Άρθρα :: Συνεντεύξεις articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

11.02
2016

Πάνω από τα σύννεφα με τον Ηλία Μαγκλίνη

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Πάνω από τα σύννεφα με τον Ηλία Μαγκλίνη)

Έχω την εντύπωση ότι όσο μεγαλώνω τόσο πιο δύσκολα μπορώ να χαθώ μέσα στις σελίδες κάποιου βιβλίου. Λίγο τα άγχη της καθημερινότητας, λίγο που η παιδικότητα χάνεται και επέρχεται μία, μάλλον, ανάλγητη ψευδοενηλικίωση, λίγο που η μπαταρία της υπομονής μου ξοδεύεται πλέον γρηγορότερα και γίνομαι περισσότερο απαιτητική από τα βιβλία μου... είναι λοιπόν δυσκολότερο για μένα να εισέλθω στο matrix του εκάστοτε βιβλίου. Ευτυχώς, συμβαίνει ακόμα, όπως στην περίπτωση του βιβλίου «Πρωινή Γαλήνη» του Ηλία Μαγκλίνη. Εξοικειωμένη ήδη με το έργο του, μέσα από την εβδομαδιαία στήλη του, «Ο κύριος Γκρι», στην εφημερίδα «Καθημερινή», και τα άλλα δύο μυθιστορήματά του «Σώμα με σώμα» και «Η Ανάκριση», ήξερα ότι στο καινούργιο του βιβλίο θα με περίμενε ένας φιλόξενος κόσμος πανέμορφης λογοτεχνικής γραφής με ατόφιο συναίσθημα. Παρακάτω, λοιπόν, είναι η συζήτησή μου με τον κ. Μαγκλίνη με δώρο το εξαιρετικό soundtrack που μας έφτιαξε για το βιβλίο του…

Καταρχήν, θα ήθελα να σας συγχαρώ για το βιβλίο σας «Πρωινή Γαλήνη». Πώς προέκυψε η επιθυμία να πείτε αυτή την ιστορία; Έπαιξε ρόλο η προσωπική ιστορία του πατέρα σας, ο οποίος υπήρξε πιλότος της πολεμικής αεροπορίας;
Σας ευχαριστώ πολύ. Η «Πρωινή Γαλήνη» δεν είναι η ιστορία του πατέρα μου. Ωστόσο, εμπνέεται όντως από εκείνον, ως μάχιμου πιλότου από το 1949 και μετά, και ως βετεράνου του πολέμου της Κορέας, όπου υπηρέτησε επί δεκαπέντε μήνες ως ιπτάμενος ανθυποσμηναγός το 1951-52. Η ιστορία του πατέρα μου ήταν απλώς το έναυσμα – κιτρινισμένα έγγραφα στα ελληνικά και στα αγγλικά, πεταμένα παράσημα και διπλώματα, κυρίως σκόρπιες φωτογραφίες, παλιές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες που ανακάλυψα έφηβος, περίπου τυχαία, στο πατρικό μου, δίχως να ξέρω σχεδόν τίποτα γι’ αυτές. Ένιωσα όμως από νωρίς ότι εδώ υπήρχε ένα άγνωστο, ξεχασμένο υλικό, ιδανικό για μια περιπέτεια, μόνο που επειδή δεν μου αρκούν τα γεγονότα ως έχουν, ήθελα να πλάσω, να επινοήσω δικά μου. Ο ίδιος ο πατέρας μου δεν μιλούσε πολύ, απέφευγε τις δραματοποιήσεις και τις υπερβολές. Η ιστορία του Δημήτρη στο βιβλίο διαπλέκεται με εκείνη του πατέρα μου στο μέτρο που και οι δύο έχουν αυτή την εμμονή: να πετάξουν. Ο πατέρας μου όμως στάθηκε πολύ πιο τυχερός από τον Δημήτρη της «Πρωινής Γαλήνης». 

Αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά την «πορεία» που ακολουθούν οι τίτλοι των κεφαλαίων του βιβλίου, θα παρατηρήσει ότι η ιστορία μεταβαίνει από τα «Σύννεφα» στους «Ουρανούς», έπειτα από τη «Γη» στους «Ωκεανούς» για να καταλήξει στο τέλος στο «Cloudspotting». Ο ουρανός, η γη και η θάλασσα λειτουργούν συμβολικά στην προσωπική πορεία ζωής του πρωταγωνιστή σας; Θέλατε να συμβολίζουν κάτι για τον ήρωά σας;
Να συμβολίζουν, όχι ακριβώς. Ωστόσο, πράγματι τα στοιχεία της φύσης παίζουν έναν υπόγειο αλλά σημαντικό ρόλο στο βιβλίο γενικότερα, ως αυτά που είναι όμως, όχι ως κάτι συμβολικό. Ο ήρωας ρουφάει εμπειρίες, με τον ουρανό και τα σύννεφα να κυριαρχούν μέσα του, ζει την πραγματικότητα, την αλέθει και τον αλέθει. Ίσως θα έπρεπε να έχω συμπεριλάβει και μια ενότητα με τον τίτλο «Φωτιά», ειδικά στο κομμάτι των μαχών στην Κορέα – θα έκλεινε έτσι ο κύκλος με τα στοιχεία της φύσης. Αλλά δεν πειράζει, δεν είμαι τυπολάτρης, προτιμώ να αφήνω τη φωτιά να υπονοείται. Εξάλλου δεν είναι μόνον στον πόλεμο αλλά και στις εσωτερικές του συγκρούσεις και, νομίζω, στα ερωτικά του βιώματα όπου υπάρχει κάμποση φωτιά –και ταυτόχρονα ουρανός, σύννεφα, νερό και γη– ναι, γη, διότι τα σώματα, ακόμα και τη στιγμή του ερωτικού σπασμού, έχουν πάντοτε κάτι χωμάτινο. 

Ο Δημήτρης, ο πρωταγωνιστής, είναι ένας ήρωας «χωμάτινος», γεννημένος για να πατάει στη γη, όπως του λέει κάποια στιγμή μέσα στο βιβλίο ένας αξιωματικός του. Όμως, το βλέμμα του είναι πάντα στραμμένο στον ουρανό. Γιατί δημιουργήσατε έναν τόσο διπολικό χαρακτήρα;
Οι άνθρωποι είμαστε γεμάτοι αντιφάσεις, ίσως ούτε καν διπολικοί αλλά πολυ-πολικοί. Αν ο Δημήτρης ήταν μονοκόμματος δεν θα ήταν αληθινός και, φυσικά, θα ήταν πολύ πληκτικός. Η αντίφαση, οι εσωτερικοί διχασμοί, βρίσκονται στον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης. Είμαστε φρένο γκάζι συνεχώς, νομίζω, ποτέ δεν είμαστε μονοδιάστατοι όσο κι αν το επιθυμούμε διότι πολύ μας βολεύει και μας ησυχάζει το τελευταίο. Αντίθετα, οι αντιφάσεις μας μας αναστατώνουν, μας ξεβολεύουν άσχημα. Μου πήρε περίπου δώδεκα χρόνια ψυχανάλυσης στο ντιβάνι για να αποδεχθώ τις αντιφάσεις του χαρακτήρα μου – και ακόμα δεν είμαι σίγουρος ότι τις έχω αποδεχθεί. Πάντως, ήρωας μυθιστορήματος χωρίς αντιφάσεις σημαίνει ότι δεν έχεις ιστορία, πλοκή, δεν έχεις ζωή. 

