ήταν ήδη σε συγκρότημα με τα δυο του αδέρφια και δελεάστηκε από τη φωνή του Morrison όταν τον άκουσε. Το τελικό σχήμα του γκρουπ δημιουργήθηκε στα μέσα του 1965. Τα δύο από τα αδέλφια Manzarek άφησαν την μπάντα για να έρθει ο Robby Krieger, που είχε αρχίσει να παίζει κιθάρα μόλις έξι μήνες πριν. Το συγκρότημα επίσης είχε για ντράμερ τον John Densmore με jazz επιρροές. Ξεκίνησαν εμφανίσεις στο London Fog, ένα όχι ιδιαίτερα δημοφιλές club. Εκεί όμως το συγκρότημα είχε την ευκαιρία να εκμεταλλευτεί τον σχεδόν άδειο χώρο για να προβάρει και να τελειοποιεί τα τραγούδια και τον ήχο του. Σύντομα οι Doors μετακόμισαν στο πιο δημοφιλές Whisky a Go Go, παίζοντας support στους Them του Van Morrison, όπου τους ανακάλυψε και η Elektra.

Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε στο Sunset Sound Studios του Χόλυγουντ μέσα σε έξι ημέρες. Επίσημα κυκλοφόρησε στις 4 Ιανουαρίου 1967, ωστόσο σε ορισμένα δισκοπωλεία της Νέας Υόρκης ήταν διαθέσιμο, ήδη από την τρίτη εβδομάδα του Δεκέμβρη του 1966 ως μέρος μιας ειδικής προσφοράς. Εντός του δίσκου βρίσκονται ορισμένα από τα πιο διάσημα τραγούδια του συγκροτήματος, συμπεριλαμβανομένων των “Light My Fire”, “Break On Through (To The Other Side)”, και “The End”.

To “Break On Through (To The Other Side)” ήταν το πρώτο single του άλμπουμ που βγήκε στην αγορά, αλλά δεν κατάφερε να γίνει επιτυχία φτάνοντας μόνο μέχρι το νούμερο 126 στο Billboard. Σήμερα όμως αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια του συγκροτήματος και αποτελεί αδιαφιλονίκητο floor filler, καθώς ο γρήγορος bossa nova ρυθμός που επέλεξε ο Densmore που αγαπούσε τη βραζιλιάνικη jazz, τα δανεισμένα riffs από την απόδοση που έκανε ο Paul Butterfield στο “Shake Your Moneymaker” του Elmore James και η επίτηδες πειραγμένη εισαγωγή του “What'd I Say” του Ray Charles που χρησιμοποιήθηκε ως solo, δίνουν στο κομμάτι μια εξωτική, blues και soul αίσθηση που συνεπαίρνει τον ακροατή και τον προσκαλεί για χορό.

Το “The End” που είναι εμπνευσμένο από την ιστορία του Οιδίποδα σύμφωνα με τον Morrison ξεκίνησε «ως ένα απλό τραγούδι αποχαιρετισμού... μάλλον προς ένα κορίτσι, αλλά βλέπω πως θα μπορούσε να είναι και ένα αντίο σε ένα είδος παιδικής ηλικίας. Πραγματικά δεν ξέρω. Νομίζω ότι είναι αρκετά πολύπλοκο και καθολικό σε εικόνες και θα μπορούσε να είναι σχεδόν οτιδήποτε θέλει κάποιος να είναι».

Η μεγάλη επιτυχία για το συγκρότημα βέβαια ήρθε με το “Light My Fire” που αποτελεί σύνθεση του Krieger. Παρά το γεγονός ότι το τραγούδι στο άλμπουμ ήταν κάτι παραπάνω από επτά λεπτά, η ευρεία ζήτησή του από τους ραδιοσταθμούς οδήγησε στη διαμόρφωση μιας τρίλεπτης εκδοχής για την οποία αφαιρέθηκαν τα ορχηστρικά μέρη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το τραγούδι να γίνει ευρύτατα γνωστό αυξάνοντας και τις πωλήσεις του άλμπουμ που, ενώ αρχικά ακολούθησε μια σταθερή αλλά αναιμική ανάβαση στο Billboard 200, έγινε τελικά πολυπλατινένιο στις ΗΠΑ, φτάνοντας στο Νο 2 τον Σεπτέμβριο του 1967 (μια μόλις θέση πίσω από το “Sgt. Pepper's Lonely Hearts Club Band” των The Beatles).

