Άρθρα :: Word-Gazette articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

03.02
2015

1st Artcore Short Story Contest Winner

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (1st Artcore Short Story Contest Winner)

Η ιστορία της Αναστασίας Δεληγιάννη που κέρδισε το πρώτο βραβείο στον 1ο Διαγωνισμό Short Story του Artcore Magazine.

Το όνομά της

Η Μυρσίνη κουβαλούσε το όνομά της σαν αυτά τα μυστικά που ράβουν οι πρόγονοι στην καρδιά όσο ακόμα είναι ωμή, πριν τα χρόνια να αναλάβουν «Πρώτα το αλάτισμα, μετά το ψήσιμο, συμπέθερε!». Μαζεύονται έτσι όλοι πάνω από το μωρό, το ανυποψίαστο και ροδαλό πετσί και κόκκαλο, θυμούνται οι θείες κάποιους πεθαμένους, κανείς δε θυμάται να φέρει το ύδωρ, περνάει με προσοχή ο πατέρας τη βελόνα, σφίγγει η μάνα τρυφερά. Μετά τα βαφτίσια το ζωντανό κοιμάται. Δεν είναι αυτό το πρώτο τσίμπημα που το ματώνει. Θα είναι, εξαιτίας του, κάθε επόμενο που θα του μοιάζει, που ίδια με το όνομα που δόθηκε θα δίνει, δηλαδή, εικόνα και τροφή στον έξω κόσμο.

Όταν η Μυρσίνη ξύπνησε και πήρε πάλι να αναπνέει κανονικά, ένιωσε πρώτη φορά να έχει αποκτήσει κάτι ολόδικό της, μυστικό. Ούτε να εννοήσει είχε προλάβει πώς και γιατί ούτε και να μετανοήσει για τις αμαρτίες που είχε διαπράξει μέσα στον ένα και μοναδικό της χρόνο, όταν της έβρεξαν τα χειλάκια με το μούστο για το φετινό κρασί, «Για το καλό, για το καλό!», του παιδιού ή του κρασιού δε διευκρινίστηκε, πριν την πάρει μια αγκαλιά να τη θηλάσει. Οι άλλοι είχαν τελειώσει τα μυστήρια του κήπου, που έκανε σαλάτα της γιαγιάς η συνταγή, κι υπό τον ήχο τσάμικων, με το ψωμί στο χέρι, άξιοι και ανάξιοι περνούσαν στο ψητό.

Υπήρξαν και στιγμές που λίγο έλειψε να χρειαστεί πολύ νωρίς το μυστικό.

Η απόπειρα των γονιών να στείλουν το γατί του σπιτιού πίσω στο χωριό έγινε πρωτίστως για να το σώσουν, και το όλο γεγονός οφειλόταν στο ότι από όταν άρχισε να βγάζει φθόγγους η Μυρσίνη και μέχρι που μίλησε, λίγο πριν τα δύο, προσπαθούσε να μάθει το ζώο να λέει σωστά το όνομά της, που δεν ήταν φυσικά «Μι-ά-ου» αλλά «Μι-ί-νι». Τίποτα αυτό, το χαβά του, τσίριζε αυτή τον δικό της. Το γατί έχασε τόσες μάχες που ή κουφάθηκε ή μουγκάθηκε ή και τα δυο συγχρόνως. Πάντως η Μυρσίνη και τότε δεν παρέδωσε εύκολα τα όπλα. Έπρεπε να φυλάει το γιώτα της. Είχε αποστολή.