Το πρώτο πράγμα που πρόσεξα, διαβάζοντας την «Πρωινή Γαλήνη», είναι το πόσο ανθρώπινο και ρεαλιστικό παρουσιάσατε τον ήρωά σας. Αναδείξατε αδυναμίες του, όπως ο φόβος και η δειλία, αλλά και τρομερά προσωπικές στιγμές όπως αυτήν της ταπείνωσης, που σπάνια συναντάμε σε λογοτεχνικούς ήρωες. Ήταν συνειδητή η προσπάθειά σας αυτή να «ξεγυμνώσετε» τόσο πολύ τον πρωταγωνιστή του βιβλίου σας;
Γράφοντας, ακολουθώ τη λογική του Ντον Κορλεόνε στον «Νονό»: Οι φίλοι κοντά, οι εχθροί κοντύτερα. Είναι μια μαφιόζικη λογική επιβίωσης ή και επικράτησης. Στον πολύ πιο αθώο κόσμο των μυθιστορημάτων αυτό μεταφράζεται ως εξής: γράφεις για όσα σε συναρπάζουν και σε σαγηνεύουν μα πάνω απ’ όλα γράφεις -ή έστω γράφω εγώ- για όσα σε φοβίζουν και σε τρομάζουν, σε απωθούν. Τότε μπορεί να έχεις μια ιστορία, μια περιπέτεια, άξια λόγου. Όταν τοποθετώ έναν άνθρωπο σε μια κατάσταση όπου οι βαθύτεροί του φόβοι γίνονται πραγματικότητα, το πράγμα φουντώνει. Περιμένεις να δεις αν θα σηκωθεί και πώς. Ή για πόσο ακόμα. Εξάλλου οι στιγμές της ταπείνωσής μας, των προσωπικών μας εξευτελισμών, όλες αυτές οι μύχιες αναξιοπρέπειες τις οποίες θυμόμαστε σχεδόν κάθε βράδυ όταν μένουμε μόνοι με τον εαυτό μας, απογυμνώνουν τον άνθρωπο και την ίδια στιγμή τον διαστέλλουν. Μπορεί να γίνει ικανός για όλα τότε, για το καλύτερο και το χειρότερο. Συχνά και για τα δύο αυτά άκρα ταυτόχρονα. 

Στο μυθιστόρημά σας ασχολείστε αρκετά μ’ αυτό που δεν έγινε, το όνειρο που κατακερματίστηκε, τη ματαίωση με άλλα λόγια. Ζούμε σε μια εποχή όπου τα όνειρα του μεγαλύτερου ποσοστού του πληθυσμού έχουν μπει σε αναμονή λόγω των πολιτικοκοινωνικών συνθηκών. Εσείς βιώνετε τη ματαίωση και το ανεκπλήρωτο στην Ελλάδα του 2016; Νιώσατε ποτέ σαν ένας πιλότος κολλημένος στη Γη;
Δεν νομίζω πως υπάρχει άνθρωπος που δεν αισθάνεται έτσι σήμερα στην Ελλάδα. Νομίζω όμως ότι αυτό είναι ένα αίσθημα διαχρονικό. Ακόμα και στις μέρες της επίπλαστης ευμάρειας, νέος κόσμος έφευγε να σπουδάσει έξω και δεν επέστρεφε, ενώ υπήρχαν ευκαιρίες, δουλειές. Το πλαίσιο όμως ήταν σκάρτο, τα θεμέλια σαθρά, η ατμόσφαιρα είχε πάντοτε κάτι το σάπιο, το γερασμένο. Έδιωχνε τον νέο κόσμο. Το βιβλίο πραγματεύεται έντονα αυτή τη σχέση έλξης και απώθησης με την Ελλάδα. Το λέει και ο πατέρας του ήρωα: πόσο μισεί ο ένας τον άλλο σε αυτή τη χώρα. Πόσο καχύποπτοι και εχθρικοί γινόμαστε πολύ εύκολα ο ένας με τον άλλο. Η Ελλάδα είναι ένα πολύ συναρπαστικό θέμα, λογοτεχνικά μιλώντας, οι αντιφάσεις της είναι τεράστιες, την ίδια στιγμή όμως, μπορείς πολύ εύκολα να τη μισήσεις. Κι όλοι αυτοί οι χοντροκομμένοι εθνικισμοί που ξεπηδούν κάθε τόσο νομίζω πως επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο: δεν είμαστε πατριώτες, σε γενικές γραμμές· έχουμε μια αγοραία σχέση με τον τόπο αυτό και την ιστορία του, ανάλογα με το πόσο συμφέρει τον μικρόκοσμό μας, τοποθετούμαστε κι εμείς. Μισούμε το κράτος αλλά περιμένουμε τα πάντα από αυτό. Είμαστε μικρότεροι των περιστάσεων για την ιστορία και τη φυσική ομορφιά αυτού του τόπου. Ωστόσο, επειδή ο καθένας από εμάς πρέπει να αντλεί πρωτίστως δύναμη από μέσα του, αυτόφωτα, η δουλειά μου, το γράψιμο, το δημιουργικό αλλά και οπωσδήποτε το δημοσιογραφικό, με κάνουν να νιώθω σαν πιλότος ανάμεσα στα σύννεφα. Δεν περιμένω πια και τόσο από το εξωτερικό περιβάλλον να με απογειώσει. 

