Short Story 2

Άρθρα :: Συνεντεύξεις articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

10.05
2018

Κυριάκος Αθανασιάδης: «Για αυτό διαβάζουμε: είμαστε όλοι κομμάτια των “θεών” και των μυθιστορηματικών ηρώων».

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Κυριάκος Αθανασιάδης: «Για αυτό διαβάζουμε: είμαστε όλοι κομμάτια των “θεών” και των μυθιστορηματικών ηρώων».)

«Γιατί αυτό που κινεί τον άνθρωπο είναι η ιστορία, όχι το πάθος ή η ανάγκη. Είναι η ιστορία. Ο άνθρωπος θέλει να ξέρει το τέλος. Να το δει να γράφεται. Γι΄αυτό γατζώνεται από τη ζωή. Γι’ αυτό συνεχίζει και μαραίνεται όταν δεν μπορεί να το κάνει. Όταν δεν μπορεί να μάθει τη συνέχεια, όταν μένει με τη μεγάλη, στέρφα απορία στα μάτια. [...] Οι καλές ιστορίες παίρνουν την πέτσα σου και σ’ την ανασηκώνουν. Φουντώνουν τις τρίχες στο σβέρκο σου. Και όταν τις ακούς, ή τις διαβάζεις, κρατάς επίτηδες το φως ανοιχτό για συντροφιά, ακόμα κι όταν σε κάνουν να γελάς πού και πού, ή ακόμα και όταν είναι ιστορίες αγάπης».

Η ιστορία της Μέλισσας, της ηρωίδας του Κυριάκου Αθανασιάδη που δεσπόζει στο μυθιστόρημά του «Οι τέσσερις εποχές της Μέλισσας» (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός), είναι μια ιδιαίτερη ιστορία γεμάτη ανατροπές και κορυφώσεις - από εκείνες που δύσκολα αποχωρίζεσαι και σου κρατάνε συντροφιά μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Σε ένα μικρό νησάκι των Επτανήσων, στο σημερινό Μεγανήσι που παλαιότερα ήταν ακουστό με το όνομα Ταφιάς, μία γυναίκα διηγείται στην παιδική της φίλη την ιστορία μιας κοπέλας με παραμυθένια ομορφιά, της Ελένης, που όλοι τη φωνάζουν Μέλισσα, μια ιστορία που διαδραματίζεται στις αρχές του πρηγούμενου αιώνα. Ορφανή από μητέρα και πατέρα, προσπαθεί να ανταπεξέλθει στις δύσκολες συνθήκες του νησιού πλάι στα αδέλφια της, τον σκληρό και άτεγκτο Αχιλλέα, τον Διομήδη και τον Νέστορα, δύο νέους με προβλήματα αναπηρίας που ζουν και χάνονται παραγκωνισμένοι στο παρασκήνιο, και τον φίλο της τον Γιάννη που είναι τυφλωμένος από έρωτα για αυτήν. Η Μέλισσα, που ο περίγυρος την αντιμετωπίζει σαν «ιέρεια του μικρού νησιού» λόγω της ασύλληπτης ομορφιάς της, παλεύει με την κοπιαστική, φτωχή καθημερινότητα και ονειρεύεται μια νέα ζωή μακριά από τον γενέθλιο τόπο της. Την ελπίδα φέρνει ο τέταρτος αδελφός της, ο Αγαμέμνονας, με την επιστροφή του από την Αμερική, παίρνοντας την κοπέλα υπό την προστασία του.

Πρώτη μου γνωριμία με το έργο του κ. Αθανασιάδη, ο οποίος έχει 30 χρόνια πορεία στον χώρο του βιβλίου ως συγγραφέας, επιμελητής εκδόσεων, αναγνώστης σε εκδοτικούς οίκους, και οφείλω να πω πως πρόκειται για ένα εξαιρετικά καλογραμμένο μυθιστόρημα που από τις πρώτες κιόλας σελίδες με εντυπωσίασε με τη γραφή του που ξετυλίγεται σαν μουσική σύνθεση. Το γεγονός αυτό, όπως και διάφορα αποσπάσματα που με έβαλαν σε σκέψεις για ζητήματα που τριβελίζουν το μυαλό μου κατά καιρούς, έντονα και αγχωτικά, δίχως να ξεκαθαρίζουν, με παρακίνησαν να ασχοληθώ περισσότερο με τη «Μέλισσα» και να του απευθύνω κάποιες ερωτήσεις στις οποίες ανταποκρίθηκε με μεγάλη προθυμία και τον ευχαριστώ θερμά.

