Άρθρα :: Auditorium articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

10.11
2015

Northern Soul: Η ψυχή του αγγλικού Βορρά

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Northern Soul: Η ψυχή του αγγλικού Βορρά)

Βόρεια Αγγλία, 1968: Οι Mods έχουν ηττηθεί. Μεσουρανούν Progressive και Hard Rock ήχοι. Κι όμως… πολλοί νέοι της εργατικής τάξης αναζητούν στο καλό ντύσιμο, στη Soul και στις αμφεταμίνες μια ταυτότητα που θα τους κάνει «ξεχωριστούς». Χωρίς ιδεολογικό στίγμα και στην πραγματικότητα υιοθετώντας ξένα πολιτισμικά στοιχεία (ιταλική μόδα, μαύρη μουσική), δημιούργησαν μια υποκουλτούρα που διήρκησε μέχρι τα μέσα των 70s, όταν Punk και Disco άλλαξαν τα δεδομένα.

Από μουσικής πλευράς η μόδα αυτή χαρακτηρίστηκε από μια ιδιομορφία. Οι δίσκοι που γνώριζαν επιτυχία ήταν… ήδη παλιοί! Ορισμένοι μάλιστα είχαν κυκλοφορήσει δέκα χρόνια πριν. Καθώς οι fans του είδους απέρριπταν τη Funk, αλλά έβρισκαν και την καθιερωμένη Soul «γλυκανάλατη», οι DJs της περιοχής αναγκάστηκαν να παίζουν Soul των 60s, η οποία όμως ήταν άγνωστη. Επέλεγαν λοιπόν δίσκους που στην Αμερική είχαν αποτύχει παταγωδώς αλλά γίνονταν hits δεύτερης ευκαιρίας στη Βρετανία. 

Επειδή όμως το πρόγραμμα των clubs (Wigan Casino, Blackpool Mecca, Twisted Wheel) έπρεπε να γεμίζει, οι DJs έψαχναν διαρκώς νέο υλικό. Έτσι, δημιουργήθηκε μια αγορά για DJs και fans. Το γεγονός ότι τα δισκάκια αυτά αποτελούσαν δισκογραφικές αποτυχίες ή ανεξάρτητες παραγωγές, τα καθιστούσε ήδη σπάνια και είχε συνέπεια στην αγοραστική τους αξία. Η ζήτηση ανέβαζε και την τιμή τους. Ακόμα και σήμερα κάποιοι δίσκοι εύκολα πιάνουν 250 λίρες, ενώ το “Do I Love You” του Frank Wilson, το 2009 πουλήθηκε 25.000 λίρες! Ευτυχώς, για τους μη έχοντες, κυκλοφορούν ωραιότατες συλλογές. 

Η αγορά δημιούργησε και τον όρο Northern Soul. Στην πραγματικότητα επινοήθηκε στο Λονδίνο, από τον ιδιοκτήτη ενός εξειδικευμένου δισκάδικου, του Soul City, με αφορμή τους οπαδούς βόρειων ποδοσφαιρικών ομάδων, οι οποίοι πριν πάνε στο γήπεδο αγόραζαν σπάνιους δίσκους. Εκεί χρειάστηκε να δημιουργήσει μια ειδική προθήκη για να κατευθύνονται οι πελάτες, που την ονόμασε “Northern”. 

Ο όρος καθιερώθηκε και προσδιορίζει ένα είδος τραχιάς Soul, λόγω των δυσκολιών στην παραγωγή, λιγότερο «γλυκιάς» και αποδεκτής από τις μεγάλες εταιρείες (Motown, Atlantic, Stax), σπάνιας και κατά κύριο λόγο χορευτικής. Μεγάλα ονόματα δεν υπάρχουν, καθώς πρόκειται για άγνωστους καλλιτέχνες, αλλά ξεχωρίζουν οι Impressions με τον Curtis Mayfield. Τραγούδια που έχουν γίνει ευρύτερα γνωστά είναι τα: “Beggin’” (Frankie Valli), “Go Now” (Bessie Banks), “The Snake” (Al Wilson) και “Tainted Love” (Gloria Jones). 