Καθώς τα γενέθλιά της συνέπιπταν με την ονομαστική της εορτή, πάνω στα τρία χρόνια ήρθε στη μάνα της, τη Διαλεκτή, μια προοδευτική ιδέα, ένας Θεός ξέρει από πού, κι αν ξέρει βέβαια κι αυτός, μύριζε λίγο Εγκυκλοπαίδεια για Σύγχρονους Γονείς, μαζί και με Δεκάλογο Κατά της Πεθεράς, αυτό το τελευταίο επειδή η κυρά Θάλεια, μητέρα του γαμπρού, όχι μόνο κατάπιε όνομα, παράδοση και νεύρα για τον αλαφροΐσκιωτο τον κυρ Ηλία, πατέρα της νύφης, που λωλάθηκε με εκείνη τη φράση «Μυρσίνη, θα την πείτεεε!» και την ξεστόμιζε μαζί με αφρούς κάθε πέντε λεπτά, αλλά τώρα θα το άκουγε και κουτσουρεμένο το άσχετο όνομα, που καμιά δεν ήξεραν συγγενή να το έχει, και μάλιστα κατ` επιλογή του πρασινομάτη θηλυκού διαόλου, της κόρης του γιού της, δασκαλεμένης από τη νύφη της, τί να πει; «Να την αφήσουμε να αποφασίσει το υποκοριστικό που προτιμά!», γυάλισαν τα μελιά της μάτια, ντύθηκε η Διαλεκτή την πρόοδο αντί για νυχτικιά, μέσα Σεπτέμβρη, του Σταυρού, μετά από ολοήμερη νηστεία. «Δεν ξέρει, Ντάλια, ακόμα να διαβάζει το παιδί, και το Μυρσίνη το έχει συνηθίσει και γυρνάει», ο Τάσος ενδιαφέρθηκε αυστηρά σα γνήσιος εκτροφέας κυνηγόσκυλων. «Εξ ακοής, αγάπη μου, θα είναι πιο φυσικό...», γύρισε εκείνη στο άλλο της πλευρό, αφράτη πάνω στο καλοστρωμένο σχέδιό της.

Το τρίχρονο κόντεψε να αφηνιάσει από το κλάμα, εκεί πάνω που κατάφερνε να μπει στα τέσσερα. Δέκα μέρες είχε πει η Διαλεκτή θα έφταναν για τη δοκιμή, ανήμερα θα έκαναν επίδειξη στην οικογένεια, σε δέκα μέρες μέσα πήγαν να χάσουν σε ένα πλάσμα κάμποσα: πρώτα την Τίνη, μετά τη Μέρσα, ύστερα τη Ρησούλα, και τέλος τη Μυρτώ. Κάθε προσπάθεια και πόντος πάνω στο θερμόμετρο, κάθε αλλαγμένη συλλαβή κι ένα κιλό πιο κάτω η ζυγαριά. Έλιωνε η μικρή που δεν την αναγνώριζαν και άλλα παιδάκια μάλλον φώναζαν κοιτώντας την στα μάτια, μα αφού το ήξεραν ποιό ήταν το δικό τους στην κατασκήνωση το καλοκαίρι, γιατί ο Τάσος και η Ντάλια δεν αγαπούσαν τη Μυρσίνη πια; 

Αυτό δεν ήταν τίποτα μπρος στην επόμενη χρονιά. Η Διαλεκτή, ως σωστή, αν και ηττημένη στον πρώτο γύρο, αγγλοτραφής, πέρασε με υπομονή κι επιμονή στον δεύτερο. Αφού επιβεβαιώθηκε για τις προθέσεις της από την Εγκυκλοπαίδεια, άρχισε να μαθαίνει στη Μυρσίνη γράμματα και αριθμητική, και λίγους μύθους από τα εικονογραφημένα, την αλφαβήτα και τα νούμερα και τέτοια, απλά απλούστατα, να πάει του χρόνου ομαλά δημοτικό, ε, ίσως και λίγο πιο γερά από τα υπόλοιπα παιδιά. Τί το ήθελε όμως πάλι η χριστιανή εκεί που θα έμπαινε Σεπτέμβρης να αρχίσει να μιλάει στη μονάκριβη για μέρες και για μήνες και για αγίους, ε, δεν το σκέφτηκε κι αυτή, τους βρήκε το αναπάντεχο.