[H] τόση ομορφιά είναι πάντα μόνη, μόνη της κάπου ψηλά, σε ένα σημείο από το οποίο δεν έχει άλλο να ανεβείς – έχει μόνο να πέσεις. Η ομορφιά είναι δώρο του Θεού, αλλά είναι και μια ψιθυριστή κατάρα, μία απόρριψη του κόσμου, ή μία απόρριψη από τον κόσμο. Είναι κάτι πολύ μοναχικό [...] και πολύ μοναξιασμένο, κατιτί ξένο. Και κατιτί που είτε το υπηρετείς είτε το φθονείς, ή και τα δύο μαζί.

Πάντα έτσι είναι ο καιρός και στο καλό και στο κακό. Πάντα βιαστικός και με σπουδή, πάντα με το ένα πόδι μπροστά από το δικό μας, πάντα ανευχάριστος και ανικανοποίητος. Βουλιμικός, σαν λύκος που ‘χει πεινάσει πολύ όλο τον χειμώνα και βρίσκεται ξαφνικά στη μέση από ένα κοπάδι παχιά αρνιά.

Η «Μέλισσα» είναι μυθιστόρημα που θα αγαπήσουν κυρίως οι γυναίκες αναγνώστριες. Είναι η πρώτη φορά που ασχολείστε με ό,τι θεωρείται «γυναικεία λογοτεχνία»;
Ναι, οι «Τέσσερις εποχές της Μέλισσας», που είχα τη μεγάλη χαρά να εκδοθεί από τον Ψυχογιό, είναι ένα γυναικείο μυθιστόρημα. Απευθύνεται σε γυναίκες αναγνώστριες. Υπάρχουν γυναικεία μυθιστορήματα, υπάρχουν αντρικά, και υπάρχουν και unisex. Αυτή είναι μια από τις αλήθειες που καμιά φορά μάς διαφεύγουν, για να μην πω ότι τις χλευάζουμε κιόλας — όταν μάλιστα δεν παραδίδονται στην πολύ σφιχτή αγκάλη ενός τεταμένου και άχαρου political correctness. Όπως επίσης υπάρχουν και μυθιστορήματα γραμμένα για εφήβους — μία ηλικιακή κατηγορία βιβλίων που στην Ελλάδα σχεδόν δεν υφίσταται, δυστυχώς. Οι εκδόσεις είναι μια μεγάλη κυψέλη με πολλά κελιά που δεν μοιάζουν μεταξύ τους. Κανείς μπορεί να περιηγηθεί σε όλα ανεξαιρέτως: είναι απολύτως ελεύθερος να το κάνει. Αλλά μόνο σε κάποια από αυτά θα βρει το δικό του νέκταρ. Σε άλλα, απλώς θα τραφεί με λιγότερο ή περισσότερο νόστιμη τροφή. Όσον αφορά, τώρα, το δεύτερο σκέλος του ερωτήματός σας: όχι, το έχω ξανακάνει. Η «Ζα Ζα», μία διασκευή τρόπον τινά τής «Ωραίας της ημέρας», ήταν ένα απολύτως γυναικείο μυθιστόρημα επίσης, δεν απευθυνόταν σε άντρες. Αλλά ήταν γραμμένο αλλιώς, πιο «εσωτερικά», αν θέλετε. Και το έχω κάνει και ψευδωνύμως, μερικές φορές, ή και σαν ghost writer. Η «Μέλισσα» είναι το πρώτο μου mainstream αμιγώς γυναικείο μυθιστόρημα που εκδίδεται με το όνομά μου, και είμαι ευτυχισμένος με το γεγονός. Όπως ευτυχής είμαι και με την υποδοχή που του επιφυλάχτηκε, και με την πορεία του στα βιβλιοπωλεία. Για την ακρίβεια, είμαι ενθουσιασμένος, και συγκινημένος. Έχω βρει τον δρόμο μου. Είναι μεγάλη υπόθεση αυτό. 