Αν και η Northern Soul είναι περιορισμένης εμβέλειας, εντούτοις, άφησε κληρονομιά. Όντας μια underground αντιεμπορική μόδα, επέτρεψε αργότερα στο Punk να επενδύσει πάνω στα αντισυμβατικά χαρακτηριστικά. Τα hits επίσης, ξεπηδούσαν μέσω της κυριαρχίας των DJs στα clubs, τάση που εκδηλώθηκε αργότερα στην ηλεκτρονική μουσική. Η club κουλτούρα οδήγησε εύκολα ορισμένους εξ αυτών να αλλάζουν μόδες, όπως ο Mike Pickering των M People, που έφερε τη House στη θρυλική Hacienda του Manchester. Μάλιστα, η λευκή ετικέτα στα βινύλια τότε καθιερώθηκε, καθώς ο ανταγωνισμός ανάγκασε τους DJs να κρύβουν τα στοιχεία του δίσκου από τους «αντιπάλους». Οι δε clubbers, χόρευαν μόνοι, έχοντας καταναλώσει speed, προκειμένου να παραμείνουν όρθιοι όλη νύχτα - όπως συνέβη με την ηλεκτρονική μουσική και το ecstasy αργότερα. Στη μουσική, η Northern επηρέασε τη δουλειά γνωστών καλλιτεχνών, όπως τους Soft Cell και Paul Weller στα 80s, τους Saint Etienne και Dodgy στα 90s και πιο πρόσφατα τις Amy Winehouse και Duffy. 

Δεν είναι μικρή κληρονομιά για μια μόδα που λογικά δεν επρόκειτο να υπάρξει. Γιατί πρακτικά δεν υπήρξε ποτέ μουσικός που να παρήγαγε έναν ιδιαίτερο ήχο που να διαφοροποιεί τη Northern από την υπόλοιπη Soul, αν και σήμερα ο επιθετικός προσδιορισμός “Northern” συναντάται σε πολλά άγνωστα διαμαντάκια της μαύρης μουσικής. Ήταν η αγωνία των νέων για διαφορετικότητα που έδωσε το έναυσμα. Όπως αναπολεί ο γνωστός δημοσιογράφος Paul Mason, clubber της εποχής: 

Θέλαμε να διαφέρουμε από την βαρετή εικόνα των πατεράδων μας που έδειχναν οι λαϊκές ταινίες “Carry On” και γι αυτό αντιγράψαμε το φίνο ιταλικό ντύσιμο, χρησιμοποιήσαμε τη μαύρη εργατική μουσική των ‘60s για να εκφράσουμε τη δική μας ταξική ζωή στα ‘70s και ξαφνικά δημιουργήσαμε μια ανατρεπτική υποκουλτούρα που όμοιας της δεν είχε δει ακόμα η Βρετανία. 

Ακούστε: Top 50 Northern Soul Classics στο The 45s Club κανάλι του You Tube 

Δείτε: Την ταινία “Northern Soul” της Elaine Constantine του 2014 

Διαβάστε: “The Story of Northern Soul” του David Nowell, Portico Books, e-book, 2012

Κείμενα (Πηγές)

  • All-Music, NME, Wikipedia, The Guardian, Manchester Evening News, X-Ray Soul Club
εικόνα αρθρογράφου (Solus Ipse Gherkin)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Solus Ipse Gherkin

Ο Solus Ipsen Gherkin κατάγεται από έναν μακρινό πλανήτη και βρέθηκε στη Γη το 1968 εξ αιτίας ενός ατυχήματος κατά τη διάρκεια ενός διαγαλαξιακού ταξιδιού. Έκτοτε, πάσχιζε να αποκτήσει γήινη υπόσταση αλλά κατάφερε να γίνει άνθρωπος μόλις το 2015. Όλα τα προηγούμενα χρόνια, η εξωγήινη φύση του έβρισκε καταφύγιο σε συχνότητες, ακτίνες laser και οπτικές ίνες στις οποίες το μόνο που μπορούσε να αισθάνεται και να καταλαβαίνει ήταν η μουσική. Σήμερα, είναι μεν επιτέλους άνθρωπος αλλά δεν ξέρει να κάνει τίποτα άλλο από το να ζει, να μιλά και να γράφει για μουσική (και γι αυτόν τον λόγο το υπόλοιπο ανθρώπινο είδος του φέρεται με επιείκεια).

Artcore magazine's footer