Άρθρα :: Συνεντεύξεις articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

17.02
2016

Γίναμε για λίγο φυγάδες με τον Πάνο Καρνέζη

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Γίναμε για λίγο φυγάδες με τον Πάνο Καρνέζη)

Ο Πάνος Καρνέζης σπούδασε μηχανικός στην Ελλάδα και συνέχισε τις σπουδές του στην Αγγλία. Παράλληλα, τον κέρδισε η συγγραφή και άρχισε να γράφει στα αγγλικά. Παρακολούθησε το περίφημο μεταπτυχιακό πρόγραμμα δημιουργικής γραφής του Πανεπιστημίου East Anglia (απ’ όπου αποφοίτησαν, μεταξύ άλλων, οι Ian McEwan και Kazuo Ishiguro) και το πρώτο του βιβλίο ήταν η συλλογή διηγημάτων "Little Infamies" («Μικρές ατιμίες»), το οποίο εκδόθηκε το 2002 από τον εκδοτικό οίκο Jonathan Cape. Ακολούθησε το μυθιστόρημα "The Maze" («Ο λαβύρινθος»), 2004, καθώς και το τρίτο του μυθιστόρημα, "The Birthday Party" («Πάρτι γενεθλίων»), το οποίο εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Jonathan Cape το 2007. Τον Οκτώβριο του 2015 εκδόθηκε το τέταρτο μυθιστόρημά του «Οι Φυγάδες» από τις εκδόσεις Πατάκη και με αυτήν την αφορμή, αποφασίσαμε να μιλήσουμε μαζί του για τη Λατινική Αμερική, για τους ιαγουάρους και για τη διπλή ταυτότητα του συγγραφέα-μεταφραστή.

Η πλοκή του βιβλίου σας «Οι Φυγάδες» διαδραματίζεται μέσα σ’ ένα τροπικό δάσος στη Λατινική Αμερική με πρωταγωνιστές έναν χριστιανό ιερέα, Ινδιάνους αυτόχθονες, τους καταπατητές οι οποίοι τους καταστρέφουν τη γη και έναν ιαγουάρο. Πώς προέκυψε η ιδέα για τη σύνθεση αυτή της ιστορίας;
Το ενδιαφέρον μου για τη Λατινική Αμερική ξεκίνησε από τα φοιτητικά μου χρόνια, αρχικά με τα βιβλία του Γκαρσία Μάρκες και στη συνέχεια με άλλα λογοτεχνικά έργα αυτών των χωρών. Αυτό με οδήγησε με τη σειρά του στην ιστορία και την πολιτική της Λατινικής Αμερικής και πιο πρόσφατα στα οικολογικά ζητήματα που σχετίζονται με την ανάπτυξη εκεί. «Οι Φυγάδες» είναι η σύνθεση όλων αυτών των ενδιαφερόντων μου σε ένα μυθιστόρημα που άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά, στη διάρκεια ενός ταξιδιού μου στο Μεξικό, πριν από μερικά χρόνια. 

Το μυθιστόρημά σας δεν έχει συγκεκριμένο τόπο και χρόνο και καταπιάνεται κυρίως με το ψυχογράφημα των ηρώων σας, πιο συγκεκριμένα, τη σκιαγράφηση του χαρακτήρα τους και κατ’ επέκταση την αποδόμηση των πράξεών τους. Αυτό καθιστά το έργο κατά κάποιον τρόπο οικουμενικό. Ήταν συνειδητή η προσπάθειά σας να μην τοποθετήσετε γεωγραφικά και χρονικά το έργο σας;
Ναι, είναι μια συνήθεια που ξεκίνησε απ’ το πρώτο μου βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων «Μικρές Ατιμίες». Νομίζω πως τέτοιες αφηγήσεις, χωρίς πολύ συγκεκριμένες γεωγραφικές, χρονικές ή ιστορικές αναφορές, ενθαρρύνουν τον αναγνώστη να κάνει μια πιο ελεύθερη, αφηρημένη ή αλληγορική ερμηνεία της πλοκής και να την ταιριάξει ευκολότερα με τις δικές του εμπειρίες. 

