Άρθρα :: Word-Gazette articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

04.02
2015

2nd Artcore Short Story Contest Winner

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (2nd Artcore Short Story Contest Winner)

Η ιστορία της Molly de Winter που κέρδισε το δεύτερο βραβείο στον 1ο Διαγωνισμό Short Story του Artcore Magazine.

Αδελφική αγάπη

 

Όταν πεθαίνεις λένε ότι η ζωή σου, όσο αδιάφορη, σύντομη ή βασανιστική και αν ήταν, περνάει μπροστά από τα μάτια σου σαν φιλμ. Το έπαθα και γω αυτό, μόνο που δεν πέθαινα εγώ. Εγώ σκότωνα. Εικόνες από μια άλλη, παλαιολιθική εποχή των πρώιμων χρόνων μου ως παιδί, με χτύπησαν με ορμή. Κάποιοι θα έλεγαν ότι οι δολοφόνοι είχαν τραγικές ζωές. Ψέμα είναι. Εγώ καλοπερνούσα. Βέβαια, όλοι οι εγκληματίες, από τον απλό φοροφυγά μέχρι τον λάγνο βιαστή, είχαν, έχουν και θα συνεχίσουν να έχουν ένα κάποιο κίνητρο. Αυτή η εικόνα, το θαμπό φάντασμα αυτό ήρθε και με στοίχειωσε μόλις το ανθρωπάκι μπροστά μου άφησε την τελευταία του ανάσα να φύγει σαν απογοητευμένη σύζυγος. Πέταξε μαζί με τον καπνό του άσπρου μου τσιγάρου, καθώς είκοσι και βάλε χρόνια με βάρεσαν στο κεφάλι. 

Ήμουν δύο όταν τρέξαμε τη μανούλα μου στο νοσοκομείο. Έμεινα έξω με τον μπαμπά μου που όλο μουρμούραγε πράγματα. Στεναχωριόμουν που τον έβλεπα έτσι. Θέλησα να κάνω τον καλό μου τον πατέρα να γελάσει, αυτός πάντα με έκανε να γελάω. Μια νοσοκόμα όλο ελιές και ανικανοποίητες επιθυμίες μου είπε να κάνω ησυχία. Ο μπαμπάς μου γέλασε κουρασμένα. Μου είπε ότι επιτέλους, το αδερφάκι που τόσο ήθελα θα ερχόταν στον κόσμο. Εγώ σκυλί ήθελα, και αντί γι' αυτό πήρα μια σκύλα. 

Την αδερφή μου την μίσησα τη στιγμή που την είδα. Ένα ζαρωμένο, ροζ υποκείμενο, φασκιωμένο σαν τον νεογέννητο Δία. Όλοι έλεγαν πόσο όμορφη ήταν, πόσο έμοιαζε με τον τάδε και τον δείνα. Γεννήθηκε πριν από ένα τέταρτο, με πατάτα μοιάζει! Ίσως τότε πήρα την κάτω βόλτα και άρχισα να κάνω ό,τι κάνω. 

Το μωρό είχε δικό του δωμάτιο με ένα σωρό χαζομαρίτσες μέσα. Παιχνίδια, ρούχα, αγάπη. Είχε καταλάβει όλο το σπίτι. Πάνε οι αφίσες μου, πως θα γίνω τώρα ο βασιλίας των πειρατών; Και είχε καταλάβει το μικρό τέρας και τους λατρεμένους μου γονείς με τα κόλπα και τα καπρίτσια του. Όλο το βράδυ δεν το βούλωνε. Η μαμά και ο μπαμπάς σηκωνόταν να το ησυχάσουν. Ξυπνούσα και γω, φοβoύμενη ότι σφάζαν γουρουνάκι. Αργότερα σταμάτησε να το κάνει αυτό, φαίνεται εκείνο το βραχνό τραγούδι της μαμάς την ηρεμούσε, και ας μύριζε τσιγάρα. 

Από φρικιαστικό τερατούργμα, έγινε ανθρωπάριο με ικανά χέρια και πόδια. Έμαθε να κάνει μικρά, χαρωπά βηματάκια ώσπου να πέσει κάτω και να αρχίσει να γελάει. Όλοι ήταν απασχολημένοι με τα καμώματα της μικρής και ξέχασαν την άλλη μικρή, εμένα. Το πράγμα συνέχιζε και σταματημό δεν είχε. Πολλοί λένε ότι όταν έρχεται ένα καινούργιο παιδάκι στην οικογένεια, τότε οι γονείς αναγκάζονται να ασχολούνται περισσότερη ώρα μαζί του. Αργότερα, θα ισορροπήσουν τις σχέσεις και με το άλλο τους παιδί. Αυτό ποτέ δε μου συνέβει. Οι γονείς μου συνέχισαν να έχουν την αδερφή μου ως πυρήνα. Καλό μου έκανε, μεγάλωσα μόνη. Και που κατάντησα; Να σκοτώνω κάτι βλαμμένα με μαχαίρι του παππού. 