Θα θέλατε να είχατε ζήσει στην Αθήνα ή την Αμερική του ‘50;
Όχι, ιδιαίτερα. Ίσως για λίγο, με έναν υπερφυσικό τρόπο να μεταφερθώ για λίγο πίσω και να πάρω μια γεύση από έναν άλλο τόπο μέσα στον χρόνο, να δω τους γονείς μου νέους, προτού γίνουν γονείς. Για λίγο όμως. Πατρίδα μου είναι το τώρα, το σήμερα. Δεν θα το άλλαζα με τίποτα. 

Εσείς, ως χαρακτήρας, ανήκετε περισσότερο στον ουρανό, που τόσο εξυμνείτε ή στη γη;
Στο ζώδιο είμαι Παρθένος, που ανήκει στη Γη. Όμως ο πατέρας μου ήταν πιλότος, όπως και ο μεγαλύτερός μου αδελφός (στην Ολυμπιακή), ενώ πήγαινα και εγώ για πιλότος προτού αλλάξω πορεία την τελευταία στιγμή. Μου έμεινε το χούι όμως και χαίρομαι γι’ αυτό. Αφήστε που πιστεύω πως και εσείς και ο καθένας μας είναι πάντοτε λίγο «πιλότος» μέσα του. Είτε γράφουμε είτε διαβάζουμε είτε κοιμόμαστε είτε κάνουμε έρωτα είτε κλαίμε -ναι, ακόμα κι όταν πενθούμε-, είτε μεθάμε. Δεν κάνουμε χωρίς πτήσεις. Έχουν τις αναγκαστικές τους προσγειώσεις βέβαια – αξίζει όμως τον κόπο το πέταγμα. Αυτή η αιώρηση – πάνω και πέρα από τον εαυτό μας κυρίως. 

Πώς σας άφησε η ολοκλήρωση της συγγραφής του βιβλίου, με τι είδους συναισθήματα;
Μιας κάποιας ικανοποίησης. Το καλύτερό σου βιβλίο είναι πάντοτε το επόμενο, ωστόσο, και για να σοβαρευτώ λίγο, δεν έχει να κάνει με το «καλό» ή το «καλύτερο». Σε κάποιους τομείς τα δύο προηγούμενα βιβλία μου υπερέχουν της «Γαλήνης». Η «Ανάκριση», π.χ., έχει μιαν οικονομία που δεν έχει η ανοικονόμητη «Γαλήνη». Ωστόσο, θεωρώ πως η «Γαλήνη» είναι το πιο ολοκληρωμένο μου βιβλίο. Ήθελα να γράψω μιαν αφήγηση με συγκεκριμένη πλοκή, με στοιχεία περιπέτειας, με ανατροπές και αιφνιδιασμούς και νομίζω πως στον ένα ή τον άλλο βαθμό, αυτό το πέτυχα. Το έφτασα ως ένα σημείο και αναγκαστικά το εγκατέλειψα. Είναι γνωστό πως δεν τελειώνεις πραγματικά ένα κείμενο, απλώς το εγκαταλείπεις, αρκεί να το κάνεις συνειδητά. Με το συγκεκριμένο έφτασα ως ένα σημείο. Ελπίζω με το επόμενο να πάω ένα βήμα παραπέρα. 