Πόσο δύσκολο είναι για έναν άντρα συγγραφέα να εισχωρήσει στη γυναικεία ψυχολογία;
Δεν είναι δύσκολο. 

Ένα βιβλίο σαν τη «Μέλισσα», πιστεύετε πως μπορεί να ικανοποιήσει έναν άντρα αναγνώστη;
Φρονώ πως όχι. 

Στο τέλος του μυθιστορήματος αναφέρει η μία ηρωίδα: «Τις πιο ωραίες ιστορίες μού τις έχουν διηγηθεί οι φίλες μου. Τις πιο ωραίες ιστορίες μού τις έχει ψιθυρίσει η ζωή», ενώ στην αρχή υπαινίσσεστε πως το βιβλίο βασίζεται σε αληθινή ιστορία, σε μία αφήγηση που σας την είπανε. Υπήρξε η Μέλισσα στην πραγματικότητα;
Όχι, αλλά θα μπορούσε να υπάρξει. Η «Μέλισσα» είναι ένα ρεαλιστικό βιβλίο, μια ηθογραφία, ένα μυθιστόρημα εν μέρει ιστορικό. Όλα είναι αληθινά σε αυτήν, εκατό τοις εκατό πραγματικά, όσο και αν κάποιες στιγμές οι καταστάσεις που περιγράφονται φαίνονται «παρατραβηγμένες». Δεν είναι. Η ηρωίδα μου είναι όλες οι γυναίκες, όλα τα κορίτσια. 

Αναφέρετε, επίσης, πως το ταξίδι σας αυτό με τη Μέλισσα ήταν εντελώς διαφορετικό από τα άλλα, ένα ταξίδι που ήθελε πολλή προετοιμασία και έρευνα. Μπορείτε να μας πείτε λίγα λόγια για το ταξίδι αυτό;
Ναι, χρειάστηκε να διαβάσω αρκετά και να ψάξω πολύ. Όπως σας είπα, όλα είναι αληθινά, από την αποτύπωση του τοπίου μέχρι την περιγραφή της καθημερινότητας σε αυτό το νησί του Ιονίου κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου. Είναι κάτι που ήταν απαραίτητο να γίνει, όχι εύκολο, και οπωσδήποτε αναγκαίο και ωφέλιμο. Πρέπει κανείς να ξέρει δέκα για να γράψει ένα. Εγώ έκατσα και έμαθα εκατό. Μάλιστα, ακόμη και κατά τη διάρκεια της επιμέλειας του βιβλίου, της εκδοτικής φροντίδας του, έγινε περαιτέρω έρευνα με την editor μου, και ξαναείδαμε σημεία που έπρεπε να διευκρινιστούν. Από την άλλη, και παρά την έρευνα που έκανα, δεν έχω επισκεφτεί ποτέ μου εκείνα τα μέρη. Εξ ου και τα δύο νησιά όπου εκτυλίσσεται η πλοκή, και το δράμα, είναι και δεν είναι το Μεγανήσι και η Λευκάδα. Είναι μεν, και αυτό είναι σαφέστατο, αλλά θα μπορούσε να είναι και ο τόπος καταγωγής κάθε αναγνώστριας του βιβλίου. Είναι η Ελλάδα, παλιά. Και όχι μόνο η Ελλάδα, αν μου επιτρέπεται να πω κάτι τέτοιο. Είναι ο χρόνος εδώ που έχει σημασία, η «ηθική» του αιώνα. Και φυσικά οι αποφάσεις των ανθρώπων, και τα πάθη τους. Ο τρόπος που αγαπάνε, και ο βαθμός στον οποίο αγαπάνε. 