Η αδερφή μου με λάτρευε. Σα θεά με είχε. Όλη την ώρα μαζί μου ασχολιόταν, ήθελε, λέει, να μου μοιάσει. Τα νεύρα μου σπαγε το μικρό, όλη την ώρα μες τα πόδια μου. Στην αρχή δεν καταλάβαινε όταν την έδιωχνα, νόμιζε πως παίζαμε. Κάποια στιγμή την έδωσα μια στο μπράτσο και άρχισε να κλαίει. Η μάμα με μάλωσε πολύ, φώναζε και φώναζε, της είχα σπάσει το χέρι της μικρής. Αυτό συνέχισε να κλαψουρίζει σαν κανένα τσουρομαδημένο γατί. Έκλαιγα και γω. Ώ, μήτερ, ποία η αιτία διά την οποία φωνασκείς; Περιττό να πω ότι το ξανάκανα αυτό στο μικρό κουταβάκι, μα το βλήμα δεν είπε τίποτα. Το μόνο που ήθελα ήταν την ησυχία μου και αυτή μακριά από την ζωή μου. Εγώ καλό έκανα, μα τότε ήταν που με χτύπησε το βέλος στο Δόξα Πατρί. 

“Αν έμοιαζες λίγο στην αδερφή σου...” μου σύριξε η εξοργισμένη μεταγενέστερη κυρία Χέιζ. 

Αυτή η φράση έφτασε να με κυνηγάει σε όλη μου τη ζωή. Κάθε φορά που η καλή μου αδερφή έκανε κάτι, εγώ, το παραπονεμένο, δεχόμουν πλάγιες ματιές όλο νόημα. Καλή, χρυσή, όμορφη, ταλαντούχα. Άξια κοπέλα, σε αντίθεση με την αντικοινωνική και αντιδραστική αδερφή της. Αυτή προχωρούσε και γω κλειδωνόμουν στο δωμάτιό μου. Η αγγελική μου αδελφή ερχόταν κάθε φορά να με παρηγορήσει, νόμιζε πως περνούσα από κατάθλιψη. 

Είναι το βάρος των αμαρτιών που έχω κάνει, και τώρα πρέπει να το ζω αυτό, να βλέπω την ζωή μου σαν μια άγνωστη στο δρόμο. Μαζοχισμός, θε έλεγα, διότι μου αρέσει αυτό, μου θυμίζει ότι η σκληρή δουλεία πάντα αποδίδει. 

Το ποτήρι ξεχείλισε στο πανεπιστήμιο. Για δύο ειδυλλιακά χρόνια ήμουν ελέυθερη. Γνώρισα κόσμο, όχι και τα καλύτερα παιδιά... Δεν ήταν τα γνωστά χαζά που κάνουν ατάλαντο καμάκι, ήταν σωστοί εγκληματίες. Με παρέσυραν και μένα. Το ήθελα όμως, την αποζητούσα την απελευθέρωση μέσω της χαζομάρας. Εκεί τον γνώρισα, και μου άλλαξε η ζωή. Όταν ήμουν δέκα, αυτός ήταν περίπου τριανταπέντε. Με έτρωγε από μέσα ο ζοφερός τερμίτης, τέτοιο άβουλο κούτσουρο που ήμουν. Πρώτη φορά αγάπησα. Η αρρώστια του με κυρίευε, ενώ εγώ προσπαθούσα να ξεκολλήσω το μικρόβιο από πάνω του. Αυτός ολόκληρος ήταν μικρόβιο, κακό και πανέξυπνο. 

Ήταν όμως δυο μονάχα χρόνια. Τόσο κράτησε η ευτυχία μου. Ήρθε η μικρή μου αδελφή να σπουδάσει στην ίδια πόλη με μένα, με υποτροφία μάλιστα. Υπό εντολή του πατρός, το μίασμα θα έμενε στο διαμέρισμά μου. Άρχισα σιγά σιγά να βράζω. Ήταν τόσο χαρούμενη, μόνη επιτέλους με την αδελφή της. Είχα και γω τα δικά μου, το άφησα να μείνει. Δεν ήθελα να δημιουργήσω και άλλο Σχίσμα στην οικογένεια. Έτσι το μωρό υπήρχε μεν, αλλά ήταν κομπάρσα στη δική μου πραγματικότητα. Στο κάτω κάτω της γραφής, σε τρία χρονάκια θα έφευγα. Θα φεύγαμε το δευτερόλεπτο που χώριζε από την μέγαιρα γυναίκα του. Βοστώνη μου είχε υποσχεθεί. 

