Άρθρα :: Συνεντεύξεις articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

17.01
2018

Adam Haslett: «Θεωρώ τη συγγραφή κάθε είδους ως μουσική συγγραφή»

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Adam Haslett: «Θεωρώ τη συγγραφή κάθε είδους ως μουσική συγγραφή»)

Το «Κι αν εγώ χαθώ» του Adam Haslett, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, ψηφίστηκε από το περιοδικό Time ως ένα από τα 10 καλύτερα μυθιστορήματα του 2016. Πρόκειται για το χρονικό μιας οικογένειας που στιγματίζεται από τη μάστιγα της ψυχικής ασθένειας. Μία συγκινητική αφήγηση για τη ζωή τριών παιδιών, τριών αδελφών που εξιστορούν εναλλάξ την ιστορία τους, με κεντρικό πρόσωπο τον Μάικλ, τον μεγάλο αδελφό που πάσχει από ένα είδος αγχώδους διαταραχής. Είχαμε το προνόμιο να συνομιλήσουμε με τον Αμερικανό συγγραφέα και να του θέσουμε απορίες και ερωτήματα για το βιβλίο του. 

Κεντρικό ρόλο στο μυθιστόρημά σας αυτό έχει η ψυχική ασθένεια. Για ποιον λόγο διαλέξατε να μιλήσετε για κάτι τόσο ευαίσθητο; Κάνατε έρευνα για να μπορέσετε να καλύψετε με σαφήνεια το θέμα;
Χρειαζόμουν προσωπικά να γράψω αυτό το βιβλίο, για διάφορους λόγους. Στην ίδια μου την οικογένεια υπήρξαν αρκετοί που υπέφεραν ψυχικά, ανάμεσα τους και ο αδερφός μου που ζεί με αγχώδη διαταραχή βαριάς μορφής, κι ήταν ένα θέμα με το οποίο ένιωσα ότι επιβαλλόταν να ασχοληθώ. Δεν υπήρξε λοιπόν έρευνα με την παραδοσιακή έννοια αλλά μάλλον μια μετουσίωση της εμπειρίας σε αφήγημα. Έπρεπε, καταρχάς, να επιτρέψω στον εαυτό μου να χρησιμοποιήσει αυτοβιογραφικό υλικό, κι έπειτα να μου επιτρέψω επίσης να παραδρομήσω από τα πραγματικά γεγονότα ώστε να τους δώσω τη μορφή μιας ιστορίας. 

O Μάικλ φαίνεται να υποφέρει από κάτι πιο έντονο και καταστροφικό από μια αγχώδη διαταραχή κατά τη γνώμη μου, ενώ η ασθένεια του πατέρα του, η οποία δεν κατονομάζεται, ξεπροβάλλει ύστερα από 15 χρόνια «απουσίας». Νομίζετε ότι κάποιος ομοιοπαθής αναγνώστης θα μπορούσε να θεωρήσει πως υπάρχουν κενά στην αφήγηση;
Η φράση «ψυχική ασθένεια» δεν εμφανίζεται πουθενά στο βιβλίο και αυτό έγινε από πρόθεση. Πιστεύω πως ο ρόλος της λογοτεχνίας είναι να περιπλέκει και να προσδίδει διαφορετικές αποχρώσεις σε αυτές τις κατηγορίες που οργανώνει και ορίζει η ψυχιατρική. Έτσι, ο Τζον, ο πατέρας στο βιβλίο, είναι προφανές ότι εμπίπτει σε μια κατηγορία μανιοκαταθλιπτικού που σημαίνει ότι μπορεί να μην παρουσιάζει συμπτώματα για χρόνια ανάμεσα σε δύο «επεισόδια» και η ασθένεια του Μάικλ, όπως ανέφερα και για τον αδερφό μου, είναι αγχώδης διαταραχή βαριάς μορφής. 

O Μάικλ κάνει αλόγιστη χρήση φαρμακευτικής αγωγής που οδηγεί τελικά στην αυτοκαταστροφή του. Είστε υπέρ ή κατά των φαρμάκων;
Και πάλι, πιστεύω πως δεν είναι δουλειά της λογοτεχνίας να προσφέρει δημοσιογραφικό βήμα υπέρ ή κατά οποιασδήποτε θέσης. Αυτό που προσπάθησα να κάνω σε αυτό το μυθιστόρημα είναι να τοποθετήσω τον αναγνώστη μέσα σε αυτά τα διλήμματα όσο πιο ολοκληρωμένα γίνεται, ώστε να βιώσει την ένταση που νιώθουν οι άνθρωποι που υποφέρουν ανάμεσα στην επιθυμία τους να γιατρευτούν με ένα χάπι και στους περιορισμούς που τους επιβάλει η χρήση του χαπιού αυτού, είτε μέσω των παρενεργειών του είτε ακόμα και μέσω των επιθυμητών αποτελεσμάτων που επιφέρει. Ελπίζω πως το βιβλίο αναγνωρίζει και τις δυο πλευρές αυτού του διλήμματος. 