Στο Intermezzo I, η μία ηρωίδα αναφέρει πως ο πραγματικός πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ο Ταφιάς, το νησί όπου και εξελίσσεται το μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος. Συμφωνείτε; Επίσης, αν και νωρίς ίσως, έχετε ακούσει σχόλια από κατοίκους του νησιού για το βιβλίο σας;
Ναι, ο τόπος αυτός ήταν —όπως και τόσοι άλλοι βέβαια— εξαιρετικά φτωχικός, και απομονωμένος. Όπως πολύ φτωχή και απομονωμένη ήταν σχεδόν όλη η χώρα. Ο Ταφιάς (έτσι λεγόταν το Μεγανήσι πολύ παλιά) καθορίζει τη ζωή των κατοίκων του, και των ηρώων του βιβλίου μου. Αν έβαζες τον Αϊνστάιν εκεί, ίσως γινόταν ψαράς, ή ταβερνιάρης. Αν έβαζες τον Στίβεν Χόκινγκ, αντιλαμβάνεστε την εξέλιξή του εκεί, έναν αιώνα πίσω από σήμερα.

Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε η μουσικότητα που διαπνέει την κυρίως αφήγηση, την ιστορία της πεντάμορφης κοπέλας. Η ζωή της ξετυλίγεται σαν μουσική σύνθεση, με ρυθμό, μελωδία, φόρμα και αρκετές έντονες κορυφώσεις, όπως ο καβγάς μεταξύ του αδελφού της και του Γιάννη. Πόσο δύσκολο είναι να επιτευχθεί κάτι τέτοιο;
Δεν είναι δύσκολο. Αλλά σάς ευχαριστώ πολύ που το επισημαίνετε. Το εκτιμώ τρομερά, και κολακεύομαι. Είναι ό,τι με ενδιαφέρει περισσότερο μετά την καθαυτό εξιστόρηση των γεγονότων — η μουσικότητα και η ισορροπία των φράσεων, μια αγκαλιά, μια φούγκα από λέξεις που σε περιβάλλουν. Έχουμε μεγάλους δασκάλους που μας καθοδηγούν, σπουδαίους συγγραφείς που πατάμε πάνω στα χνάρια τους αφήνοντας τα δικά μας μικρά σημάδια για τους επόμενους.

Κάπου διάβασα πως η «Μέλισσα» και η αφήγησή της, όπως εξελίσσεται, έχει στοιχεία αρχαίας τραγωδίας — ίσως συνδράμει και το γεγονός πως σχεδόν όλοι οι ήρωες έχουν αρχαιοελληνικά ονόματα με πλούσια ιστορία. Και η Μέλισσα, παρόλο που είναι αξιολάτρευτη, αγαπητή, συναισθηματική, δυνατή κοπέλα, είναι και ένα άτομο που πολλές φορές προκαλεί με τον εγωκεντρισμό και τη ματαιοδοξία της. Σε μία αρχαία τραγωδία, αυτό θα θεωρούνταν τρομερό αμάρτημα που θα προκαλούσε την οργή των θεών και την αμετάκλητη συντριβή της. Ποια είναι η γνώμη σας;
Τα ονόματα, όπως άλλωστε λέω και στο βιβλίο, είναι δοσμένα εντελώς τυχαία από τον πατέρα της ιστορίας, που ο καημένος ήταν βέβαια αμόρφωτος, ένα παιδί του μικροσκοπικού νησιού, και δεν μπορούσε να τα υποστηρίξει. Οι Έλληνες, γενικώς, κουβαλάμε στις πλάτες μας πολλή ιστορία, πολύ περισσότερη από όση μάς αναλογεί ή από όση αντέχουμε. Ο πατέρας σχεδόν δεν έχει ιδέα τι σημαίνουν αυτά τα ονόματα, ή πού αναφέρονται, μα νιώθει με το μέσα του το βάρος τους. Ωστόσο, τα παιδιά του, και ασφαλώς η Μέλισσα, που αρχικά τη βάφτισε Ελένη, από την εξίσου Ωραία Ελένη, ναι, είναι τραγικά πρόσωπα, παρμένα δηλαδή από τη ζωή: η αρχαία τραγωδία, το δράμα, μιλά για καθημερινούς ανθρώπους, παρά την προφανή ενασχόλησή της με θεούς και βασιλιάδες. Όπως και τα δικά μας ταπεινά μυθιστορήματα: δεν μιλούν μόνο για τους δικούς τους ήρωες, τους πρωταγωνιστές τους, αλλά κυρίως για τον αναγνώστη τους. Για αυτό διαβάζουμε: είμαστε όλοι κομμάτια των «θεών» και των μυθιστορηματικών ηρώων. Στην περίπτωσή μου, είμαστε η Μέλισσα. Για όσο κρατά η ανάγνωση, και για όσο μένει στο στόμα μας η επίγευσή της. Και αυτό είναι ωραίο. 