Φαίνεται θα την είχε δασκαλέψει η μάνα μου, γιατί το παράσιτο άρχισε να με ρωτάει για τις παρέες μου. Μια μέρα βρήκε μια κόκκινη γραβάτα κάτω από το κρεβάτι μου και ζήτησε εξηγήσεις. Της είπα κάτι και είμαι σίγουρη ότι δεν το έχαψε. Συνέχισε να ψαχουλεύει μανιωδώς, να ψάχνει για ενδείξεις της αμαρτωλής μου και άσωτης ζωής. Είχα αγχωθεί, μα εκείνος μου είπε να μην ανησυχώ. Αν δεν είχα κι αυτόν... 

Τέλος πάντων, το αδερφάκι μου είχε ξυπνήσει. Μου πέταξε στα ίσια αυτά που της είχαν πει κάτι ηλίθιες, ότι εγώ κυκλοφορούσα με έναν οικογενειάρχη και κάτι πορνίδια. Την βάρεσα χαστούκι. Μετάνιωσε που αμφισβήτησε την μεγάλη της αδερφή. Συνεχίσαμε να ζούμε αρμονικά, εγώ και το ασήμαντο, για λίγο καιρό. 

Θυμάμαι δούλευα σε μια μπυραρία για να μαζέψω λεφτά. Ένα βράδυ καθώς γυρνούσα στο σπίτι την άκουσα να μου τσιρίζει από το απέναντι πεζοδρόμιο. Την είδα να έρχεται με μικρά αξιολύπητα βηματάκια κατά πάνω μου. Μπήκαμε σε μια αποθήκη για να μιλήσουμε, να αυτήν εδώ, και το σπουργίτι τσιροκοπούσε ακόμη. Ζήτησα να μάθω τον λόγο για τον οποίο είχε ταράξει το μεθυσμένο μου μυαλό. Μου είπε ότι ήξερε, ρώτησε κι έμαθε. Να για την κοκαϊνη, να για τα πάρτι, να για τον σκοτεινό ιππότη με την κόκκινη γραβάτα και τα τέσσερα ανήλικα. Όλα μου τα άπλυτα ήταν ξαπλωμένα μπροστά μου. 

Ηρέμησε. Μου ζήτησε ήρεμα και ωραία να πάω στην αποτοξίνωση, να ζητήσω βοήθεια. Άρχισε να κλαίει, να με ρωτάει γιατί δεν είχα στραφεί σε αυτήν για να με σώσει. Τι καλή κοπέλα! Κάτσαμε σε κάτι κουτιά, λίγα δευτερόλεπτα από το παρόν. Αυτή ήταν η ζωή μου με την απαίσια, αλάθητη αδερφούλα μου. Μιλούσε ώρα πολλή, έλεγε για το πως μπορούσε να με βοηθήσει, πως αυτά δεν ήταν πράματα σωστά για μια κοπέλα. Τα νεύρα μου τσιτώθηκαν. Έπιασα μαχαίρι που είχα σουφρώσει από το χρηματοκιβώτιο της γιαγιάς και την κάρφωσα στο στήθος. 

Έμεινε να με κοιτάει με μάτια πλατιά, σοκαρισμένη. Άρχισα να βυθίζω την λεπίδα πιο βαθιά και βίαια στην ανοιχτή της καρδιά. Το μισώ αυτό το παιδί, τη βελτιωμένη μου εκδοχή. Έπεσε σε αργή κίνηση στο έδαφος και ξεκίνησε το φλάσμπακ. 

Καθώς το αίμα κυλούσε από το σώμα της, είδα την αντανάκλασή μου. Το παιδάκι δεν μου είχε κάνει κάτι, απλά με αγαπούσε. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί την μισούσα τόσο πολύ και ούτε πρόκειται να μάθω. Βλέπετε, όταν βρήκα αδιέξοδο, πήρα τη δική μου ζωή. Το αίμα πάνω στη λεπίδα έγινε ένα με το δικό μου, ήταν και αυτό αίμα μου. Το αίμα της καλής μου αδελφής. 

 

Molly de Winter

 

εικόνα αρθρογράφου (Artcore)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Artcore

Επειδή ξέρουμε πόσο θα θέλατε να μιλήσετε σε γνωστούς αγαπημένους και νέους αλλά πολλά υποσχόμενους δημιουργούς, αλλά πού να τρέχετε τώρα, θα το κάνουμε εμείς στο Artcore, δηλαδή οι Αrtκόρες και Artκούροι που μαζί αποτελούμε μια πολυσχιδή και αρμονική (4 με 6 κάθε απόγευμα) προσωπικότητα υψηλού δημοσιογραφικού κύρους που ζεί για να ρωτάει και ρωτάει για να ζήσει (αυτό και εσείς) καλύτερα… Επίσης η ιδία περσόνα θα είναι υπεύθυνη για την προώθηση δημιουργών, ομάδων, συγκροτημάτων, χώρων, εκδηλώσεων, λιτανειών, γάμων και βαπτίσεων, με (ατυπικά) δελτία τύπου και λοιπά κουραφέξαλα τα οποία θα δημοσιεύονται ανά καιρούς σε άλλα μέσα, διαδικτυακά και μή (χειρότερα). Ευχαριστούμε.

Artcore magazine's footer