Για το τέλος, θα ήθελα, αν είναι δυνατόν, να μας χαρίσετε πέντε μουσικά κομμάτια ως ανεπίσημο soundtrack του βιβλίου σας.
Αυτή είναι η πιο ωραία ερώτηση – την οποία δεν μου έχει κάνει κανένας. Πολύ χαίρομαι. Λοιπόν: 

1. “Written οn The Sky” από το άλμπουμ του Μαξ Ρίχτερ “The Blue Notebook”. Οι στιγμές που ο Δημήτρης χαζεύει τα σύννεφα στον ουρανό είτε από το πατρικό του είτε από το καράβι προς την Κορέα είτε μέσα από τα χαρακώματα.

2. “Until the Morning Comes” των Tindersticks. Νομίζω ως ατμόσφαιρα, ερωτική και μελαγχολική, αλλά και ως στίχοι, το αριστουργηματικό αυτό τραγούδι εκφράζει τη σχέση Δημήτρη-Εύας στο βιβλίο.

3. “Ocean Rain” των Echo and the Bunnymen. Αγαπημένο τραγούδι της εφηβείας μου. Το σκέφτομαι με τον Δημήτρη πάνω στο καράβι, στον Ινδικό Ωκεανό, να χαζεύει στον ορίζοντα τα καταιγιδοφόρα νέφη σκεπτόμενος τα πόδια της αγαπημένης του Εύας.

4. “Song for Jesse” του Νικ Κέιβ, από το έξοχο σάουντρακ της ταινίας «Η δολοφονία του Τζέσε Τζέιμς από τον δειλό Ρόμπερτ Φορντ». Αγαπημένο φιλμ· η μουσική του Κέιβ ταιριάζει γάντι στην ονειρική και τρυφερή διάσταση της ιστορίας του βιβλίου. Οι στιγμές της ονειροπόλησης του Δημήτρη, κυρίως, η στιγμή της επίθεσης στο αντικρινό ύψωμα. 

5. “Spiegel Im Spiegel” από το άλμπουμ “For Anna Maria” του Αρβο Παρτ, ενός από τους σημαντικότερους σύγχρονους μουσουργούς. Θα το ήθελα ως μουσική υπόκρουση στο τελευταίο, εκτενές, και ιδιαίτερης σημασίας, κεφάλαιο του βιβλίου, που διαδραματίζεται στο σήμερα.

*Ο Ηλίας Μαγκλίνης παρουσιάζει το βιβλίο του την Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016, στις 7 μ.μ., στο βιβλιοπωλείο IANOS στη Θεσσαλονίκη (Αριστοτέλους 7).

εικόνα άρθρου (Πάνω από τα σύννεφα με τον Ηλία Μαγκλίνη)

Πρωινή Γαλήνη, του Ηλία Μαγκλίνη
Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2014
σελ. 472

Συνέντευξη: Αλεξία Τζιώγα

εικόνα αρθρογράφου (Artcore)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Artcore

Επειδή ξέρουμε πόσο θα θέλατε να μιλήσετε σε γνωστούς αγαπημένους και νέους αλλά πολλά υποσχόμενους δημιουργούς, αλλά πού να τρέχετε τώρα, θα το κάνουμε εμείς στο Artcore, δηλαδή οι Αrtκόρες και Artκούροι που μαζί αποτελούμε μια πολυσχιδή και αρμονική (4 με 6 κάθε απόγευμα) προσωπικότητα υψηλού δημοσιογραφικού κύρους που ζεί για να ρωτάει και ρωτάει για να ζήσει (αυτό και εσείς) καλύτερα… Επίσης η ιδία περσόνα θα είναι υπεύθυνη για την προώθηση δημιουργών, ομάδων, συγκροτημάτων, χώρων, εκδηλώσεων, λιτανειών, γάμων και βαπτίσεων, με (ατυπικά) δελτία τύπου και λοιπά κουραφέξαλα τα οποία θα δημοσιεύονται ανά καιρούς σε άλλα μέσα, διαδικτυακά και μή (χειρότερα). Ευχαριστούμε.

Artcore magazine's footer