Το ζήτημα της ομορφιάς και το ζήτημα του χρόνου απασχολούν ιδιαίτερα την ηρωίδα, θέτοντας και τον αναγνώστη ενώπιον αντίστοιχων υπαρξιακών ερωτημάτων. Το ζήτημα του χρόνου που χάνεται, ιδιαίτερα, φαίνεται να σας απασχολεί αρκετά. Ισχύει κάτι τέτοιο;
Ναι. Το μυθιστόρημα, και το δικό μου και όλα τα άλλα, αλλά και ο κινηματογράφος και όλες οι αφηγηματικές τέχνες, είναι μέσα διαχείρισης του χρόνου. Συχνά μάλιστα καταλαβαίνουμε ότι κάνουν λάθη, επειδή απλούστατα βαριόμαστε, ή επειδή κάτι είναι τόσο παραφουσκωμένο που καταντά εκνευριστικό: ανούσιες παράπλευρες υπο-πλοκές, διάλογοι που δεν οδηγούν πουθενά, όνειρα που δεν σημαίνουν τίποτε, πράγματα τέλος πάντων που δεν υπηρετούν την πλοκή, αλλά που προστέθηκαν απλώς για να προστεθούν. Το μυθιστόρημα είναι ένα μέσον φύσει πλούσιο και χορταστικό, και χωρά πολύ πιο εύκολα μέσα του στοιχεία που, αν τα καλοεξετάσεις, θα δεις ότι είναι άχρηστα. Όμως καλό είναι να τα αποφεύγει κανείς. Καθετί πρέπει να είναι εκεί για πολύ συγκεκριμένους λόγους. Αφηγούμαστε. Λέμε μια ιστορία. Δεν λύνουμε το Μεσανατολικό ούτε αυτο-ψυχαναλυόμαστε. Και δεν είμαστε, αν θέλετε, ο Τόμας Μαν για να μιλήσουμε για την Ευρώπη και τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Εν πάση περιπτώσει, κάποιος πλήρωσε για να διαβάσει την ιστορία που του υποσχεθήκαμε ότι θα διαβάσει, και όχι για να δει αν κοιμηθήκαμε απόψε καλά ή αν ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα αριστερό εθνικολαϊκιστικό κόμμα. Ο χρόνος φεύγει και χάνεται, ναι, και το μυθιστόρημα είναι εδώ για να τον συγκρατήσει και να τον βάλει σε ένα στενό κανάλι που θα χυθεί αργά-αργά μέσα μας. Με το μυθιστόρημα, με την ανάγνωση, κερδίζουμε χρόνο. Αυτό συμβαίνει, και αυτό είναι όλο κι όλο. Αλλά είναι τόσο σπουδαίο πράγμα αυτό. Όσο για την ομορφιά που λέτε, ναι — η ομορφιά είναι το άλας της ζωής, είναι ο ενσαρκωμένος άφθαρτος και ακίνητος χρόνος, είναι μια αισθητική τωόντι αυταξία για να το πούμε κάπως βαριά. Είναι κάτι που υπάρχει, ή που αχνοφαίνεται, για να μας δείχνει τον δρόμο τα βράδια. Είναι υπέροχο για εμάς να είναι ο άλλος όμορφος. Και η ομορφιά έχει χίλια πρόσωπα, ξέρετε, δεν σημαίνει κάτι συγκεκριμένο — όμορφα, ας πούμε, δεν είναι μόνο τα μοντέλα. Και δεν ανήκει μόνο στους ανθρώπους, αλλά και στις πράξεις, τις χειρονομίες, στην καθημερινότητά μας, στον ουρανό, στα βιβλία — είναι παντού. Μια υπόσχεση αθανασίας. Κάπως έτσι και με τη Μέλισσά μου, που δεν είναι απλώς ένα όμορφο κορίτσι, αλλά και μία γλυκιά, τρυφερή ύπαρξη, που αγαπά πολύ. 