Που ήρθε και δαιμονίστηκε η Μυρσίνη να της έχουν βάλει εκείνης να γιορτάζει την ίδια μέρα με «τη Θέκλα και τον Κόπλο, άκου εκεί ονόματα, και τον Πέλθη τον κακό, άθε που θτο κάτω κάτω ούτε που τουθ κθέλω εγώ αυτούθ, αααααααααα, ενώ η κθαδέλφη μου η Θάλεια γιολτάζει με τιθ άλλεθ μούθεθ, που είναι όλεθ όμολφεθ και πάλα πολύ καλέθ, αααααααααα, μαμά!, και μαζί γιολτάζουν τόθα άλλα παιδιά, εκατομμύλια παιδιά, αααααααααα...»

Και λιποθύμησε το δόλιο και νόμισαν, όταν συνήλθε, ότι πάει πέρασε η μπόρα. Αλλά πού. Πήγαν στην εκκλησία την επομένη να ανάψουνε κερί στη μνήμη του παππού Αλέξανδρου κι έπιασε να φυσάει με λύσσα η Μυρσίνη να σβήσει όλα τα αναμμένα, πριν να τραβήξει τον Πατέρα Χαράλαμπο από τα γένια και να μην τον αφήνει αν δεν της υποσχόταν πως θα αλλάξει τις γιορτές, αφού αυτός μπορεί. 

Το τρίτο επεισόδιο μόνο από θαύμα δεν κατέστη μοιραίο. Μετά τις διακοπές στη θάλασσα και την ταλαιπωρία που είχε τραβήξει η Διαλεκτή να λούζει την πλούσια χρυσαφένια χαίτη του άτακτού της πουλαριού, να τη στεγνώνει, να τη χτενίζει, να της κεντά ό,τι πιαστράκι φουντωτό κυκλοφορούσε στο εμπόριο και ό,τι φύκι, βοτσαλάκι και κοχύλι ξέθαβε η Μυρσίνη από την άμμο, συχνά και δυο φορές τη μέρα, δεν άντεχε ούτε καν στη σκέψη να έχει τα ίδια παρακάλια και καμώματα κάθε πρωί πριν το σχολείο, που άρχιζε άλλωστε οσονούπω. Κι ένα πρωί Σαββάτου, μία εβδομάδα πριν από τη Δευτέρα του αγιασμού, πήγε η Μυρσίνη, μια για πάντα, στην κομμώτρια.

Η δύναμη που έχασε ο Σαμψών μετά από το αντίστοιχο ψαλίδισμα απλά ωχριά μπροστά στο πρώτο βλέμμα που έριξε το κοντοκουρεμένο πλέον κοριτσάκι μες στον καθρέφτη της Φωφώς, πώς δεν τον έσπασε. Ήταν απλά το κύκνειο άσμα του μέχρι πρότινος γνώριμου εαυτού της. Ύστερα έγειραν τα μάτια της στις μπούκλες, που κάποτε ήτανε δικές της και τώρα έτρεχαν από τη σκούπα στο φαράσι, και αυτό ήταν, στο πάτωμα έμειναν τα μάτια καρφωμένα, άντε και λίγο στα παπούτσια, κι έχασε η Μυρσίνη τη μιλιά της. Κυριολεκτικά. Κι η οικογένεια βέβαια τον ύπνο της. «Βρε πώς σου πάει το κοντό, σκέτη δεσποινιδούλα», και που κανάκευε η θεία Κατερίνα, το μηδέν δεν ξεκολλούσε από το πηλίκο. «Εμένα πάντα μου αρέσαν στις γυναίκες τα κοντά, μαλλιά και φούστες, ου χα χα», τα χωρατά του θείου Άγγελου σπάνια τα ενέκρινε η ομήγυρης.

Τα πέντε χρόνια ξέφρενης ενέργειας και ακατάστατης λογοδιάρροιας της Μυρσίνης έσβηναν από τη μνήμη όλων μέρα με τη μέρα. Ο Τάσος τα χρειάστηκε. Το πολλάκις διεγνωσμένο ως αλάθητο ένστικτό του δεν τον οδηγούσε τη φορά αυτή σε νωπά η έστω αχνά ίχνη Μυρσινείου πείσματος, κι ότι την προτιμούσε πριν την κόρη του, κι έτσι κρυφά του ερχόταν να της δώσει χίλια δίκια, είναι αλήθεια.