Ο δίσκος δεν είναι μόνο ένα από τα άλμπουμ που έχουν κεντρική σημασία για την εξέλιξη του ψυχεδελικού ροκ, είναι ακόμη και μια από τις πιο αναγνωρισμένες ηχογραφήσεις της ροκ μουσικής ιστορίας. Το 2012, κατετάγη στον αριθμό 42 ανάμεσα στα 500 καλύτερα άλμπουμ όλων των εποχών από το περιοδικό Rolling Stone, νούμερο 1 από τα άλμπουμ του 1967 από το ίδιο περιοδικό το 2007, νούμερο 75 στα 100 καλύτερα άλμπουμ όλων των εποχών του περιοδικού Q και 226 στον κατάλογο με τα 500 καλύτερα όλων των εποχών του New Musical Express. Το 2015, η Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου επέλεξε το άλμπουμ για εγγραφή στο Εθνικό Μητρώο Ηχογραφήσεων με γνώμονα την πολιτιστική, καλλιτεχνική και ιστορική σημασία του. Το αρχικό άλμπουμ πούλησε 20 εκατομμύρια αντίτυπα και έχει εισαχθεί στο Grammy Hall of Fame, όπως έχει συμβεί και για το “Light My Fire”. Έχει επίσης επανεκδοθεί πολλές φορές σε βινύλιο και CD.

Ως δίσκος δεν αποτέλεσε μόνο ένα εξαιρετικά δυναμικό ντεμπούτο για τους Doors αλλά και μία από τις πιο αξιοπρόσεκτες πρώτες κυκλοφορίες στην ιστορία της ροκ μουσικής. Σε αυτόν τον δίσκο το συγκρότημα συστήνει τη δική του εκδοχή της σύνθεσης rock, blues, jazz, κλασικής μουσικής και ποίησης που θα θέσει τις βάσεις για την μετεξέλιξη της ψυχεδέλειας σε acid και μετέπειτα σε hard rock. Ένας μουσικοκριτικός της εποχής, ο Paul Williams έγραψε πως οι Doors με τον δίσκο αυτό και μαζί με το “Pet Sounds” των Beach Boys και τους Rolling Stones προσέφεραν στη ροκ μουσική τη δυνατότητα να ανταγωνίζεται επάξια τους μεγάλους δημιουργούς της κλασικής και της jazz. Σίγουρα πάντως αποτελεί τον δίσκο με τον οποίο το συγκρότημα έθεσε σταθερά το στυλ του: έντονος τραγικός λυρισμός, έμφαση στη μελωδία, δυναμικές εντάσεις. Η μουσική του γκρουπ πότε αισθησιακή, πότε υπνωτιστική, θα ακροβατεί ανάμεσα στον αρχέγονο παγανισμό που πρεσβεύει το γνήσιο rock ‘n’ roll και μια μυστήρια και διανοητικά υπερβατική ποίηση που ήταν εμπνευσμένη από την αρχαία ελληνική τραγωδία, τον γαλλικό συμβολισμό και υπαρξισμό, τη βρετανική δαιμονολογία και την αμερικανική beat generation. Οι Doors ήταν μια δύναμη της φύσης και αυτό το άλμπουμ είναι η τέλεια εισαγωγή στον μαγικό κόσμο τους. Οι επόμενοι δίσκοι, αν και υπέροχοι, απλά θα επαναλαμβάνουν αυτό το μοτίβο.

The Ed Sullivan Show, 17 Σεπτεμβρίου 1967

εικόνα άρθρου (The Doors: 50 Χρόνια Αποκάλυψης)

Κείμενα (Πηγές)

Wikipedia, All Music

Εικόνες (Πηγές)

Οι «Doors» στη Νέα Υόρκη το 1967 

εικόνα αρθρογράφου (Solus Ipse Gherkin)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Solus Ipse Gherkin

Ο Solus Ipsen Gherkin κατάγεται από έναν μακρινό πλανήτη και βρέθηκε στη Γη το 1968 εξ αιτίας ενός ατυχήματος κατά τη διάρκεια ενός διαγαλαξιακού ταξιδιού. Έκτοτε, πάσχιζε να αποκτήσει γήινη υπόσταση αλλά κατάφερε να γίνει άνθρωπος μόλις το 2015. Όλα τα προηγούμενα χρόνια, η εξωγήινη φύση του έβρισκε καταφύγιο σε συχνότητες, ακτίνες laser και οπτικές ίνες στις οποίες το μόνο που μπορούσε να αισθάνεται και να καταλαβαίνει ήταν η μουσική. Σήμερα, είναι μεν επιτέλους άνθρωπος αλλά δεν ξέρει να κάνει τίποτα άλλο από το να ζει, να μιλά και να γράφει για μουσική (και γι αυτόν τον λόγο το υπόλοιπο ανθρώπινο είδος του φέρεται με επιείκεια).

Artcore magazine's footer