Η μία εκ των δύο φιλενάδων που συζητούν για τη Μέλισσα έχει, λέει, ένα σκυλί και ένα γατί και αυτό τής είναι αρκετό — αυτομάτως πήγε το μυαλό μου στον Αρσέν και στη Φαντομά. Αναρωτιέμαι αν και πώς επηρεάζει τη ζωή ενός συγγραφέα η συνύπαρξη με έναν σκύλο και μία γάτα…
Οτιδήποτε συμβάλλει στο να δημιουργείται μία καλή, ήρεμη ατμόσφαιρα μέσα στο σπίτι, είναι καλό. Η συγγραφή απαιτεί πολλές ώρες πολύ μοναχικής και εξαιρετικά απαιτητικής δουλειάς. Χρειάζεται κανείς να έχει τις καλύτερες δυνατές συνθήκες για να γράψει. Αν ένα κατοικίδιο σε βοηθά σε αυτό, τότε ναι, το θέλουμε. Αν χοροπηδάει διαρκώς επάνω σου και απαιτεί την προσοχή σου, δεν είναι κατάλληλο και δεν το θέλουμε. Αν γράφετε, πάρτε μία γάτα, ή έναν σκύλο που του αρέσει να ξαπλώνει στα πόδια σας όσο εσείς δουλεύετε: τέσσερις, πέντε ώρες ημερησίως. Στο βιβλίο μου με συμβουλές για το γράψιμο, τον «Οδηγό συγγραφής», που κυκλοφορεί επίσης από τις Εκδόσεις Ψυχογιός, δεν είχα συμπεριλάβει αυτό τον κανόνα, αυτή τη συμβουλή, και χαίρομαι που μου την υποδεικνύετε τώρα: «Πάρτε έναν σκύλο που του αρέσει να κοιμάται στα πόδια σας. Όσο δουλεύετε, θα του κάνετε ελαφρύ μασάζ με τα δάχτυλα των ποδιών σας, ανεπαίσθητα. Αυτό βοηθά στο γράψιμό σας, ακόμη περισσότερο από μία γάτα που κοιμάται στη διπλανή πολυθρόνα. Αλλά και οι γάτες βοηθούν». Γενικά, ξαναλέω, το γράψιμο απαιτεί συνθήκες εργαστηρίου και την καλύτερη δυνατή φυσική και ψυχική κατάσταση. 