Γνωρίζετε άλλα μυθιστορήματα που πραγματεύονται το θέμα της ψυχικής ασθένειας; Μπορείτε να μας αναφέρετε ποια ξεχωρίζετε;
Το “Low Boy” του John Wray παρουσιάζει πολύ σωστά τη ζωή ενός σχιζοφρενούς αγοριού. Και ως προς την κατάθλιψη, τόσο μεγάλο μέρος σπουδαίων λογοτεχνικών έργων αγγίζει αυτήν την πιο σκοτεινή πλευρά της ψυχικής ζωής που δεν θα ήξερα από που να αρχίσω. Απλά, σε παλιότερες εποχές, τέτοιες περιπτώσεις θεωρούνταν χαρακτηρολογικές και όχι ιατρικές.

Υπάρχει σαφής διαφοροποίηση ανάμεσα στον βρετανικό και τον αμερικανικό τρόπο ζωής. Ποιες είναι οι βασικές διαφορές κατά τη γνώμη σας;
Οι διαφορές είναι όλο και λιγότερες, νομίζω. Η Βρετανία είχε παλιότερα ένα πιο ήπιο μοντέλο χρηματιστικού καπιταλισμού, αλλά τα τελευταία τριάντα χρόνια, έχει υιοθετήσει τον αμερικανικό φονταμενταλισμό της ελεύθερης αγοράς. Είναι και οι δύο χώρες όπου οι μεγαλύτερες πόλεις αποτελούν μαγνήτη για το παγκόσμιο κεφάλαιο και αυτό έχει οδηγήσει τόσο σε μεγαλύτερη ανισότητα, όσο και σε μεγαλύτερη πολιτιστική διαφοροποίηση ανάμεσα στους κατοίκους των αστικών και των αγροτικών περιοχών. Το Λονδίνο και η Νέα Υόρκη έχουν από πολλές απόψεις περισσότερα κοινά σημεία από ό,τι έχουν μεταξύ τους το Λονδίνο με την αγγλική επαρχία, ή η Νέα Υόρκη με το Κάνσας. 

Η ιδιοφυία του Μάικλ είναι προφανής: Στα δώδεκά του διαβάζει (και μάλιστα με μεγάλη ικανοποίηση) Thomas Mann. Φαίνεται όμως να μην αναγνωρίζεται αυτή του η ιδιαιτερότητα όσο θα περίμενε κανείς. Για ποιον λόγο;
Πρόκειται για ένα πρόωρα ανεπτυγμένο αγόρι, αλλά μέσα στις οικογένειες οι ιδιαιτερότητες αυτού του είδους κανονικοποιούνται και δεν είναι τόσο ευδιάκριτες, όπως θα ήταν για έναν ξένο που τις παρατηρεί. 

Ο Μάικλ είναι επίσης λάτρης της μουσικής. Τι ρόλο παίζει στη δική σας ζωή; Ποια είναι η σχέση μουσικής και λογοτεχνίας κατά τη γνώμη σας;
Ακούω συχνά μουσική πριν αρχίσω να γράφω, αλλά όχι κατά τη διάρκεια της συγγραφής. Τα γούστα μου κυμαίνονται από κλασική μέχρι και είδη μουσικής που αναφέρονται στο βιβλίο: British New Wave και χορευτική μουσική. Θεωρώ τη συγγραφή κάθε είδους ως μουσική συγγραφή, με την έννοια ότι κάποιος μπορεί να δημιουργήσει «καλές» φράσεις, μόνο αν μπορείς να ακούσεις τις λέξεις όπως «χτυπάνε» στο αυτί, οπότε με την έννοια αυτή θεωρώ ότι οι δύο φόρμες συνδέονται στενά. Συζώ με συνθέτη και συχνά αντιπαραθέτουμε τις «φωνές» μας πάνω στο «θέμα αυτό». 

«Το τέρας δεν σκοτώνεται»: Είναι οι άνθρωποι που νοσούν από ψυχικές ασθένειες καταδικασμένοι;
Όχι. Όπως προανέφερα, το βιβλίο αυτό περιγράφει συγκεκριμένους χαρακτήρες και δεν στοχεύει να παίξει τον ρόλο ενός παραστατικού πορταίτου της ψυχικής ασθένειας καθαυτής. O Μάικλ, όπως βλέπουμε στο τέλος, είναι καταδικασμένος. Αλλά αυτός δεν είναι παρά ένας άνθρωπος σε ένα βιβλίο. Πολλοί κάνουν τις ίδιες επιλογές, πολλοί υποφέρουν το ίδιο άσχημα ή και χειρότερα· πολλοί επιβιώνουν. Γράφω για ξεχωριστά άτομα όχι για κατηγορίες ατόμων. 