Ο ιαγουάρος φαίνεται να παίζει εξαιρετικά σημαντικό και συμβολικό ρόλο στο μυθιστόρημά σας. Θα θέλατε να μας πείτε λίγα πράγματα γι’ αυτό;
Ο ιαγουάρος είναι ένας από τους φυγάδες του τίτλου. Αναγκασμένος, λόγω της καταστροφής του βροχοδάσους, να βρει καταφύγιο και τροφή κοντά στους ανθρώπους, έρχεται αναπόφευκτα σε σύγκρουση μαζί τους. Το άγριο ζώο λειτουργεί στην ιστορία ως σύμβολο της φύσης, που απειλείται από την αστείρευτη ανάγκη του ανθρώπου για πρώτες ύλες, αλλά παράλληλα αντιπροσωπεύει και το παρελθόν των αυτόχθονων Ινδιάνων, τους μύθους, τη θρησκεία και την ιστορία τους πριν τον ερχομό των χριστιανών κονκισταδόρων. Όλες αυτές οι παραδόσεις τους απειλούνται από τον μοντέρνο τρόπο ζωής όσο και ο ιαγουάρος. 

Το σκηνικό του βιβλίου σας, το τροπικό δάσος, είναι αρκετά «ξένο» ως προς τον δικό μας τρόπο ζωής. Χρειάστηκε να κάνετε εκτεταμένη έρευνα, ώστε να περιγράψετε τη ζωή των ιθαγενών καθώς και το ίδιο το τροπικό δάσος ή αντλήσατε στοιχεία από τη φαντασία σας;
Ό,τι χρειάστηκε να μάθω για την ιστορία και την πολιτική κατάσταση στην περιοχή, τα βρήκα εύκολα στο ίντερνετ, άλλα δεν θα μπορούσα να γράψω τους «Φυγάδες» χωρίς το ταξίδι στο Μεξικό, που με βοήθησε πάρα πολύ να φτιάξω το σκηνικό του βιβλίου. Τις μικρές λεπτομέρειες εδώ κι εκεί –το τοπίο, το κλίμα, οι μυρωδιές, οι συμπεριφορές των ντόπιων–, θα ήταν αδύνατο να τις φανταστώ και είναι νομίζω αυτές που δίνουν πνοή σε μια αφήγηση. 

Σε παλαιότερη συνέντευξή σας έχετε αναφέρει ότι μεταφράζετε μόνος σας τα βιβλία σας από τα αγγλικά στα ελληνικά. Πώς σας κάνει να νιώθετε αυτή η διαδικασία; Μιας και είστε και ο συγγραφέας και ο μεταφραστής, βιώνετε έντονα τη «μεταμόρφωση» στην οποία υπόκειται το βιβλίο σας;
Είναι μια ευκαιρία να ξαναδιαβάσω προσεχτικά το βιβλίο και να δω λίγο αντικειμενικότερα, λόγω του χρόνου που έχει μεσολαβήσει από τότε που το τελείωσα, αν έχω καταφέρει να πω αυτά που ήθελα, όταν ξεκίνησα να το γράφω. Δεν αλλάζω τίποτα φυσικά, αλλά σημειώνω στο νου μου τι να προσέξω τεχνικά στο επόμενο βιβλίο, πώς να κάνω την αφήγηση πιο στρωτή, το νόημα πιο απτό κτλ. Είναι αλήθεια πως η μετάφραση του κειμένου απ’ τη μια γλώσσα στην άλλη είναι μια πραγματική μεταμόρφωση. Αν και κάνω κάθε προσπάθεια να διατηρήσω το νόημα αυτούσιο, ο ρυθμός των προτάσεων, ο ήχος των λέξεων –κυρίως στο διάλογο–, η «μουσική» του κειμένου αν θέλετε, αλλάζουν πολύ.