Κλείνοντας, με αφορμή την πολυετή εμπειρία σας στον χώρο του βιβλίου, θα ήθελα να μου πείτε τη γνώμη σας για την ελληνική λογοτεχνία. Ποια είναι τα μείον και τα συν στον χώρο του ελληνικού βιβλίου;
Θα σας πω. Η ελληνική λογοτεχνία μοιάζει πολύ με την Ισλανδία — όχι την ισλανδική λογοτεχνία, αλλά τη χώρα. Η Ισλανδία είναι μικρή, και οι Ισλανδοί λίγοι. Χάνουν τη γλώσσα τους, καθώς είναι άχρηστη. Εντάξει, πόσο χρήσιμο είναι να μάθει κανείς ισλανδικά; Να τα κάνει τι; Δεν θα του χρειαστούν ποτέ. Επίσης, έχουν πλέον πρόβλημα ενδογαμιών. Ψάχνουν ξένους γαμπρούς και νύφες. Έχουν χτυπήσει το καμπανάκι, τα πράγματα είναι σοβαρά. Χρειάζονται ξένο αίμα. Αλλά ποιος άνθρωπος θα πάει να μείνει στην Ισλανδία; Άντε να πω ότι, έτσι και έχεις πάρα πολλά λεφτά, ίσως να κάνεις ένα ταξίδι εκεί για να δεις την αγριάδα του νησιού για καμιά βδομάδα. Αλλά να μείνεις; Για μια ζωή; Με τον πολύ ωραίο και αρρενωπό Ισλανδό σου άντρα ή την πολύ όμορφη Ισλανδή σου;… Τέλος πάντων, έτσι και με εμάς. Είμαστε ωραίοι, είμαστε πολύ καλοί, αλλά είμαστε μια μικρή χώρα — και μια μικρή γλώσσα. Δεν έχουμε δυνατότητες έκδοσης στο εξωτερικό, μας «απαγορεύεται» να συνομιλήσουμε με τις ξένες εθνικές σχολές. Περιοριζόμαστε σε έναν μικρό, για την ακρίβεια κάτισχνο, στενότατο, πυρήνα αναγνωστών. Ο οποίος πυρήνας ξέρει τόσο καλά την ξένη πεζογραφία, την παίζει τόσο καλά πλέον στα δάχτυλα, που δεν έχει καμία όρεξη να διαβάσει και από εσένα πράγματα που θα τα βρει (και ήδη βραβευμένα με πελώρια διεθνή βραβεία) μεταφερμένα εδώ από το εξωτερικό, και μεταφρασμένα σε πολύ καλά ελληνικά μάλιστα. Έτσι, καθώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για την επεξεργασία θεμάτων που απασχολούν πολύ τους συγγραφείς έξω (με την εξαίρεση ίσως του αστυνομικού μυθιστορήματος), ανακυκλώνουμε τα θέματά μας, λέγοντας διαρκώς τις ίδιες και τις ίδιες ιστορίες. Θυμάστε τι γινόταν επί μία δεκαπενταετία με τη Σμύρνη και τη Σμύρνη; Θυμάστε… Δεδομένου δε ότι ένα σωρό κατά τεκμήριο αναγνώστες έχουν φύγει στο εξωτερικό (και θα φύγουν άλλοι τόσοι), μένουμε ακόμη λιγότεροι που ενδιαφερόμαστε —όσο ενδιαφερόμαστε— για τα ελληνικά πράγματα. Σχεδόν πια όλοι οι αναγνώστες γνωρίζουν από κοντά όλους τους συγγραφείς. Βοηθούν και τα social media σε αυτό, φυσικά, καθώς και οι πάμπολλες παρουσιάσεις: γίνονται εκατό την ημέρα, μπορεί και περισσότερες. Κάποια στιγμή, θα λάβουμε πρόσκληση για να παρακολουθήσουμε την παρουσίαση ενός βιβλίου που θα έχουμε ξαναδιαβάσει, και που θα το έχουμε γράψει εμείς. Λοιπόν, κάπως έτσι νιώθουν και οι Ισλανδοί… Τι χρειαζόμαστε; Χρειαζόμαστε περισσότερους αναγνώστες. Αυτό είναι το #1 (για να μην πω και το #2, και το #3). Χρειαζόμαστε αύξηση των φίλων της λογοτεχνίας, πράγμα που μόνο εύκολο δεν είναι. Χρειαζόμαστε υπομονή, στήριξη από το κοινό, και ανάπτυξη. Εννοώ, οικονομική ανάπτυξη. Χρήματα. Δουλειές. Έναν μεταρρυθμισμένο δημόσιο τομέα και μία ελεύθερη αγορά. Πρέπει να φτάσουμε στο σημείο να εκδίδονται πιο πολλά βιβλία, να υπάρχει πιο έντονος ανταγωνισμός, αλλά κυρίως πρέπει να φτάσουμε στο σημείο να έχει το κοινό πολύ ελεύθερο χρόνο για να διαβάζει και να κρίνει και να επιλέγει, και πρωτίστως χρήματα για να αγοράζει βιβλία. Ξαναλέω: το κοινό (οι κάτοικοι της Ισλανδίας…) πρέπει να αυγατέψει. Πρέπει ακόμη —και είναι μια ευκαιρία να το πούμε εδώ— να γίνει της μόδας η αυτοέκδοση και η ψηφιακή έκδοση, που στις προηγμένες χώρες κάνουν θραύση, ευνοώντας έτσι και τις παραδοσιακές εκδόσεις. Δύσκολα πράγματα αυτά για την ασφυκτικά μικρή μας αγορά, αλλά απαραίτητα. Προσωπικά όμως είμαι αισιόδοξος. Θα τα καταφέρουμε κάποια στιγμή. Μέχρι τότε, ο καθένας ας κάνει το καθήκον του. Πραγματικά όμως, οι εκδότες είναι ήρωες. Όπως και οι άνθρωποι που στηρίζουν την αγορά του ελληνικού βιβλίου — γυναίκες στην πλειονότητά τους. Τους οφείλουμε την αιώνια ευγνωμοσύνη μας.