Προσεγγίζετε με ιδιαίτερη σοβαρότητα το τραύμα της δουλείας: «Ο σπαραγμός της σκλαβιάς» στοιχειώνει τη μουσική των μαύρων Αμερικανών και οι στίχοι τους εγγράφονται ασυνείδητα στο μυαλό ακροατών που ενώ δεν έχουν βιώσει τίποτα αντίστοιχο, υποφέρουν από κατάθλιψη και εφιάλτες που κατακλύζονται από εικόνες μαύρης δουλείας. Είναι ιδιαίτερα «εντυπωσιακή» αυτή η ασύνειδη μεταφύτευση αφηγήσεων και συναισθημάτων. Γνωρίζετε ανάλογα παραδείγματα ανθρώπων των οποίων ο ψυχικός πόνος εκφράζεται παρόμοια;
Το πώς το τραύμα κατατρύχει τους ανθρώπους δια μέσου των γενεών αποτελεί πια θέμα ενός αρκετά εκτεταμένου πεδίου σπουδών, βασισμένο κυρίως σε εργασίες για το Ολοκαύτωμα στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια του Β.Π.Π. Δισέγγονα επιζώντων που δεν είχαν καμία εμπειρία στρατοπέδων εμφανίζονται να υποφέρουν από τραύματα παρόμοια με αυτά των προπαππούδων τους, όχι όσον αφορά στις καθαυτές αναμνήσεις αλλά σε επαναλαμβανόμενα σχήματα που επηρεάζουν τις σχέσεις τους. Όλο και μεγαλύτερη προσοχή εστιάζεται τώρα στο πώς συμβαίνει αυτό με τους απογόνους σκλάβων στην Αμερική. Δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι γνωρίζω προσωπικά άτομα με τέτοιες εμπειρίες, αλλά δεν πρόκειται για επινόησή μου. Είναι, δυστυχώς, η πραγματικότητα. 

Ποια είναι τα συναισθήματα αυτών που διαβάζουν το βιβλίο; Ποιες είναι οι αντιδράσεις τους;
Μου προσφέρει ιδιαίτερα χαρά να ακούω από πολλούς αναγνώστες πως βρήκαν παρηγοριά στο πορτραίτο αυτής της οικογένειας που χρειάστηκε να έρθει αντιμέτωπη με συμπλέγματα ενοχής, θυμού, απογοήτευσης και ελπίδας, που εμφανίζονται όταν κάποιος προσπαθεί να βοηθήσει ένα αγαπημένο πρόσωπο που υποφέρει από τόσο έντονο εσωτερικό αναβρασμό. Πολλοί άνθρωποι ταυτίστηκαν με αυτό. Αυτό είναι ένα χαρούμενο επακόλουθο, αν και όχι ο πρωταρχικός μου στόχος. Υπήρχε μια ιστορία που είχα ανάγκη να διηγηθώ, μια πολύ συγκεκριμένη ιστορία. Το μάθημα που πήρα από τη συγγραφή αυτού του βιβλίου είναι πως όσο πιο συγκεκριμένος είμαι στην εστίασή μου, τόσο περισσότεροι άνθρωποι φαίνεται ότι μπορούν να ανακαλύψουν πτυχές της ζωής τους διαμέσου της. Κάτι που είναι ενθαρρυντικό για ένα συγγραφέα. 

Συνέντευξη: Ελένη Μαρκ

εικόνα άρθρου (Adam Haslett: «Θεωρώ τη συγγραφή κάθε είδους ως μουσική συγγραφή»)

Κι αν εγώ χαθώ, του Adam Haslett
Μετάφραση: Αύγουστος Κορτώ
Εκδόσεις Μεταίχμιο
σελ. 480

εικόνα αρθρογράφου (Artcore)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Artcore

Επειδή ξέρουμε πόσο θα θέλατε να μιλήσετε σε γνωστούς αγαπημένους και νέους αλλά πολλά υποσχόμενους δημιουργούς, αλλά πού να τρέχετε τώρα, θα το κάνουμε εμείς στο Artcore, δηλαδή οι Αrtκόρες και Artκούροι που μαζί αποτελούμε μια πολυσχιδή και αρμονική (4 με 6 κάθε απόγευμα) προσωπικότητα υψηλού δημοσιογραφικού κύρους που ζεί για να ρωτάει και ρωτάει για να ζήσει (αυτό και εσείς) καλύτερα… Επίσης η ιδία περσόνα θα είναι υπεύθυνη για την προώθηση δημιουργών, ομάδων, συγκροτημάτων, χώρων, εκδηλώσεων, λιτανειών, γάμων και βαπτίσεων, με (ατυπικά) δελτία τύπου και λοιπά κουραφέξαλα τα οποία θα δημοσιεύονται ανά καιρούς σε άλλα μέσα, διαδικτυακά και μή (χειρότερα). Ευχαριστούμε.

Artcore magazine's footer