Έτσι κρυφά, μία μέρα που έλειπε η Διαλεκτή στο φυσιοθεραπευτή, την ανακάλυψε κάτω από το τραπέζι της κουζίνας με το τραπεζομάντηλο να την καλύπτει, να τραβάει με μανία ό,τι απέμεινε από τη βόμβα της Φωφώς πάνω στο έρμο της κεφάλι, και να μουντζώνει στα μουγκά ευθεία μπροστά της, να ξεστομίζει χωρίς ήχο κάτι σα «πάλτα λε μαλάκα!» με οργή, και πάλι να μουντζώνει με τα δαχτυλάκια ορθάνοιχτα και να κλωτσάει και να φτύνει και να τραβάει κατακόκκινη τους πέντε πόντους τρίχες της και δώστου να στολίζει άλαλα με «πάλτα, πάλτα!» και επίθετα τον ασυνείδητο αόρατο εχθρό. Ο Τάσος πήγε να λυθεί στα γέλια, αλλά του κόπηκε η φόρα, όταν ξάφνου σταματάει την παντομίμα η Μυρσίνη μια στιγμή, αλλάζει θέση επιτόπου με στροφή και κάθεται οκλαδόν απέναντι ακριβώς, για να κοιτάει εκεί που ήταν μόλις πριν, κλείνει τη χούφτα σε γροθιά, την ακουμπά στο μάγουλο με σιγουριά κι ακούγεται να λέει βαθυστόχαστα αν και ψιθυριστά «Σε μια Μυρσίνη δεν ταιριάζουνε ποτέ κοντά μαλλιά, άλλο είναι η Μυρσίνη από τα αγόρια». Και δώστου πίσω στον αντίλογο μέσα στις μούντζες και τα σάλια. Κι έπειτα πάλι από την αρχή «τι είναι η Μυρσίνη και τί τα αγόρια». Και στη στιγμή κλωτσιά από απέναντι ξανά. Κι αμέσως «άλλο τα κοντά μαλλιά»... 

Μέχρι το βράδυ είχε σπάσει προφανώς η απεργία.

Το οικογενειακό συμβούλιο δεν είχε τί να αποφανθεί, μουγκάθηκε κι αυτό με τη σειρά του. Ευτυχώς που κατάλαβε ο θείος Άγγελος τί είχε συμβεί και πετάχτηκε να το πει, να βοηθήσει: «Τέρμα τα θου και λου, μεγάλωσε, αυτό έχει σημασία!»

 

Αναστασία Δεληγιάννη

εικόνα αρθρογράφου (Artcore)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Artcore

Επειδή ξέρουμε πόσο θα θέλατε να μιλήσετε σε γνωστούς αγαπημένους και νέους αλλά πολλά υποσχόμενους δημιουργούς, αλλά πού να τρέχετε τώρα, θα το κάνουμε εμείς στο Artcore, δηλαδή οι Αrtκόρες και Artκούροι που μαζί αποτελούμε μια πολυσχιδή και αρμονική (4 με 6 κάθε απόγευμα) προσωπικότητα υψηλού δημοσιογραφικού κύρους που ζεί για να ρωτάει και ρωτάει για να ζήσει (αυτό και εσείς) καλύτερα… Επίσης η ιδία περσόνα θα είναι υπεύθυνη για την προώθηση δημιουργών, ομάδων, συγκροτημάτων, χώρων, εκδηλώσεων, λιτανειών, γάμων και βαπτίσεων, με (ατυπικά) δελτία τύπου και λοιπά κουραφέξαλα τα οποία θα δημοσιεύονται ανά καιρούς σε άλλα μέσα, διαδικτυακά και μή (χειρότερα). Ευχαριστούμε.

Artcore magazine's footer