Σας ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας και με την ευκαιρία, ως σκυλο-γατομαμά και η ίδια και πιστή ακόλουθος του Αρσέν και της Φαντομάς, θα ήθελα να σας εξομολογηθώ πως συχνά σκέφτομαι πόσο ωραίο θα ήταν αν γράφατε ένα μυθιστόρημα για ενήλικες που να πρωτοστατούν σκύλοι και γάτες. Εύχομαι σε εσάς —και στον Αρσέν— κάθε επιτυχία στην κυκλοφορία των νέων σας βιβλίων.
Είμαστε υπόχρεοι. Σας ευχαριστώ θερμά για τις ωραίες ερωτήσεις και τον χώρο που μου προφέρατε, και ευχαριστώ τους αναγνώστες σας για την υπομονή τους και τον χρόνο που διέθεσαν για να διαβάσουν αυτή τη συνέντευξη. Ο χρόνος μας είναι ό,τι πολυτιμότερο έχουμε, και δεν τον χρωστάμε πουθενά. Να είστε καλά! Και ευχαριστώ προκαταβολικά όλες τις νέες αναγνώστριες της «Μέλισσας» που μας διαβάζουν αυτή τη στιγμή.

Συνέντευξη: Ελένη Μαρκ

εικόνα άρθρου (Κυριάκος Αθανασιάδης: «Για αυτό διαβάζουμε: είμαστε όλοι κομμάτια των “θεών” και των μυθιστορηματικών ηρώων».)

Οι τέσσερις εποχές της Μέλισσας, του Κυριάκου Αθανασιάδη
Εκδόσεις Ψυχογιός
σελ. 448

εικόνα αρθρογράφου (Artcore)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Artcore

Επειδή ξέρουμε πόσο θα θέλατε να μιλήσετε σε γνωστούς αγαπημένους και νέους αλλά πολλά υποσχόμενους δημιουργούς, αλλά πού να τρέχετε τώρα, θα το κάνουμε εμείς στο Artcore, δηλαδή οι Αrtκόρες και Artκούροι που μαζί αποτελούμε μια πολυσχιδή και αρμονική (4 με 6 κάθε απόγευμα) προσωπικότητα υψηλού δημοσιογραφικού κύρους που ζεί για να ρωτάει και ρωτάει για να ζήσει (αυτό και εσείς) καλύτερα… Επίσης η ιδία περσόνα θα είναι υπεύθυνη για την προώθηση δημιουργών, ομάδων, συγκροτημάτων, χώρων, εκδηλώσεων, λιτανειών, γάμων και βαπτίσεων, με (ατυπικά) δελτία τύπου και λοιπά κουραφέξαλα τα οποία θα δημοσιεύονται ανά καιρούς σε άλλα μέσα, διαδικτυακά και μή (χειρότερα). Ευχαριστούμε.

Artcore magazine's footer