Φαίνεται πως στο βιβλίο σας κεντρικό ρόλο παίζει η αναζήτηση της ταυτότητας. Όλοι οι ήρωές σας κυνηγούν τις χίμαιρές τους σε μια προσπάθεια να τοποθετήσουν τον εαυτό τους μέσα στον κόσμο. Εσείς ο ίδιος μένετε μόνιμα εδώ και πολλά χρόνια στην Αγγλία. Η δική σας ιστορία επηρέασε καθόλου την ιστορία των ηρώων του βιβλίου σας;
Αναμφίβολα, οι προσωπικές εμπειρίες ενός συγγραφέα επηρεάζουν τα βιβλία του, προσπαθώ όμως να μην το σκέφτομαι όταν γράφω. Νομίζω πως έτσι θα περιόριζα τις δυνατότητες της φαντασίας μου να πλάσει χαρακτήρες και πλοκές. Δεν είδα ποτέ το γράψιμο ως μια ευθέως αυτοβιογραφική καταγραφή εμπειριών, μια άλλη μορφή ψυχανάλυσης, όχι συνειδητά τουλάχιστον. Απ’ την αρχή με κατεύθυνε η επιθυμία να πω μια ιστορία, που θα διασκέδαζε πρώτα εμένα και μετά τον αναγνώστη. 

Διαβάζοντας το βιβλίο σας «Οι Φυγάδες», αποκόμισα την αίσθηση ότι η γραφή σας άλλαξε προκειμένου να «ταιριάξει» καλύτερα στον κόσμο που περιγράφετε, αυτόν των Ινδιάνων και των ανταρτών. Νιώθετε ότι αλλάξατε πολύ από το προηγούμενο βιβλίο σας;
Έχω καταλάβει με τον καιρό πως το θέμα ενός βιβλίου υπαγορεύει και το στυλ γραφής του. Δεν πιστεύω, για παράδειγμα, πως «Οι Φυγάδες» θα μπορούσαν να γραφτούν στο ύφος του μαγικού ρεαλισμού. Σκόπευα να γράψω ένα ψυχολογικό μυθιστόρημα και ο μαγικός ρεαλισμός, με τις αναφορές του στο υπερφυσικό, δεν είναι νομίζω ικανός να διεισδύσει βαθιά κάτω απ’ την επιφάνεια των χαρακτήρων. Ο μαγικός ρεαλισμός είναι κατ’ ουσία μια τεχνική που ταιριάζει περισσότερο σε ιστορικές αφηγήσεις για παραδοσιακές κοινότητες, οικογένειες κτλ., περιγράφει με τρομερή επιδεξιότητα τα πιστεύω και τη δυναμική μεταξύ των μελών τέτοιων ομάδων, από τη ματιά ενός εξωτερικού παρατηρητή.

εικόνα άρθρου (Γίναμε για λίγο φυγάδες με τον Πάνο Καρνέζη)

Οι Φυγάδες, του Πάνου Καρνέζη
Εκδόσεις Πατάκη, 2015
σελ. 268

* Θα γίνει παρουσίαση του βιβλίου «Οι φυγάδες», παρουσία του συγγραφέα, την Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου στο βιβλιοπωλείο Κωνσταντινίδης (Μητροπόλεως 92, Θεσσαλονίκη).

Συνέντευξη: Αλεξία Τζιώγα

εικόνα αρθρογράφου (Artcore)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Artcore

Επειδή ξέρουμε πόσο θα θέλατε να μιλήσετε σε γνωστούς αγαπημένους και νέους αλλά πολλά υποσχόμενους δημιουργούς, αλλά πού να τρέχετε τώρα, θα το κάνουμε εμείς στο Artcore, δηλαδή οι Αrtκόρες και Artκούροι που μαζί αποτελούμε μια πολυσχιδή και αρμονική (4 με 6 κάθε απόγευμα) προσωπικότητα υψηλού δημοσιογραφικού κύρους που ζεί για να ρωτάει και ρωτάει για να ζήσει (αυτό και εσείς) καλύτερα… Επίσης η ιδία περσόνα θα είναι υπεύθυνη για την προώθηση δημιουργών, ομάδων, συγκροτημάτων, χώρων, εκδηλώσεων, λιτανειών, γάμων και βαπτίσεων, με (ατυπικά) δελτία τύπου και λοιπά κουραφέξαλα τα οποία θα δημοσιεύονται ανά καιρούς σε άλλα μέσα, διαδικτυακά και μή (χειρότερα). Ευχαριστούμε.

Artcore magazine's footer